Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence evaluation and document classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a traffic accident case. The appellants argued that the lower court failed to consider specific expert reports and witness depositions, and misclassified an affidavit as a private expert report rather than a sworn statement. The court ruled that the appellate court had properly evaluated all evidence, including the contested documents, and correctly applied the principle of free assessment of evidence under Greek civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 559(19), 559(12), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The appeal arguments alleging failure to consider evidence or misclassification of documents are inadmissible when the appellate court explicitly states it has examined and weighed all submitted materials in accordance with the free evaluation of evidence system.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1865 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1865/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ..... κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Σαλούστρο και .........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: ..... 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Α.Ζ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμεζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27 Μαϊου 2003, 15 Ιουλίου 2003 και 17 Ιουλίου 2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3281/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3752/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους και τους από 5 Σεπτεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 13 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης (κυρίου δικογράφου και προσθέτων). Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, δεν έλαβε υπόψη επικληθέντα και προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν την αιτίασή ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του την υπ' αριθ. 061002/6-10-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Διονυσίου Καλαντζή που διορίσθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 259/4/9/26-9-2002 πράξης (εντολής) του Τμήματος Τροχαίας Γλυφάδας. Όμως ο λόγος αυτός (δεύτερος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και δεύτερος των προσθέτων) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την έκθεση αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΙΙ.- "Ως έγγραφο", η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως νοείται αυτό που αναφέρεται ως αποδεικτικό μέσο στα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. Τέτοια έγγραφα δε αποτελούν υπό την ανωτέρω έννοια εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο όπως οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή προσώπων με ειδικές γνώσεις (ΑΠ 96/2003).
Συνεπώς ο εκ της ανωτέρω διατάξεως απορρέων τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 061002/6-10-2002 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το Τμήμα Τροχαίας Γλυφάδας πραγματογνώμονα Διονυσίου Καλαντζή με το να δεχθεί περιστατικά διαφορετικά από τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας εξάλλου δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Επίσης δεν είναι "πράγματα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης διατείνονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "πράγματα" και ως τέτοια εννοούν την υπ' αριθ. 061002/6-10-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος αυτεπαγγέλτως πραγματογνώμονος Διονυσίου Καλαντζή " από την οποία προκύπτει η υπαιτιότητα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για το ένδικο συμβάν". Όπως όμως αναφέρθηκε δεν είναι "πράγματα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων, όπως η εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
IV.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός. 19 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου τα αποδεικτικά μέσα είναι κατ' αρχήν ισοδύναμα, απόκειται δε στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθ. 061002/6-10-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Διονυσίου Καλαντζή, ο οποίος διορίστηκε ως τέτοιος από το τμήμα Τροχαίας Γλυφάδας, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Στις 26 Σεπτεμβρίου 2002 και περί ώρα 00.10 ο ....., πατέρας των δύο πρώτων εναγόντων και γιος της τρίτης ενάγουσας της δεύτερης ως άνω (6393/2003) αγωγής, οδηγώντας το με αριθ.
κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων εκ της λειτουργίας του αστική του ευθύνη στην εναγομένη των δύο άλλων αγωγών ( πρώτης και τρίτης) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ", εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προς Σούνιο ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθηνάς, στην περιοχή του Δήμου Βουλιαγμένης Αττικής.
Η λεωφόρος Αθηνάς είναι διπλής κατευθύνσεως και αποτελεί προέκταση του προς την Βουλιαγμένη ρεύματος κυκλοφορίας της παραλιακής λεωφόρου, η οποία ενώνει την Βούλα με την Βουλιαγμένη στο ύψος του Καβουρίου, τα δε δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής (Λ.Αθηνάς) διαχωρίζονται με δενδροφυτευμένη νησίδα. Στο σημείο που η Λ.
Αθηνάς και συγκεκριμένα, το προς Σούνιο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, διασταυρώνεται με την προς τα δεξιά της κειμένη οδό Καβουρίου, αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας συνολικού πλάτους 10,80 μ., και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 70 χιλιόμετρα την ώρα, καθοριζόμενο με πινακίδα Ρ-32. Την ίδια χρονική στιγμή επί της ίδιας λεωφόρου και στην αριστερή λωρίδα (τρίτη από δεξιά) κυκλοφορίας, εκινείτο με κανονική ταχύτητα, η οποία δεν ήταν ανώτερη του ως άνω επιτρεπομένου ορίου των 70 χιλιομ.
την ώρα, το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο του ..... (ενάγοντος στην πρώτη ως άνω αγωγή- δεύτερου εναγομένου στη δεύτερη ως άνω αγωγή), το οποίο οδηγούσε ο υπ' αυτού προστηθείς γιος του ..... (πρώτος εναγόμενος στη δεύτερη ως άνω αγωγή) και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΑΕ" (τρίτη εναγομένη στη δεύτερη αγωγή).
Στο αυτοκίνητο αυτό συνεπέβαινε, στην πίσω αριστερή θέση, ο ....., ενάγων της τρίτης ως άνω αγωγής, καθώς και οι ..... στη θέση του συνοδηγού και ..... στην πίσω δεξιά θέση. Στην προαναφερθείσα διασταύρωση (Λ. Αθήνας και οδού Καβουρίου), υπάρχει διάβαση πεζών, επί της Λ. Αθηνάς, αποτελούμενη από ραβδώσεις μεγάλου πλάτους, παράλληλες προς τον άξονα του οδοστρώματος.
Σε πολύ δε μικρή απόσταση από τη διάβαση των πεζών, προς την κατεύθυνση της Βουλιαγμένης, υπάρχει ξύλινο στέγαστρο της στάσης των λεωφορείων. Όταν το ανωτέρω αυτοκίνητο του ..... (..... ΙΧΕ) έφθασε στο ύψος του ως άνω στεγάστρου, σε ελάχιστη απόσταση από τη διάβαση των πεζών, όλως αιφνιδίως και χωρίς οιονδήποτε έλεγχο της Λ.
Αθηνάς, έστριψε προς τα αριστερά, προκειμένου να πραγματοποιήσει αναστροφή μέσα στο ρεύμα πορείας του, αντίθετα με την κατεύθυνση των οχημάτων και να επιστρέψει στην Αθήνα δια μέσου του διακένου της νησίδας ασφαλείας. Με αυτόν τον τρόπο διέσχισε κάθετα τον άξονα του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του, με μικρή ταχύτητα, και παρενεβλήθη στην πορεία του αυτοκινήτου του .....
ο οποίος εκινείτο κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του, ενώ ο έμπροσθεν αυτού φωτεινός σηματοδότης είχε ένδειξη πράσινου χρώματος. Αποτέλεσμα της ανωτέρω ενέργειας του ..... ήταν να επιπέσει το αυτοκίνητο του ..... παρά την τροχοπέδηση στην οποία αυτός προέβη, στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του ....., το οποίο στη συνέχεια εκτράπηκε της πορείας του, ανήλθε στη δεντροφυτευμένη νησίδα ασφαλείας και, τελικώς, αφού προσέκρουσε σε δέντρο, ακινητοποιήθηκε.
Το ατύχημα αυτό είχε ως συνέπεια το μεν να τραυματισθούν, ο ..... και ο ..... ( ενάγων της τρίτης αγωγής), εκ των οποίων ο πρώτος (.....ς) θανάσιμα, το δε να υποστούν υλικές ζημίες τα δύο, ως άνω συγκρουσθέντα αυτοκίνητα. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, υπαίτιος, αποκλειστικά, του ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του είναι ο ....., ο οποίος το μεν δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, το δε προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, δεν πλησίασε προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, βεβαιούμενος ότι δεν θα παρακώλυε τους λοιπούς χρήστες της οδού, οι οποίοι εκινούντο πίσω και πλάϊ του, αλλά, αντίθετα, εκινήθη από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία έβαινε, προς την αριστερή καταλαμβάνοντας έτσι το οδόστρωμα που προοριζόταν για την αντίθετη με την κατεύθυνση ( που ήδη είχε πάρει) κυκλοφορία (παραβ.
αρθρ. 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 21 παρ. 1 σε συνδ. με 23 παρ. 2 ΚΟΚ). Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του ..... δεν προέκυψαν, αφού αυτός εκινείτο, όπως προαναφέρθηκε, στη λωρίδα κυκλοφορίας του (αριστερή) με κανονική ταχύτητα, έχοντας ενώπιον του σηματοδότη με ένδειξη πράσινου φωτός. Επί πλέον δε, δεν μπορούσε να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, αφού αιφνιδιάστηκε από την απρόσμενη και αιφνίδια ενέργεια του .....
και προς τα αριστερά του υπήρχε η δενδροφυτευμένη νησίδα. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης που έβαλλαν κατά της πρωτόδικης απόφασης ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο ανωτέρω ..... και απέρριψε την υπ' αριθ. 6393/03/2003 αγωγή των αναιρεσειόντων.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, γι'αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και οι όμοιοι πρώτος και τρίτος λόγοι των προσθέτων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
V.- Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κρίνοντας κατά το ισχύον στο Κ.Πολ.Δ σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ'αυτήν και την υπ' αριθ. 2248/2005 ένορκη βεβαίωση του ..... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία είχε ληφθεί κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και είχε τον δικονομικό χαρακτήρα ένορκης βεβαίωσης και όχι ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης.
Επομένως ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρέβη τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι την εκτίμησε ως ένορκη βεβαίωση, ενώ έπρεπε να την εκτιμήσει ως ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VI.- Ο από το άρθρο 550 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, μεταξύ άλλων, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη επικληθέντα και προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων ( κατάθεση 3-9-2006) διατείνονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 19-2-2003 κατάθεση της ....., συνεπιβάτιδος του αυτοκινήτου του αποβιώσαντος .....
κατά τη στιγμή του ατυχήματος, την οποία αυτοί "είχαν προσκομίσει ως σχετικό Νο 6 με τις προτάσεις των". Όπως όμως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ανωτέρω οδηγού στο ατύχημα από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει μεταξύ των οποίων "και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και αντίγραφα των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας".
Αφού λοιπόν το Δικαστήριο της ουσίας διαβεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, η δε ανωτέρω κατάθεση περιλαμβάνονταν μεταξύ αυτών που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, δεν γεννάται αμφιβολία ότι ελήφθη και αυτό υπόψη και συνεκτιμήθηκε από κοινού με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο "παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού" (καταθέσεως) το οποίο δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2005, αίτηση των ....., για αναίρεση της 3752/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ