Supreme Court dismisses appeal against enforcement, orders return of seized funds and legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding two defendants who failed to appear, declaring their participation inadmissible. For the remaining defendants who were present, the court accepted the request to reinstate the case after enforcement, ordering the return of seized funds and legal costs. The decision was based on the defendants' failure to return the disputed amounts and the procedural rules governing appeals when parties are absent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear at an appeal hearing, the court examines who expedited the discussion; if one party expedited it lawfully, the discussion is declared inadmissible for absent parties and the case is remanded for new summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1865 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1865/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ……. και 63. Χ. Δ., κατοίκων απάντων Περιστερίου Αττικής, εκ των οποίων οι με α/α 1,2,4,6,7,9,13,14,15,16,17,19,20,22,23,29,30,33,38,40,42,43,44,45,46,47,48,50,51,52,54,55,57,58,59,60,61,62,63 δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 453/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3575/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 25-11-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, ανέγνωσε την από 6-5-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης, της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 106,108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ.
με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιός από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως. Αν τη συζήτηση της αναιρέσεως έχει επισπεύσει, εγκύρως, ο διάδικος, που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι διαφορετικά, κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με νέα κλήτευση (κλήση), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.
Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί, νομίμως, ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ ολ. 7/2019, 221/2019, 499/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 11915 Η/3.5.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ά.
Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του εναγομένου, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (17.5.2022), καθώς και κλήση προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την παραστάσα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Α.
Κ., ως αντίκλητο αυτών (ΚΠολΔ 143 παρ. 1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως αυτής, στη σειρά της, από το οικείο με αριθ. πινακίου 6, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο , δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν, κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή οι, αναιρεσίβλητοι, 1η, 2η , 4η , 6η , 7η , 9η , 13η , 14ος, 15η , 16η , 17η , 19ος, 20ος , 22η , 23η , 29η 30η , 33ος , 38η , 40ος, 42ος, 43η , 44η , 45η, 46ος, 47η , 48ος, 50η , 51η , 52ος, 54ος, 55η, 57η 58ος, 59ος, 60ος, 61ος, 62ος και 63ος , ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους με εξουσιοδοτήσεις-ιδιωτικά έγγραφα αυτών με βεβαίωση αρμοδίως του γνησίου της υπογραφής τους.
Μετά από αυτά και τα γενόμενα δεκτά στην ως άνω νομική σκέψη, εφόσον η προκείμενη διαφορά αντικείμενο έχει την καταβολή προς έκαστον των αναιρεσειβλήτων (εναγόντων) των αναφερόμενων στην αγωγή ποσών, τα οποία αντιστοιχούν σε μη καταβολή του επιδόματος του άρθρου 49 Ν. 2413/1996 και ως εκ τούτου η αξίωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των αξιώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας, πρέπει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 25.11.2008 και αριθ. κατάθ. 184/27.11.2008 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 3575/2008 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 εδ. α` του ν. 2327/1995, χορηγήθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ) μηνιαίο ειδικό επίδομα ποσού δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) δραχμών, για την απασχόλησή τους στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής των γενικών (πανελληνίων) εξετάσεων.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 49 του ν. 2413/1996, η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος επεκτάθηκε και στο μόνιμο ή με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου διοικητικό, τεχνικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αυτοτελών και μη υπηρεσιών και εκπαιδευτικών μονάδων αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ και υπαλλήλους ΝΕΛΕ, καθώς και σε όλα τα μέλη ΕΔΤΠ των Ανωτάτων και των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καθώς και στους τεχνικούς εργαστηρίων των ΤΕΙ.
Κατόπιν με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε (μεταξύ άλλων και) το ανωτέρω επίδομα, από όλες τις κατηγορίες των υπαλλήλων, όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπηρεσιών αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ από 1-1-1997.
Παράλληλα όμως με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. γ` του ίδιου νόμου, προβλέφθηκε η χορήγηση εφ` άπαξ αμοιβής, προσδιοριζόμενης καθ` ύψος από τον αρμόδιο υπουργό, μόνο "στο διοικητικό προσωπικό αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχει καθ` οιονδήποτε τρόπο στη διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών (εισαγωγικών) εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ".
Σύμφωνα με αυτή την εξουσιοδοτική διάταξη, εκδόθηκαν στη συνέχεια κοινές αποφάσεις των υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, με τις οποίες καθορίσθηκε και αναπροσαρμόσθηκε κατ` έτος το ύψος της εν λόγω εφ` άπαξ αμοιβής, κατά μισθολογική κατηγορία, για το διοικητικό προσωπικό της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχει στη διεξαγωγή και υποστήριξη (ήτοι, όχι πλέον "στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής", όπως αναφερόταν στο άρθρο 10 παρ. 12 εδ.
α` του ν. 2327/1995) των ετήσιων, εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002 τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 του ν. 2413/1996 (που, κατά τα ανωτέρω, είχε ήδη καταργηθεί) ως εξής: "Στην παρ.1 του άρθρου 49 του ν. 2413/1996 και μετά τις λέξεις "διοικητικό, τεχνικό" τίθεται η λέξη "νοσηλευτικό", η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1-12-2001".
Κατά την αληθινή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002, δεν χορηγήθηκε εκ νέου το ένδικο επίδομα με το γενικό τρόπο που αναφερόταν στο άρθρο 49 του ν. 2413/1996, αφού δεν γίνεται κανένας λόγος για αναβίωση των επιδομάτων που είχαν καταργηθεί με το ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων ήταν και το συγκεκριμένο.
Άλλωστε και από το περιεχόμενο της εισηγητικής εκθέσεως του νόμου αυτού προκύπτει, σαφώς, η μη αναβίωση του ως άνω ενδίκου επιδόματος, αφού σ` αυτήν αναφέρεται ότι η ως άνω προσθήκη τίθεται για να λυθεί η διχογνωμία που υπήρξε στο παρελθόν ως προς αν το νοσηλευτικό προσωπικό των ιδρυμάτων αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ δικαιούταν ή όχι το επίδομα του άρθρου 10 παρ.12 του ν. 2327/1995, κατά το χρόνο που αυτό ίσχυε (ΑΠ 42/2017, 257, 258/2014, 432/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι οι ενάγοντες υπηρετούν ως διοικητικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό στο εναγόμενο, με συμβάσεις εργασίας αρχικά ορισμένου, οι οποίες ετράπησαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου με το άρθρο 17 του ν. 2838/2000.
Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.12.2003 οι ενάγοντες αμείβονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 (ενιαίο μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων), ενώ συμμετείχαν και στην προετοιμασία των Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων. Συγκεκριμένα κατ' έτος και μετά από σχετικό εντολή του ΥΠΕΠΘ, οι υπάλληλοι των ΤΕΙ και ΑΕΙ όλης της χώρας αναλάμβαναν την υποχρέωση να συντάξουν πρόταση σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών στα τμήματα όλων των ΤΕΙ και ΑΕΙ της χώρας, όπως και του εναγομένου.
Περαιτέρω δέχτηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν λόγω της συμμετοχής αυτής το επίδομα του άρθρου 10 Ν. 2337/1995, το οποίο είχε μεν καταργηθεί, χορηγήθηκε όμως εκ νέου από 1.1.2001 με το άρθρο 6 παρ. 10 Ν. 3027/2002, και επιδίκασε το εν λόγω επίδομα μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, συμφώνως με τα προαναφερθέντα.
Με τη κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με την εσφαλμένη εφαρμογή τους και δη των άρθρων 10 παρ. 12 Ν. 3227/1995, 49 του ν. 2413/1996, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 10 ν. 3027/2002 , 10 παρ. 4 και 19 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2470/1997. Και τούτο διότι, από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, συμφώνως προς τα προαναφερθέντα, ότι το αδιακρίτως χορηγούμενο επίδομα των άρθρων 10 παρ. 12 του ν. 2327/1995 και 49 του ν. 2413/1996 καταργήθηκε οριστικά με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2470/1997 και ότι η εφ` άπαξ αμοιβή του άρθρου 19 παρ. 4 εδ.
γ` του ν. 2470/1997 και του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 3205/2003 δεν ταυτίζεται με το καταργηθέν επίδομα, αλλά καταβάλλεται μόνο, πέραν των εκπαιδευτικών και όσων υποβοηθούν το έργο τους, στους διοικητικούς υπαλλήλους της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχουν στη διεξαγωγή και υποστήριξη των ετήσιων, εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους και ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή τους, καθώς και ως προς αυτό περί δικαστικών εξόδων, αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι ως άνω αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωσή της, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση ως προς αυτούς κατά της υπ' αριθ. 453/2006 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην προ της αναιρεθείσας αποφάσεως κατάσταση, οπότε, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, διατάσσεται κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση. Η αίτηση υποβάλλεται με το αναιρετήριο ή, μέχρι της προτεραίας της συζητήσεως, με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο κατατιθέμενο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου. Δύναται επίσης να ζητηθεί η τοκοδοσία των καταβληθέντων ποσών από της επιδόσεως της αναιρετικής αποφάσεως στον αναιρεσίβλητο, από της οποίας και αρχίζει η υπερημερία αυτού, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ.
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον δια των κατατεθεισών την 13.5.2022 προτάσεων αυτού, επικαλούμενο ότι κατέβαλε εκουσίως στους αναιρεσιβλήτους τα επιδικασθέντα δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ποσά μετ' αφαίρεση των κρατήσεων, αιτείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να επιστρέψουν τα ως άνω ποσά νομιμοτόκως από της καταβολής αυτών, άλλως από της επιδόσεως της παρούσας. Η εν λόγω αίτηση σύμφωνα προς τα ανωτέρω έχει ασκηθεί παραδεκτά και είναι νόμιμη, εκτός του αιτήματος τοκοδοσίας, το οποίο είναι νόμιμο μόνο από την επίδοση της παρούσας, προαποδεικνύεται δε η εν λόγω αίτηση και ουσία βάσιμη, όπως προκύπτει από την προσκόμιση : α) της από 11.6.2009 μισθοδοτικής καταστάσεως της εκκαθαρίστριας αποδοχών Κ. Α., β) του από 14.3.2022 εγγράφου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών - Τμήμα Χρηματικού και Ταμείου και γ) του από 24.2.2022 σημειώματος της ιδίας Διεύθυνσης προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου, από τα οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν εισπράξει το επιδικασθέν κατ' έφεση ποσό και δη η 10η Π. Κ. και η 49η Α. Σ. το ποσό των 1.100,55 ευρώ κάθε μία απ' αυτές και οι λοιποί το ποσό των 1.760,88 ευρώ κάθε ένας απ' αυτούς.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στο αναιρεσείον το προαναφερόμενο ποσό έκαστος νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως. Σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, όπως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22παρ.1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αριθμ.18 Εισ ΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 Ν.1738/1987 και 2 της Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), αφού η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ( άρθρο 17 παρ.1 Ν.3086/2002).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους : 1. ….. και 39. Χ. Δ..
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς. ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3575/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση ως προς αυτούς. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατ' ουσίαν των λοιπών αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 453/2006 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν έκαστος στο αναιρεσείον το επιδικασθέν κατ' έφεση ποσό δη η 10η Π. Κ. και η 49η Α. Σ. το ποσό των χιλίων εκατό ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (1.100,55) κάθε μία απ' αυτές και οι λοιποί το ποσό των χιλίων επτακοσίων εξήντα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (1.760,88) κάθε ένας απ' αυτούς. νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας μέχρι εξοφλήσεως. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ