Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of co-owners' claim for share of profits from exclusive use of common property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Regional Court of Ioannina's dismissal of the co-owners' claim regarding exclusive use of common property. The lower court incorrectly rejected the claim because the plaintiffs failed to specify exact monetary benefits, whereas the Supreme Court found the complaint substantiated by the defendants' exclusion of the plaintiffs from usage and profit-sharing rights. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 914 of the Civil Code; In case of exclusive use of common property by one co-owner, other co-owners may claim a share of the profits and benefits proportional to their ownership interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1865 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1865/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. συζ. Ν. Ρ., το γένος Θ. και Ε. Μ., κατοίκου ..., 2) Φ. Μ. του Ν. και Δ., σύζ. Χ. Κ., κατοίκου ..., ενεργώντας ατομικά για λογαριασμό της και ως νόμιμη κληρονόμος της αποβιωσάσης αδερφής της, Σ. Μ. του Ν. και της Δ., 3) Α. Δ. του Χ. και Π., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ως νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντος Η. Κ. του Τ. και Α., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Πελέκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Β. του Μ. και Β., 2) Γ. θυγατέρας Μ. και Β. Β., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαλεβίτη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2014 αγωγή των ήδη α' και β' αναιρεσειουσών και των ήδη αποβιωσάντων Σ. Μ. και Η. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-10-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 23-10-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 58/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792§2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007).
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 758/2021, ΑΠ 362/2010).
Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας (ΑΠ 362/2010). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, 2) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, 3) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, και 4) η ύπαρξη ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη με την έννοια της παράβασης του επιβαλλόμενου από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ γενικού καθήκοντος του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (Ολ. Α.Π. 967/1973), αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, και τα συναλλακτικά και χρηστά ήθη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε ( Α.Π 601/2022,ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Στην προκείμενη περίπτωση, στην από 4-10-2014 κρινόμενη αγωγή την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και κατ' εκτίμηση αυτής, όπως διορθώθηκε κατ'άρθ. 224 Κ.Πολ.Δ., οι ενάγοντες εξέθεταν ότι είναι μαζί με τους εναγομένους, (συγ)κληρονόμοι-(συγ)κοινωνοί και (συγ)κύριοι κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, των λεπτομερώς περιγραφόμενων κατά θέση, όρια και εμβαδόν δεκατριών αγροτικών και αστικών ακινήτων, κειμένων στην Πάργα Πρέβεζας.
Ότι οι εναγόμενοι, από τότε που κατέστησαν (συγ)κληρονόμοι των επίδικων ακινήτων με τους ενάγοντες κάνουν αποκλειστική χρήση αυτών τα οποία παρακρατούν και εκμεταλλεύονται αποκλειστικά. Ότι παρά τις πολυδάπανες και χρονοβόρες δίκες που οι εναγόμενοι προκάλεσαν και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων περί συμβιβαστικής επίλυσης της μεταξύ τους διαφοράς και παρά την αναγνώριση των τελευταίων ως (συγ)κυρίων κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί των επιδίκων ακινήτων με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 392/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, συνέχισαν οι εναγόμενοι να κάνουν αποκλειστική χρήση αυτών, αποστερώντας τους ενάγοντες κατά το χρονικό διάστημα 1997-2014 από την χρήση τους και τα ωφελήματά τους, που αντιστοιχούν στα ποσοστά (συγ)κυριότητας του καθενός από αυτούς και προκαλώντας τους αντίστοιχη ζημία, ίση προς το ανάλογο προς τη μερίδα τους μέρος των ωφελημάτων και καρπών, που αυτοί θα αποκόμιζαν από την εκμετάλλευση του μεριδίου τους.
Ότι υπέστησαν, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς των εναγόμενων, ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται την αναφερόμενη εύλογη χρηματική ικανοποίηση, Ότι επικουρικά αξιώναν τα ως άνω ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου (904, 938 ΑΚ). Ζητούσαν δε, με βάση το πιο πάνω εκτιθέμενο ιστορικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση και ηθική βλάβη από την αδικοπραξία, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού τα αναφερόμενα ποσά στον καθένα.
Η αγωγή αυτή με την υπ' αριθμ. 17/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας κρίθηκε νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της και έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της παρελκομένης της εξέτασης της επικουρικής βάσης και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Οι εναγόμενοι κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν την από 6-7-2017 έφεση, η οποία με την προσβαλλόμενη 58/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν. Περαιτέρω το Εφετείο αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση διακράτησε και εκδίκασε την αγωγή την οποία απέρριψε ως νόμω αβάσιμη τόσο κατά την κυρία όσο και κατά την επικουρική της βάση.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι "Εν προκειμένω οι ενάγοντες εκθέτουν στην ως άνω αγωγή ότι είναι συγκύριοι με τους εναγομένους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά δέκα τριών (13) αγροτικών και αστικών ακινήτων και ότι "....Οι εναγόμενοι δολίως και με σκοπό αφενός μεν να μας στερήσουν από τα ποσοστά συγκυριότητάς μας επί της κληρονομιαίας περιουσίας...
προσπάθησαν, ανεπιτυχώς βεβαίως, να οικειοποιηθούν, αφετέρου δε να κάνουν αποκλειστική χρήση-εκμετάλλευση ολόκληρης της κληρονομιαίας περιουσίας, από το θάνατο του αρχικού δικαιοπαρόχου μας μέχρι σήμερα και να καρπούνται τα ωφελήματα αυτών. Για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού τους οι εναγόμενοι άσκησαν καθ' ημών και των δικαιοπαρόχων μας την από 17-2-1997 αγωγή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, αντέκρουσαν με μανία την από 2-10-1996 αγωγή μας, ηττηθέντες δε άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 70/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης.
Το Εφετείο Ιωαννίνων με την υπ' αριθμ. 392/2007 τελεσίδικη απόφασή του αφενός απέρριψε την έφεση των εναγόμενων και τους καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα, αφετέρου έκανε δεκτή τη δική μας έφεση καθ' ολοκληρίαν και καταδίκασε τους αντιδίκους και στα έξοδα της δίκης. Όμως οι εναγόμενοι δεν σταμάτησαν και κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης άσκησαν την από 5- 3-2008 αίτηση αναίρεσης αλλά κατάθεσαν και το από 31-7-2009 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης που απερρίφθησαν με την υπ' αριθμ. 449/2011 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Όμως οι εναγόμενοι παρά το γεγονός ότι μας υποχρέωσαν σε αιματηρές δαπάνες για την διεξαγωγή των εις βάρος μας δικών τους, συνέχισαν και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να κάνουν αποκλειστική χρήση ολόκληρης της κληρονομιαίας περιουσίας και να μας αποστερούν από τα ωφελήματα αυτής που αντιστοιχούν στα ποσοστά συγκυριότητάς μας....Οι εναγόμενοι επεδόθησαν παρανόμως σε αδιάκοπους δικαστικούς αγώνες....συγχρόνως δε έκαναν αυταρχική και παράνομη χρήση των κληρονομιαίων ακινήτων και εκμετάλλευση αυτών....τα ωφελήματα των εναγομένων και η ζημία μας....
Συνολικά οι εναγόμενοι για όλα αυτά τα έτη, που κάνουν αποκλειστική χρήση του κοινού αυτού ακινήτου μας, τα ετήσια μισθώματα που θα είχαν εισπράξει ανέρχονται στο ποσόν των.....14.320,28Β. ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ
Συνολικά οι εναγόμενοι για όλα αυτά τα έτη που κάνουν αποκλειστική χρήση του κοινού αυτού ακινήτου μας, τα ετήσια μισθώματα που θα είχαν εισπράξει ανέρχονται στο ποσό των 328.973...... Την στερεότυπη φράση "που θα είχαν εισπράξει" επαναλαμβάνουν οι ενάγοντες για όλα τα περιγραφόμενα ακίνητα. Όσον αφορά την κυρία βάση από την αδικοπραξία οι ενάγοντες δεν εκθέτουν στην αγωγή ότι παρεκωλύθησαν ή ότι απεβλήθησαν από την συννομή των ακινήτων, εντοπίζουν δε την αδικοπραξία στους αδιάκοπους δικαστικούς αγώνες, όπως η από 17-02-1997 αγωγή των εναγόμενων, η από 2-10-1996 αγωγή αυτών, οι οποίες αφορούν αμφισβήτηση των ποσοστών επί των επικοίνων ακινήτων, η έφεση των εναγομένων και η από 5-03-2008 αναίρεση των εναγομένων. Η συμπεριφορά όμως αυτή των εναγόμενων δεν στοιχειοθετεί αδικοπραξία, αλλά άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου υπέρτατου δικαιώματος της εννόμου προστασίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του, όπως ο νόμος ορίζει".
Συνεπώς η αγωγή τυγχάνει νόμω αβάσιμη, δεκτού καθιστάμενου ως βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως. Όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως προελέχθη ο πλουτισμός του λήπτου πρέπει να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, δηλαδή ο λήπτης να απεκόμισε πράγματι ωφέλεια.".
Εν προκειμένω οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή, όσον αφορά όλα τα επίκοινα ακίνητα, ότι "Συνολικά οι εναγόμενοι για όλα αυτά τα έτη που κάνουν αποκλειστική χρήση του κοινού αυτού ακινήτου μας, τα ετήσια μισθώματα που θα είχαν εισπράξει ανέρχονται στο ποσόν των...". Δεν εκθέτουν δηλαδή κτηθείσα πράγματι ωφέλεια.
Συνεπώς η αγωγή τυγχάνει και κατά την επικουρική βάση νόμω αβάσιμη, δεκτού καθιστάμενου ως βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως". Όμως η εκτίμηση αυτή του Δικαστηρίου καθόσον αφορά το πραγματικό κρίσιμο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ως προς την κύρια βάση της, είναι εσφαλμένη. Τούτο διότι, το Εφετείο παραθέτει και απομονώνει περικοπές της ένδικης αγωγής χωρίς να εκτιμάται κατά την νοηματική άποψη το σύνολο του περιεχομένου της, σύμφωνα με το οποίο οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή της στοιχεία, ήτοι την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων οι οποίοι αν και ήταν συγκύριοι με τους ενάγοντες των περιγραφομένων ακινήτων κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα έκαναν αποκλειστική χρήση αυτών στερώντας από τους ενάγοντες με τον τρόπο αυτό την χρήση των επίκοινων και τα πάσης φύσεως ωφελήματα που αυτοί θα αποκόμιζαν κατά το ανάλογο στα ποσοστά της (συγ)κυριότητας τους μερίδιο, προκαλώντας τους αντίστοιχη ζημία και ήταν νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297,298 και 914 ΑΚ.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 8 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης κατά πρώτο σκέλος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά των εναγομένων από το 1997 έως το 2014, περιέχει όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 297,298,914 Α.Κ και συνεπώς πληροί το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, ως προς την κυρία βάση της είναι βάσιμος.
Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης που αφορούν την κύρια βάση της αγωγής. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής από την αδικοπραξία και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ: την υπ' αριθ. 58/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ: την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ: την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ: τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό τω τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ