Supreme Court dismisses appeal on commercial contract damages and jurisdictional grounds under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, rejecting claims regarding jurisdiction and the application of specific commercial law provisions. The court found that the lower court correctly applied Articles 90 et seq. of the Commercial Code and Articles 721 and 723 of the Civil Code to determine liability for expenses under a commercial order contract. Consequently, the appeal was rejected, and the parties' legal costs were fully offset against each other.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3(1) and 25(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 51(b) and (c) of the Civil Code; Articles 90 et seq. of the Commercial Code; Articles 721 and 723 of the Civil Code: Jurisdiction is determined by the defendant's domicile or place of business, and liability for expenses in commercial order contracts is governed by specific statutory provisions absent contrary agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1865 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1865/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΦΡΟΥΤΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΙΡΗΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΟΠ ΑΙΑΣ" που εδρεύει στο Αγγελοχώρι Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιμήνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 4-2-2000 και 9-10-2000 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25006/2001 μη οριστική, 14587/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1259/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-8-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ΚΠολΔ "Στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου". Εξ άλλου κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, "Τα μη φυσικά πρόσωπα που έχουν ικανότητα να είναι διάδικοι υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου έχουν την έδρα τους".
Κατά το άρθρο 51 εδ. β' και γ' ΑΚ "Κανένας δεν μπορεί να έχει περισσότερες από μια κατοικίες. Για τις υποθέσεις που αναφέρονται στην άσκηση του επαγγέλματος λογίζεται ως ειδική κατοικία του προσώπου ο τόπος όπου ασκεί το επάγγελμά του". Περαιτέρω, στα άρθρα 5 σημεία 3 και 5 της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 που έχει κυρωθεί με το ν. 1988/1988 και είναι αυξημένης τυπικής ισχύος κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει δε προσχωρήσει και η Αυστρία με την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή 'Ενωση, με την από 29.11.1996 Σύμβαση, ορίζεται ότι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου Κράτους, μπορούν να εναχθούν σε άλλο Κράτος "ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός" (σημείο 3).
Ο ορισμοί της Σύμβασης πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με αυτόνομα κοινοτικά κριτήρια, για να εξασφαλισθεί έτσι μια ομοιογενής εφαρμογή της σε όλα τα συμβαλλόμενα Κράτη (σχετ. ΔΕΚ υπόθ. 27.9.88, Καλφέλης/Schroder, ΣυλλΝ 1988.5565). Έτσι, ως "τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός" δεν νοείται αυτός, όπου ο ζημιωθείς ισχυρίζεται ότι υπέστη τη ζημία που αποτελεί τη συνέπεια της αρχικά επελθούσας ζημίας που υπέστη εντός άλλου συμβαλλόμενου Κράτους (ΔΕΚ απόφ. 19.9.95, Marinari/Lloyd's Bank ΕλλΔ 1997.2719), αλλά ο τόπος όπου το παραγωγικό της ευθύνης από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία ζημιογόνο γεγονός παρήγαγε απ' ευθείας τα ζημιογόνα αποτελέσματα εις βάρος του αμέσως ζημιωθέντος ( ΔΕΚ υπόθ.11.1.1990 υπόθεση Dumez France/Hessische Landesbank Syll.Nom. 1990 1.49) Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 375 ΠΚ προκύπτει, ότι τόπος τέλεσης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης είναι ο τόπος όπου εκδηλώθηκε η βούληση του δράστη να ενσωματώσει στην περιουσία του ξένο κινητό πράγμα, επομένως και χρήματα, που έχει στην κατοχή του.
Εξ άλλου τα άρθρα 211 επ. ΑΚ ρυθμίζουν τη σχέση αντιπροσωπείας που έχει τη μορφή εκείνης που επικράτησε να χαρακτηρίζεται άμεση, ενώ η έμμεση αντιπροσωπεία, της οποίας χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη, σύμφωνα προς ρητή νομοθετική διάταξη (90 ΕμπΝ), του παραγγελιοδόχου, αποτελεί αντιπροσώπευση συμφερόντων.
Στην έμμεση αντιπροσώπευση ο αντιπρόσωπος επιχειρεί τη δικαιοπραξία στο όνομά του, για λογαριασμό του εντολέα του, ούτως ώστε να απαιτείται στη συνέχεια άλλη δικαιοπραξία μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου για να μεταβιβασθούν στον τελευταίο τα δικαιώματα που απέκτησε και τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ο αντιπρόσωπος με την αρχική δικαιοπραξία.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 914 και 719 ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο εντολοδόχος σ' εκτέλεση της εντολής απέκτησε κινητό πράγμα, επομένως και χρήματα, σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, γίνεται κύριος αυτού και έχει απλώς ενοχική υποχρέωση να το μεταβιβάσει στον εντολέα, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 1034 ΑΚ.
Επομένως, αν ο εντολοδόχος αρνηθεί να αποδώσει το κινητό αυτό πράγμα στον εντολέα και το κατακρατήσει, αθετεί απλώς την από το παραπάνω άρθρο σχετική ενοχική υποχρέωσή του προσβάλλοντας το αντίστοιχο ενοχικό δικαίωμα του εντολέα και δεν διαπράττει υπεξαίρεση και συνακόλουθα αδικοπραξία, κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου 914 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή του, εναντίον της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος αγροτικός συνεταιρισμός, που εδρεύει στο Αγγελοχώρι Ημαθίας, εκθέτει ότι με σύμβαση που καταρτίσΘηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης, το μήνα Μάϊο 1999, συμφώνησαν, όπως αυτός αποστείλει στην εναγομένη, η οποία διατηρεί στη Βιέννη γραφείο διακίνησης φρούτων στις αγορές της Ευρώπης, ολόκληρη την παραγωγή φρούτων (ροδακίνων και νεκταρινίων) των μελών του, τα οποία η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στις ευρωπαϊκές αγορές, αντί προμηθείας της, και ότι μετά τη λήξη της περιόδου εμπορικής συνεργασίας η εναγομένη όφειλε να προβεί σε εκκαθάριση και να καταβάλει σ' αυτόν το τίμημα, μετ'αφαίρεση των προμηθειών της μέχρι 30.9.1999. 'Ότι σε εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης αυτός (ενάγων) απέστειλε στην εναγομένη τις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες φρούτων συνολικής αξίας 27.159.360 δραχμών, την οποία και εισέπραξε η εναγομένη, κατέβαλε όμως σ' αυτόν μόνο το ποσό των 3.990.524 δραχμών, παρά δε τις οχλήσεις του η ίδια παρακράτησε το υπόλοιπο του τιμήματος εκ δραχμών 23.168.839, επικαλούμενος δε και τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, και με προσωπική της κράτηση, να του καταβάλει το ποσό αυτό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την οριστική του απόφαση απέρριψε την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, με την οποία η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι είναι μόνιμος κάτοικος Βιέννης, όπου και ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα, και η ένδικη σύμβαση καταρτίστηκε εκεί, δέχθηκε δε εν μέρει την αγωγή.
Το Εφετείο, δικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, αφού εξαφάνισε την εκαλουμένη κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, α) απέρριψε την επαναφερθείσα από την εναγομένη με λόγο έφεσης ένταση για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, με την αιτιολογία ότι ιδρύεται συντρέχουσα δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, διότι ως τόπος εκπλήρωσης της παροχής της εναγομένης (καταβολή του τιμήματος) συμφωνήθηκε η άνω έδρα του ενάγοντος και β) δέχθηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς τη βάση αυτής για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (υπεξαίρεση του ποσού του τιμήματος από την εναγομένη) και ακολούθως, μετ' έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν τα εξής:
Ο ενάγων συνεταιρισμός , που εδρεύει στο Αγγελοχώρι Ημαθίας, σκοπό έχει τη συγκέντρωση των φρούτων παραγωγής των μελών του και την πώληση αυτών προς τρίτους για λογαριασμό των μελών του παραγωγών. Το μήνα Μάϊο 1999, ο Σ2 που ήταν συνεργάτης του Σ1, και διατηρούσε διαμεσολαβητικό γραφείο στη ..., γνώριζε δε την εναγομένη , η οποία διατηρεί κατάστημα φρούτων και λαχανικών στη λαχαναγορά της Βιέννης, ενεργώντας για λογαριασμό του ενάγοντος συνεταιρισμού επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την εναγομένη και της πρότεινε να μεσολαβήσει αυτή για τη διάθεση της παραγωγής φρούτων των μελών του συνεταιρισμού στις αγορές της Βιέννης και του Βουκουρεστίου, για λογαριασμό του ενάγοντος.
Μετά την πρόταση αυτή οι διάδικοι κατάρτισαν σύμβαση παραγγελίας και η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέτει τα αποστελλόμενα σ' αυτή στη Βιέννη από τον συνεταιρισμό φρούτα, τα οποία η ίδια θα διέθετε (πωλούσε) σε τρίτους, στην αλλοδαπή, έναντι προμηθείας 10% επί των τιμών που η εντολοδόχος θα επιτύνχανε, το υπόλοιπο δε του τιμήματος, μετά την παρακράτηση του αναλογούντος ποσοστού της προμηθείας της, η εντολοδόχος υποχρεούτο να καταβάλει στον εντολέα με αποστολή στην έδρα του.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη, σε εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης εμπορικής παραγγελίας, τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασή ποσότητες φρούτων, τα οποία η εντολοδόχος επώλησε και εισέπραξε το αναφερόμενο ποσό (συνολικά 17.226.536 δρχ.), επί του οποίου αναλογεί συμφωνηθείσα προμήθειά της εκ δραχμών 1.779.056 και υποχρεούτο να καταβάλει στον εντολέα ποσό 16.011.505, έναντι όμως του οποίου κατέβαλε στον ενάγοντα ποσό 3.990.524, το δε υπόλοιπο παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία της.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής από αδικοπραξία (υπεξαίρεση) και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 35.278 ευρώ, νομιμοτόκως και με προσωπική κράτηση της εναγομένης.'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 5 αρ.3 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αφού έκρινε ότι ιδρύεται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων, μολονότι δέχεται την αγωγή ως προς τη βάση της από αδικοπραξία( υπεξαίρεση), που κατά τις παραδοχές του, τελέσθηκε στην Αυστρία, όπου η κατοικία της εναγομένης και η επαγγελματική της δραστηριότητα, δεχόμενο επίσης σαφώς ότι η μεταξύ των μερών σύμβαση είναι σύμβαση παραγγελίας και η εναγομένη ενήργησε ως έμμεσος αντιπρόσωπος του ενάγοντος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, ήτοι καθόσον έγινε δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση καθό μέρος δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου (άρθρο 580 παρ.1 ΚΠολΔ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 721-723 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολέας, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, υποχρεούται να προκαταβάλει στον εντολοδόχο τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, μετά δε την εκτέλεση αυτής οφείλει να του αποδώσει οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής και να ανορθώσει κάθε ζημία που υπέστη ο εντολοδόχος, χωρίς πταίσμα του, κατά την εκτέλεση της εντολής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή της η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι σε εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτή από τον εναγόμενο εντολής, υποβλήθηκε σε δαπάνες (ναύλα και έξοδα τελωνίου) συνολικού ποσού 12.158.690 δραχμών, το οποίο, κατά την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση υποχρεούτο να της καταβάλει ο εναγόμενος εντολέας, καθώς και ότι κατέβαλε κατ'εντολή του στους Σ2 και Σ1 το συνολικό ποσό των 3.458.000 δρχ., ζήτησε, κατόπιν συμψηφισμού των εν λόγω ποσών με ένα μέρος της προμήθειάς της, να της επιδικασθεί το εκ δραχμών 3.605.185 υπόλοιπο μέρος της προμήθειας.
Το Εφετείο απέρριψε την αγωγή αυτή, δεχόμενο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα (εντολοδόχο) συμφωνία περί υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου (εντολέα) προς καταβολή των δαπανών αυτών, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι στην πληρωμή αυτών υποχρεούτο η ενάγουσα εντολοδόχος, ούτε επίσης αποδείχθηκε πως η ενάγουσα εντολοδόχος κατέβαλε το ως άνω ποσό στους Σ2 και Σ1 για λογαριασμό του εναγομένου εντολέα, και για τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης που προσέφεραν αυτοί προς κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης.
Επομένως ο 3ος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να απορρίψει την εν λόγω αγωγή για τα ως άνω κονδύλια, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 723 ΑΚ και εκείνη του άρθρου 16 παρ.3 και 4 του ν 599/79, είναι αβάσιμος, πληττομένης κατά τα λοιπά με τον λόγο αυτόν της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από το Εφετείο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή ασάφεια στη δικαιοπραξία, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει , ότι το Εφετείο, χωρίς να διαπιστώσει έστω και εμμέσως κενό ή αμφιβολία, δέχθηκε ότι με την ως άνω μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση ο εναγόμενος εντολέας δεν υποχρεούτο στην καταβολή των αιτουμένων από την ενάγουσα δαπανών (συμπληρωματικό ναύλο, έξοδα τελωνίου), αλλά στην πληρωμή αυτών υποχρεούτο η ίδια.
Επομένως, ο 4ος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, είναι αβάσιμος, πληττομένης κατά τα λοιπά της εκτίμησης των αποδείξεων από το Εφετείο, σχετικά με την κρίση του επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, της συμβατικής υποχρέωσης του εναγομένου ή της ενάγουσας για την καταβολή των δαπανών αυτών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 349 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα.
Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 270, 341, 395, 397, 398 και 401-409 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2915/2001 και εφαρμόζονται στη προκειμένη υπόθεση, προκύπτει ότι, επί υποθέσεως που εκδικάζεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που έχουν ληφθεί πριν από τη δίκη, κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων επί θεμάτων για τα οποία επετράπη η απόδειξη με μάρτυρες, εκτός εάν κατά την κυριαρχική, και γι' αυτό ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου οι βεβαιώσεις αυτές δόθηκαν επίτηδες για να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες στη δίκη για τα θέματα που πρέπει να αποδειχθούν.
Στην προκειμένη περίπτωση από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις υπ' αριθμ.3316/2002 και 35406/2004 εισηγητικές εκθέσεις καθώς και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, αναμφίβολα προκύπτει ότι, για τον σχηματισμό της κρίσης του πως οι άνω δαπάνες βάρυναν την αναιρεσείουσα και όχι τον αναιρεσίβλητο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την υπ' αριθμ. ...
ένορκη κατάθεση της ... ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλογιάννη, τη βεβαίωση του ... και τα τιμολόγια και δελτία αποστολής. Επομένως ο περί του αντιθέτου 5ος λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 είναι αβάσιμος. Η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και την περιεχόμενη στην υπ' αριθμ.... πράξη του Γραμματέως του Προξενικού Γραφείου της Ελλάδος στη Βιέννη ένορκη κατάθεση του ..., που δόθηκε για χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη, είναι απαράδεκτη, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη προκύπτει, πως το έγγραφο αυτό δεν το επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα.
Ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν εφάρμοσε αναλογικώς τις διατάξεις του άρθρου 16 ν.559/77 και ακολούθως απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για καταβολή δαπανών από τον παραγγελέα συνεταιρισμό, είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, επί συμβάσεως εμπορικής παραγγελίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. Εμπ.Ν. και συμπληρωματικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνες των άρθρων 721 και 723 του ιδίου Κώδικα, που, εκτός αντίθετης συμφωνίας των μερών, ρυθμίζουν τα της προκαταβολής δαπανών από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής και την ανόρθωση κάθε ζημίας που ο εντολοδόχος υπέστη χωρίς πταίσμα του κατά την εκτέλεση της εντολής. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον με αυτή πλήττεται η απόφαση του Εφετείου ως προς την απόρριψη της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας. Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν εξ ολοκλήρου (άρθρο 178 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.1259/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με αυτή έγινε δεκτή εν μέρει η υπ' αριθμ. κατ.4277/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας .
Απορρίπτει την άνω αγωγή.
Απορρίπτει την από 25.08.2008 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1259/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθόσον με αυτή πλήττεται η εν λόγω απόφαση ως προς την απόρριψη της υπ' αριθμ. κατ. 36.524/2001 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου. Και
Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ