Legislator Case Law & Legislation
1865/2017 AI generated

1865/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1865/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1865/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1865 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1865/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Α., 2) Π. συζ. Σ. Τ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., 3) Χ. Τ. του Σ., συζ. Δ. Ψ., κατοίκου ..., 4) Α. Π. - Τ. του Α., κατοίκου ... και 5) Σ. Χ. Π. - Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαρκούλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Χ. του Κ., 2) Κ. Χ. του Δ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2011 αγωγή της Ε. χας Α. Τ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκε με την από 18-9-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με τις από 13-2-2012 και 30-9-2012 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/ΑΥ/2013 οριστική, όπως αυτή διορθώθηκε με την 45/ΑΥ/2015, του ίδιου Δικαστηρίου και 1579/ 2015 του Μονομελούς Εφετείου ....

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις με αριθμό .../31.3.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Χ. Τ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση, προκύπτει, ότι, με επιμέλεια τούτων, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 20.7.2016 αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Δ. Χ. και Κ. Χ., αντίστοιχα. Αυτοί όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 340, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.

Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας.

Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. 2. Ο οδηγός, με εξαίρεση την περίπτωση απολύτου ανάγκης, υποχρεούται να κινείται αποκλειστικά στις καθορισμένες για την κατηγορία του οχήματός του ειδικές οδούς, οδοστρώματα και λωρίδες κυκλοφορίας όπου υφίστανται τέτοιες.

Αν δεν έχει οριστεί λωρίδα κυκλοφορίας ή ειδική οδός γι’ αυτούς, οι μεν οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων και βραδυκίνητων και βραδυπορούντων γενικά οδικών οχημάτων υποχρεούνται, τηρουμένων των διατάξεων του όρ8ρου 17 παρ. 6 του Κώδικα αυτού, να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις οδούς οι οποίες έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κατά κατεύθυνση, οι δε οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκίνητων οχημάτων, καθώς και οι οδηγοί ζώων, υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφόσον υπάρχει, και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος. 3.

Τηρουμένων των διατάξεων της παρ. 1, σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεις, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν στο μέσο αυτής". Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ως άνω νόμου "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών".

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του ν. 2963/2001 και ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος στις 3.4.2011 "1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατ’ ουσίαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης 58/ΑΥ/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας και, μετά την εξαφάνιση αυτής, την διακράτηση και την εκδίκαση της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους δι’ αυτής εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες, έκαστος εις ολόκληρον, τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτήν ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και επιπλέον του πρώτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος ως αποζημίωση, για τον θανάσιμο τραυματισμό του οικείου τους Α.

Τ., σε τροχαίο ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν ο ως άνω θανών, οδηγώντας δίκυκλο μοτοποδήλατο και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, αφού απέδωσε το εν λόγω ατύχημα σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών, κατά ποσοστά, 70% του πρώτου αναιρεσιβλήτου και 30% του θανόντος οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της υπάρξεως ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της τυχόν παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου τούτων και του επελθόντος αποτελέσματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3-4-2011, ημέρα Κυριακή και περί ώραν 05.25 περίπου, ο γεννηθείς στις 21-2-1969, Α.

Τ. του Σ., οδηγούσε το ανασφάλιστο υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατό του, εργοστασίου κατασκευής YAMAHA, τύπου TOWN MATE, κυλινδρισμού 50 κυβικών εκατοστών και εκινείτο κοντά στο υπ’ αριθ. 135 οικοδομικό ύψος της οδού ..., της πόλεως της Βεροίας και ειδικότερα στο ρεύμα πορείας που οδηγεί από την περιοχή του Μακροχωρίου στην πόλη της Βεροίας.

Η προαναφερθείσα οδός ..., η οποία τυγχάνει κεντρική οδός της ως άνω πόλεως τυγχάνει διπλής κατευθύνσεως και διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο κάθε ρεύμα πορείας, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με μεταλλικό διαχωριστικό στηθαίο, ενώ στο παραπάνω σημείο της το συνολικό πλάτος του ως άνω ρεύματος πορείας ανέρχεται σε επτά (7) μέτρα και το ανώτατο όριο ταχύτητος έχει καθορισθεί με σχετική προς τούτο πινακίδα (Ρ 32) σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως.

Η εν λόγω οδός στο παραπάνω σημείο της είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και εμφανίζει ανωφέρεια με πολύ μικρή κλίση εν σχέσει προς την πορεία του ως άνω οδηγού, ενώ κατά το ως άνω χρονικό σημείο η κατάστασή της ήταν "καλή-ξηρή", η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν "πολύ αραιή" και των πεζών "ανύπαρκτη" και παρότι ήταν "νύχτα χωρίς εγκατάσταση τεχνητού φωτισμού", η ορατότητα "δεν περιορίζονταν", αφού επικρατούσε "καλοκαιρία", όπως τα παραπάνω στοιχεία επί λέξει καταχωρήθηκαν στην από 3-4-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, η οποία συντάχθηκε από τον Ανθυπαστυνόμο Α.

Κ., με την παρουσία και του Αστυνόμου Α’ Δ. Κ., που υπηρετούν στο Αστυνομικό Τμήμα Αλεξανδρείας. Ο προαναφερθείς οδηγός, ο οποίος, σημειωτέον, φορούσε κράνος ασφαλείας, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω δικύκλου μοτοποδηλάτου του, αλλά και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθ’ όσον οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.

πρωτ. ... /20-4-2011 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Υποδιευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος, "βρέθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα να είναι ογδόντα επτά εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος ή 0,87%ο" και δεν εκινείτο - όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει - πλησίον του δεξιού άκρου της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας του παραπάνω ρεύματος πορείας ή κατά το δυνατόν στο μέσον αυτής (κατ’ άρθρον 16 παράγρ. 1, 3 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ), αλλά κοντά στην μονή διακεκομμένη γραμμή, με την οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους (κατ’ άρθρον 5 παρ. 3 παρ.

α’ του Ν. 2696/1999) οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας του προαναφερθέντος ρεύματος πορείας της ως άνω οδού .... Την ίδια στιγμή, ο γεννηθείς στις 4-5-1991, πρώτος των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών Δ. Χ. του Κ., οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... IX επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου POLO, κυλινδρισμού 1.390 κυβικών εκατοστών, το οποίο ανήκει στην κυριότητα του δευτέρου των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών Κ.

Χ. του Δ., ο οποίος είχε προστήσει τον προαναφερθέντα πρώτον των εναγομένων στην οδήγηση του ως άνω αυτοκινήτου του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών εις βάρος τρίτων προσώπων στην τρίτη των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "..." και εκινείτο ομορρόπως με τον προαναφερθέντα οδηγό Α.

Τ., τον οποίον μάλιστα ακολουθούσε, ενώ στο εν λόγω αυτοκίνητο επέβαινε και ο Γ. Κ. του Κ., ο οποίος καθόταν στην θέση του συνοδηγού, αλλά και η Α. Π. του Σ., η οποία καθόταν στα πίσω καθίσματα, πίσω ακριβώς από τον προαναφερθέντα Γ. Κ.. Ο πρώτος των εναγομένων όμως δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω αυτοκινήτου, αλλά και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει εκ της ιδιότητάς του ως οδηγού, καθ’ όσον και αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεδομένου ότι "βρέθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα να είναι εβδομήντα έξι εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος ή 0,76%ο" σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.

πρωτ. ... /16-4-2011 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Υποδιευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος και επιπλέον, εκινείτο με ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς, υπερέβαινε πάντως τα εκατό (100) χιλιόμετρα ωριαίως, παρότι το ανώτατο όριο στην ως άνω περιοχή έχει καθορισθεί σε πενήντα (50) χιλιόμετρα ωριαίως, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Λόγω της καταστάσεως στην οποίαν βρισκόταν, ο πρώτος των εναγομένων δεν αντελήφθη καθόλου τον προπορευόμενον αυτού οδηγό, παρότι λειτουργούσαν (ήταν αναμμένα) τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου που οδηγούσε και με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του ως άνω αυτοκινήτου που οδηγούσε επέπεσε στο οπίσθιο τμήμα του ως άνω δικύκλου μοτοποδηλάτου.

Εξ αιτίας μάλιστα της σφοδρότητας της συγκρούσεως των εν λόγω οχημάτων, το δίκυκλο μοτοποδήλατο "ενσωματώθηκε", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση αυτοψίας, δηλαδή "σφήνωσε" στο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων, ο οποίος, λόγω της καταστάσεως στην οποίαν βρισκόταν, έχασε την ψυχραιμία του και δεν χρησιμοποίησε το σύστημα πεδήσεως του αυτοκινήτου που οδηγούσε για να το ακινητοποιήσει αμέσως, αλλά εξακολούθησε να κινείται παρασέρνοντας το δίκυκλο μοτοποδήλατο σε απόσταση εκατόν εξήντα πέντε (165) μέτρων, όπου και τελικώς ακινητοποιήθηκε.

Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Α. Τ. λόγω της συγκρούσεως εκτινάχθηκε από το δίκυκλο μοτοποδήλατό του και έπεσε στον ανεμοθώρακα και στην συνέχεια στον ουρανό του ως άνω επιβατικού αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί, ενώ προκλήθηκαν ζημίες στα παραπάνω συγκρουσθέντα οχήματα. Από το παραπάνω ατύχημα ο προαναφερθείς Α.

Τ. υπέστη "κακώσεις του σώματος οφειλόμενες σε πρόσκρουση και προστριβή επί ανένδοτων επιφανειών των οχημάτων και του οδοστρώματος, κρανιογκεφαλικές κακώσεις και θλαστικές κακώσεις του πνευμονικού παρεγχύματος και οξύ νευρογενές πνευμονικό οίδημα" (βλ. σχετικώς την υπ’ αριθμ. πρωτ.../12-4-2011 ιατροδικαστική έκθεση που τον αφορά...), εξ αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του, δεδομένου ότι σύμφωνα με το συμπέρασμα της παραπάνω ιατροδικαστικής εκθέσεως ο θάνατός του "οφείλεται σε κρανιογκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία οδικού τροχαίου ατυχήματος...".

Ο πρώτος των εναγομένων Δ. Χ. ισχυρίσθηκε ότι δεν κατέστη δυνατόν να αντιληφθεί εγκαίρως το ως άνω προπορευόμενο αυτού δίκυκλο μοτοποδήλατο, γιατί δεν λειτουργούσε το φως που βρίσκεται στο οπίσθιο μέρος του και σημειωτέον φωτίζει τον περιβάλλοντα χώρο σε απόσταση 30-35 μέτρων, ώστε να γίνεται ευχερώς αντιληπτό από τους οδηγούς των οχημάτων που το ακολουθούν.

Για τον παραπάνω ισχυρισμό πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Ο Γ. Τ., ο οποίος τυγχάνει διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός και ορίστηκε από τον προαναφερθέντα Ανθυπαστυνόμο Α. Κ. να συντάξει έκθεση πραγματογνωμοσύνης για την "κατάσταση που βρισκόταν τα συστήματα διευθύνσεως, τα συστήματα τροχοπεδήσεως, τα συστήματα φωτισμού και τα ελαστικά των ως άνω συγκρουσθέντων οχημάτων", διαπίστωσε ότι "...οι καλωδιώσεις ήταν άρτιες και σωστά τοποθετημένες.

Η λυχνία (εννοεί του οπισθίου φανού του δικύκλου μοτοποδηλάτου) έσπασε κατά την κρούση. Αλλά από την γενική εικόνα προκύπτει ότι λειτουργούσε κατά τον χρόνον του ατυχήματος..." και συνεπώς, ο προαναφερθείς ισχυρισμός του πρώτου των εναγομένων είναι αβάσιμος. Πρέπει όμως να αναφερθεί ακόμη ότι στα συμπεράσματα του προαναφερθέντος πραγματογνώμονας (βλ.

την σχετική υπ’ αριθμ. ... από 27-5-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που εγχειρίσθηκε εκ μέρους του στις 31-5-2011 στην Ανθυπαστυνόμο Ζ. Π., παρουσία και του Αρχιφύλακα Γ. Χ. που υπηρετούν στο Τμήμα Τροχαίας Βεροίας) σημειώνονται ακόμη επί λέξει και τα εξής: "Στα κρύσταλλα του επιβατικού (πλην του επρ. κρυστάλλου) είχαν τοποθετηθεί ανεπίτρεπτα ζελατίνες "φυμέ" που περιορίζουν αισθητά την διάκριση και ορατότητα αντικειμένων για τον οδηγό και γι’ αυτό δεν επιτρέπεται η χρήση τους σύμφωνα με τον ΚΟΚ".

Εν όψει όσων αναφέρθηκαν, το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα και ο εντεύθεν θανατηφόρος τραυματισμός του Α. Τ., οφείλεται στην συνυπαιτιότητα του ιδίου του θανόντος, αλλά και του πρώτου των εναγομένων (αμφοτέρων των αγωγών) και ειδικότερα, η συνυπαιτιότητα του παραπάνω θανόντος ανέρχεται σε ποσοστόν 30% και τούτο γιατί αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω δικύκλου μοτοποδηλάτου του, το οποίο, σημειωτέον, ήταν ανασφάλιστο αλλά και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεδομένου ότι αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και επί πλέον δεν εκινείτο -όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει- πλησίον του δεξιού άκρου της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας του παραπάνω ρεύματος πορείας ή κατά το δυνατόν στο μέσον αυτής (κατ’ άρθρον 16 §§ 1, 3 του Ν. 2696/1999), αλλά κοντά στην μονή διακεκομμένη γραμμή, με την οποίαν διαχωρίζονται μεταξύ τους οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας του προαναφερθέντος ρεύματος πορείας της ως άνω οδού ... (που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 § 1, 16 §§ 1, 3, 19 § 1 και 42 του Ν. 2696/1999).

Το υπόλοιπο ποσοστόν ευθύνης, δηλαδή 70%, βαρύνει τον πρώτον των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών, καθ’ όσον αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω επιβατικού αυτοκινήτου, αλλά και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει εκ της ιδιότητός του ως οδηγού, καθ’ όσον οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και επί πλέον, εκινείτο με ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, υπερέβαινε πάντως τα εκατό (100) χιλιόμετρα ωριαίως, παρότι το ανώτατο όριο στην ως άνω περιοχή έχει καθορισθεί σε πενήντα (50) χιλιόμετρα ωριαίως (που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 4 § 3, 12 § 1, 19 § 1 και 42 του Ν. 2696/1999).

Για τους λόγους αυτούς άλλωστε δεν κατάφερε να αντιδράσει εγκαίρως και να χρησιμοποιήσει το σύστημα πεδήσεως του παραπάνω αυτοκινήτου που οδηγούσε, ώστε να το ακινητοποιήσει αμέσως μετά την σύγκρουσή του με το δίκυκλο μοτοποδήλατο, αλλά εξακολούθησε να κινείται μετά την προκληθείσα σύγκρουση, παρασέρνοντας μάλιστα το παραπάνω δίκυκλο μοτοποδήλατο σε απόσταση 165 μέτρων μέχρις τελικώς να ακινητοποιηθεί....".

Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων οφείλεται σε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων, συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του θανόντος οδηγού του ως άνω δίκυκλου μοτοποδηλάτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της προκλήσεως του ατυχήματος, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, στερώντας έτσι, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αν και δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέν ότι ο θανών οδηγός του δικύκλου μοτοποδηλάτου, οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν εκινείτο, όπως όφειλε και μπορούσε, πλησίον του δεξιού άκρου της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του ή κατά το δυνατόν στο μέσον αυτής, αλλά αντίθετα εκινείτο κοντά στη μονή διακεκομμένη γραμμή, με την οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του και ότι το όπισθεν αυτού κινούμενο Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του επί του οπισθίου τμήματος του δικύκλου μοτοποδηλάτου, δεν μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση σε ποιο ακριβώς σημείο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του εκινείτο το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το πλάτος του οποίου (αυτοκινήτου), σημειωτέον, είναι πολλαπλασίως μεγαλύτερο του δικύκλου μοτοποδηλάτου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν, με βάση τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές, ήταν, κατά λογική αναγκαιότητα, δυνατή η επί του οπισθίου μέρους του οδηγούμενου δικύκλου μοτοποδηλάτου πρόσκρουση του όπισθεν αυτού κινουμένου οχήματος και δη με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος αυτού.

Ακόμη, δεν διευκρινίζεται εάν η ύπαρξη οινοπνεύματος στο αίμα του θανόντος επέδρασε πράγματι στην οδηγητική του συμπεριφορά και κατ’ ακολουθίαν στην επέλευση του ατυχήματος, αλλά και δεν προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο επέδρασε αυτή στην οδηγητική συμπεριφορά του θανόντος, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ικανά να θεμελιώσουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της οδηγήσεως αυτού υπό την επήρεια οινοπνεύματος και του επελθόντος αποτελέσματος.

Κατά συνέπειαν, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος θεμελιώνεται επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει, όπως συμπληρώθηκε από την εισηγήτρια (ως προς την θέση του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου επί του οδοστρώματος) να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του τρίτου λόγου της αναιρέσεως (από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. - παραμόρφωση του προχείρου σχεδιαγράμματος του τόπου του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος), ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. ΓΠΝ/1911, ενόψει και του σκοπού του νόμου, που απέβλεψε στην αυξημένη και αντικειμενική ευθύνη του κατέχοντος αυτοκίνητο, σαν τίμημα αυτού για την έναντι των κινδύνων από την λειτουργία του απόλαυση των ωφελειών του, προκύπτει ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου, δεν θεωρείται ο κατά τις διατάξεις του Α.Κ.

κάτοχος, δηλαδή εκείνος που ασκεί απλώς την επ’ αυτού φυσική εξουσία (άρθρο 974 Α.Κ.), αλλά εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο (ως κύριος ή επικαρπωτής), ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου, δυνάμει συμβάσεως με τον κύριο λ.χ. μισθώσεως, χρησιδανείου κ.λπ. Εισάγεται δηλαδή για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου το στοιχείο της εκμεταλλεύσεως, υπό την έννοια της συγκομιδής από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, οικονομικού οφέλους, είτε υπό μορφή κέρδους, είτε υπό μορφή εξυπηρετήσεως διαφόρων αναγκών του κατόχου.

Έτσι, δεν αποβάλλει την ιδιότητα του κατόχου, εκείνος ο οποίος παραχωρεί ή επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερης συμβάσεως σχετικά με τη μεταβίβαση της κατοχής, αφού το πιο πάνω διακριτικό της κατοχής, στοιχείο της εκμεταλλεύσεως του αυτοκινήτου εξακολουθεί να υφίσταται στον κύριο (Α.Π. 681/2014, Α.Π. 211/2012, Α.Π. 1532/2007, 1134/2007).

Κατά κανόνα, η κατοχή του αυτοκινήτου προϋποθέτει ορισμένη χρονική διάρκεια. Έτσι, ο κύριος του αυτοκινήτου που παραχωρεί την χρήση σε τρίτον χάριν φιλικής εξυπηρετήσεως για μικρό χρόνο ή για ένα ταξίδι, δεν χάνει την κατοχή, αν όμως η παραχώρηση είναι για μεγάλο διάστημα ή για αόριστο χρόνο, έναντι αναλήψεως από τον τρίτο των εξόδων συντήρησης και λειτουργίας του αυτοκινήτου, τότε κάτοχος καθίσταται ο τελευταίος.

Πάντως για την συγκρότηση της έννοιας του κατόχου δεν απαιτείται οδήγηση από τον ίδιο, ούτε και κτήση αδείας ικανότητος οδηγού, ιδίως όταν πρόκειται για τον κύριο του αυτοκινήτου (Α.Π. 681/2014, Α.Π. 1532/2007). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 "διά πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργία του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος, ή, ο κάτοχος ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου το οποίον παραχωρών εις το ζημιωθέν πρόσωπον δύναται, κατά την κρίσιν του δικαστηρίου, να απαλλαγεί πάσης άλλης αποζημιώσεως...".

Από την άνω διάταξη, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., συνάγεται ότι, επειδή η ευθύνη του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος θεμελιώνεται, ανεξάρτητα από το αν αυτός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι οδηγός ή κάτοχος, (αντικειμενική ευθύνη), ο νόμος για να μετριάσει την αυστηρότητα της αντικειμενικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν είναι κάτοχος ή οδηγός, περιορίζει ποσοτικά την ευθύνη του μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον αμέσως πριν το ατύχημα χρόνο.

Ο περιορισμός αυτός της ευθύνης που, κατά τα προεκτεθέντα, νοείται μόνον υπέρ του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου και μόνον στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον κάτοχο, αντιτάσσεται μόνο κατά την βάση της αγωγής από το ν. ΓΠΝ/1911 και όχι κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις 914, 922, 923 του Α.Κ.

ή άλλη ειδική διάταξη, γίνεται με την μορφή της ενστάσεως, που έχει ως βάση ότι ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν είναι συγχρόνως και κάτοχος ή οδηγός αυτού (ΑΠ 1024/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω μέρος της, τα εξής: "Την ίδια στιγμή, ο γεννηθείς στις 4-5-1991, πρώτος των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών Δ.

Χ. του Κ., οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... I.X. επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου POLO, κυλινδρισμού 1.390 κυβικών εκατοστών, το οποίο ανήκει στην κυριότητα του δευτέρου των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών Κ. Χ. του Δ., ο οποίος είχε προστήσει τον προαναφερθέντα πρώτον των εναγομένων στην οδήγηση του ως άνω αυτοκινήτου του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών εις βάρος τρίτων προσώπων στην τρίτη των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "..." και εκινείτο ομορρόπως με τον προαναφερθέντα οδηγό Α.

Τ....". Στην συνέχεια και καθ’ όσον αφορά στην αξία του οχήματος δέχθηκε ότι: "Αποδείχθηκε ακόμη ότι το προαναφερθέν υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... I.X. επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου POLO, κυλινδρισμού 1.390 κυβικών εκατοστών, το οποίο ανήκει στην κυριότητα του δευτέρου των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών Κ.

Χ. του Δ., ήταν νέας αντιρρυπαντικής τεχνολογίας και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις 22-1-2007, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του και κατά τον χρόνον του παραπάνω ατυχήματος ήταν σε καλή κατάσταση και η αξία του ανερχόταν στο χρηματικό ποσόν των 5.500,00 ευρώ". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από τον ως άνω δεύτερο εναγόμενο ένσταση περιορισμού της ευθύνης του μέχρις της αξίας του προαναφερομένου αυτοκινήτου του, δεχόμενο ότι η ευθύνη του έναντι των εναγόντων εξικνείται μέχρι του ποσού των 5.500 ευρώ.

Αν και δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Κ. Χ., κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, ετύγχανε όχι μόνον κύριος, αλλά και κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ότι ως τοιούτος είχε προστήσει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην οδήγηση του εν λόγω αυτοκινήτου, περίπτωση, κατά την οποία, κατά τα εκτιθέμενα, δεν δικαιολογείται ο περιορισμός της ευθύνης του, κατά την διάταξη του άρθρου 4 του ν.

ΓΠΝ/1911, δέχθηκε την προβληθείσα εκ μέρους του ως άνω ένσταση ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Κρίνοντας έτσι εσφαλμένως εφήρμοσε την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 του ν. ΓΠΝ/1911 και, επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον αφορά τους διαδίκους της προκείμενης αναιρετικής δίκης, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση της προβαλλομένης με τον τέταρτο λόγο αυτής αιτιάσεως (που αφορά στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης) και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1579/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της, καθόσον αφορά τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ