1865/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1865/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενη συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1865 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1865/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Γ. Λ., το γένος Ν. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Ι. Λ., κατοίκου ..., οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 3-9-2004 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου λόγω αρμοδιότητας, 11/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, 111/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνης των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενη συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς, παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολομ.ΑΠ 9/2000).
Η ενσωμάτωση, επίσης, στις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων στις οποίες και μόνο γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς του συγκεκριμένου μέρους των εν λόγω προτάσεων και, συνακόλουθα, νόμιμο τρόπο επίκλησης των εγγράφων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από τον αριθμό 11 περιπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της απόρριψης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων αποδείξεων, και με αριθμό .../10-2-2005 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Η.
Λ., ενώπιον του Συμβολαιογράφου Βοϊων Θ. Τσαβδαρίδη και τη με αριθ. .../11-2-2005 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ε. Ν., ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Στεφανάκου, αντίστοιχα, τις οποίες προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, χωρίς όμως νόμιμη επίκλησή τους από αυτήν, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της απόρριψης της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις αμέσως πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν, όπως βεβαιώνεται στην εν λόγω απόφαση "σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις".
Από την παραδεκτή, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 3-3-2008 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν, ενόψει της συζήτησης της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας στη δικάσιμο, που ορίστηκε αρχικά (της 3-3-2008) από την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της έφεσης για τη δικάσιμο της 16-2-2009 μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση-χωρίς να προκύπτει η επίκληση από την αναιρεσίβλητη προτάσεων της εν λόγω συζήτησης ή έστω η προσκομιδή τέτοιων προτάσεων-προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε νόμιμα, όπως όφειλε, στο Εφετείο τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις.
Ειδικότερα, στις εν λόγω προτάσεις αναφέρεται, ότι: " Επειδή προσάγω και επικαλούμαι τα εξής έγγραφα: 1 ... 2 ... 3 ... 4 αντίγραφο των από 13-9-2006 προτάσεων μου και του από 10-10-2006 σχολιασμού μαρτυρικών καταθέσεών μου με όλα τα συμπροσαγόμενα και συνεπικαλούμενα με αυτές έγγραφα, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου (σελίδα 2 της έφεσης).
Επίσης, στη σελίδα 12 των ίδιων προτάσεων αναφέρεται, ότι: "2. Με το δεύτερο λόγο έφεσης η αντίδικος αιτιάται την εκκαλούμενη επειδή κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου έλαβε υπόψιν αριθμό πέραν των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, και συγκεκριμένα τέσσερις τις οποίες ισχυρίζεται ότι προσκόμισα εγώ. Κατά τη συζήτηση της αγωγής της αντιδίκου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου προσκόμισα τις υπ' αριθμ. .../10-2-2005, ...
και .../11-2-2005 τρεις (3) ένορκες βεβαιώσεις και ο προσεπικληθείς από εμένα Π. Α., ο οποίος, συνεπεία της από 3-9-2004 προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής μου κατέστη διάδικος, την υπ' αριθμ. .../13-9-2006 μία (1) ένορκη βεβαίωση. Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις ελήφθηκαν υπόψιν από την εκκαλουμένη κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 270 παρ. 2 εδ 3 ΚΠολΔ που επιτάσσει μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε πλευρά." Τέλος, στη σελίδα 15 των προτάσεων αυτών αναφέρεται, ότι: "Επειδή προσάγω και επικαλούμαι πάντα τα ανωτέρω αναφερόμενα σχετικά με τις πρωτόδικες προτάσεις μου," Η με τις παραπάνω προτάσεις της αναιρεσίβλητης επίκληση των επίμαχων ενόρκων βεβαιώσεων δεν είναι νόμιμη, αφού, παρεκτός του ότι οι εν λόγω προτάσεις δεν αφορούν τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σ' αυτές γίνεται αόριστη αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης χωρίς προσδιορισμό συγκεκριμένου μέρους των τελευταίων, όπου ενδεχομένως γίνεται σαφής και ορισμένη μνεία των ενόρκων αυτών, βεβαιώσεων, οι οποίες, άλλωστε, δεν μνημονεύονται ειδικά ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ούτε στις προπαρατιθέμενες προτάσεις, η ειδικότερη δε μνεία τους στις ίδιες, προς αντίκρουση και μόνο του δεύτερου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας, παρεκτός του ότι είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν διαλαμβάνεται ποιοί μάρτυρες μνημονεύονται σ' αυτές, ούτε αν λήφθηκαν μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσείουσας δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύνταξή της (άρθρ. 270 παρ. 2 εδαφ.
γ' ΚΠολΔ), δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους υπόψη από το Εφετείο και τη συνεκτίμησή τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Λαμβάνοντας, συνεπώς, υπόψη το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα των οποίων έγινε νόμιμη σ' αυτό επίκληση από την αναιρεσίβλητη, υπέπεσε κατά τη γνώμη που επικράτησε στο παρόν Δικαστήριο, στην από τον αριθμό 11 περίπτωση β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο μοναδικός, επομένως, λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου, ήτοι ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου, έχει την εξής γνώμη: Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν (άρθ. 559 αριθμ.11 εδ. Β' ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται εκτός των άλλων στοιχείων και το περιεχόμενο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1255/2007, ΑΠ 376/2004) και επί πλέον ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2025/2009), εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α' έως γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι προαναφερθείσες, από τον αριθ. 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο των επίμαχων ενόρκων βεβαιώσεων, ούτε ότι η παράλειψη της επίκλησής τους από την αναιρεσίβλητη, προβλήθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διότι αφενός μεν, με δεδομένη την προσκομιδή των εγγράφων, η προβολή της μη επίκλησής τους ήταν δυνατή, αφετέρου δε δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου από 3 Μαρτίου 3008 κατατεθεισών προτάσεων της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης, η τελευταία είχε επικαλεσθεί με αυτές, ειδικώς και εναρίθμως τις αναφερόμενες πιο πάνω δύο ένορκες βεβαιώσεις. Ειδικότερα, στη σελίδα δύο (2) αυτών αναφέρεται : "επειδή προσάγω και επικαλούμαι τα εξής έγγραφα 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) Αντίγραφο των από 13-9-2006 προτάσεων μου με όλα τα προσαγόμενα και συνεπικαλούμενα με αυτές έγγραφα, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου (σχ.Δ)", στη σελίδα δώδεκα (12) αυτών και μετά την ένδειξη "επί των λόγων έφεσης", αναφέρεται : "Με το δεύτερο λόγο έφεσης η αντίδικος αιτιάται την εκκαλουμένη επειδή κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου έλαβε υπόψιν αριθμό πέραν των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, και συγκεκριμένα τέσσερις τις οποίες προσκομίζω εγώ.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής της αντιδίκου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου προσκόμισα τις υπ' αριθμ. .../10-2-2005, ... και .../11-2-2005 τρεις (3) ένορκες βεβαιώσεις και ο προσεπικληθείς από εμένα Π. Α., ο οποίος, συνεπεία της από 3-9-2004 προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής μου κατέστη διάδικος, την υπ' αριθ . 13.199/13-9-2006 μία (1) ένορκη βεβαίωση.
Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν υπόψιν από την εκκαλουμένη κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ που επιτάσσει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε πλευρά", και τέλος, στη σελίδα δέκα πέντε (15) αυτών αναφέρεται "επειδή προσάγω και επικαλούμαι πάντα τα ανωτέρω αναφερόμενα σχετικά με τις πρωτόδικες προτάσεις μου".
Από τις ανωτέρω αναφορές καθίσταται σαφές, ότι έγινε ρητή και ειδική επίκληση των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων με τις ως άνω προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου. Επί πλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι για να υπάρχει επίκληση αποδεικτικού μέσου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ, δεν απαιτείται στις προτάσεις του προσκομίσαντος αυτό (αποδεικτικό μέσο) να αναγράφεται πανηγυρικά η λέξη "επικαλούμενη", αλλά αρκεί η μνεία των στοιχείων που προσδιορίζουν την ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου.
Επομένως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι και αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 111/2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ