Supreme Court dismisses OTE's appeal against labor court judgment regarding employee termination and unpaid wages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed OTE's appeal against a final labor court judgment regarding the termination and unpaid wages of an employee. The appellant argued that the court erred in requiring proof of specific damages and failed to consider the employee's prior conduct. The court rejected these claims as they were not raised for the first time in the appeal and lacked the necessary causal link to the alleged damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 562 para. 2, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal must raise new issues or arguments not previously presented, and claims for damages require a direct causal link between the defendant's conduct and the alleged harm.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1864 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1864/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η .../2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η .../2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από ....2022 και με αριθμό κατάθεσης ....2022, αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ....2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, με την, από ....2013 και με αριθμό κατάθεσης .../2013, αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος" (ΟΤΕ), ο ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίστηκε ότι συνδέετο με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε σ' αυτή μέχρι τις 31.10.2005, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης και ότι η εναγομένη, παρόλο που το καταβαλλόμενο σ' αυτόν, λόγω του ελεγκτικού έργου που εκτελούσε σ' αυτή, "ελεγκτικό επίδομα" αποτελούσε "τακτικές αποδοχές", εν τούτοις, κατά την απόλυση του, παρά το ότι υποχρεούτο, από το Καταστατικό του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της (ΤΑΠ ΟΤΕ), να γνωστοποιήσει σ' αυτό τις τακτικές αποδοχές του, παρέλειψε στις γνωστοποιηθείσες σ' αυτό καταβαλλόμενες μηνιαίες τακτικές αποδοχές του να συμπεριλάβει και το ανωτέρω επίδομα εσωτερικού ελέγχου με αποτέλεσμα εκ της παράνομης και υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς (παραλείψεως) να υποστεί ζημία συνιστάμενη στις αιτούμενες διαφορές εφάπαξ χορηγίας και επικουρικής σύνταξης από 01.01.2008 έως 31.12.2014.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η .../2019 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατόπιν ασκήσεως της. από 03.01.2020 (αριθμός κατάθεσης .../2020) έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης ΟΤΕ ΑΕ, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη (.../2022) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία, δέχτηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν, αφού, πέραν των άλλων, δέχτηκε, ότι με την .../2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά της .../2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής του ενάγοντος της ένδικης αγωγής και ήδη αναιρεσιβλήτου με την οποία ζητούσε, αφού αναγνωρισθεί ότι το επίδικο ελεγκτικό επίδομα αποτελεί τακτικές αποδοχές, την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών, που προέκυπταν λόγω μη συνυπολογισμού του επιδόματος αυτού στις αποδοχές επιδόματος εορτών και αδείας, αποδοχών αδείας από 01.01.2004 έως 31.10.2005 και στην πρόσθετη αποζημίωση λόγω απόλυσης, και η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το ελεγκτικό επίδομα συγκαταλέγεται στις τακτικές αποδοχές που λάμβανε ο ενάγων κατά το χρόνο απόλυσης του (30.10.2005) και αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την, προταθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με λόγο έφεσής της, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος (281 ΑΚ).
Ειδικότερα το Εφετείο ως προς το κρίσιμο για την αναιρετική δίκη ζήτημα της ενστάσεως της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, δέχθηκε ότι "με τον τρίτο λόγο της έφεσης η εναγομένη επαναφέρει την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος (281 ΑΚ), την οποία είχε προτείνει και πρωτοδίκως, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με τη συμπεριφορά του της δημιούργησε την πεποίθηση ότι παραιτείται του δικαιώματός του περί διεκδίκησης των σχετικών αξιώσεων του, πολύ δε περισσότερο αφού εναντίον της είχε εγείρει την από 21-12-2009 ανωτέρω αγωγή του, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση διαφορών επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής άδειας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-10-2005 καθώς και των διαφορών μεταξύ καταβλητέας πρόσθετης αποζημίωσης λόγω απόλυσης με συνυπολογισμό στις ως άνω επίμαχες αποδοχές και του ελεγκτικού επιδόματος.
Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ποία συγκεκριμένη ζημία θα υποστεί η εναγομένη αν καταβάλει τα οφειλόμενα, καθώς και ότι μια τέτοια ζημία σχετίζεται αιτιωδώς με τις όποιες επαχθείς οικονομικές συνέπειες της επιχείρησης της.".
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου (ή του δικαιοπαρόχου του) για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 843/2022, 626/2020, 1928/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 978/2020, 492/2020). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 217/2022, 978/2020, 492/2020, 96/2020).
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020, 96/2020). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα ΟΤΕ ΑΕ με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ με την απόρριψη της σχετικής ένστασής της ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την ειδικότερη αιτίαση ότι αυτή ήταν κατ' ουσίαν βάσιμη, καθώς ο ενάγων δεν συμπεριέλαβε στην από 21.12.2009 πρώτη αγωγή του, με την οποία ζητούσε, λόγω μη συνυπολογισμού στις τακτικές του αποδοχές του ελεγκτικού επιδόματος, την επιδίκαση των προκυπτουσών διαφορών επιδομάτων εορτών και αδείας, και αποδοχών αδείας για το χρονικό διάστημα από 07.01.2004 έως 31.10.2005 και πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης, και η οποία (αγωγή) ασκήθηκε μετά από τέσσερα χρόνια από την απόλυσή του και την ήδη επικαλούμενη ζημιογόνο πράξη της που έλαβε χώρα στις 31.10.2005, με την μη συμπερίληψη του ελεγκτικού επιδόματος ως μέρους των τακτικών αποδοχών του στο σχετικό έγγραφο προς το ΤΑΠ-ΟΤΕ, και τις επίδικες αξιώσεις περί επιδίκασης μειωμένης εφάπαξ παροχής και μειωμένης επικουρικής σύνταξης (λόγω μη συνυπολογισμού στις τακτικές του αποδοχές του ελεγκτικού επιδόματος), που στηρίζονται στην ίδια ακριβώς αιτιολογική βάση της μη συμπερίληψης του ελεγκτικού επιδόματος στις τακτικές αποδοχές του, αλλά καθυστέρησε ακόμη τέσσερα έτη για την άσκηση των επιδίκων αυτών αξιώσεων με την ένδικη αγωγή (που της επιδόθηκε στις 02.08.2013) δηλαδή, άσκησε αυτές μετά οκτώ (8) συνολικά έτη από τότε που θα μπορούσε να τις αξιώσει δικαστικά, επιδεικνύοντας έτσι ιδιαίτερα μακρά και καταφανώς αδικαιολόγητη αδράνεια να ασκήσει την ένδικη αγωγή του, και της δημιούργησε (σε συνδυασμό και με τις άνω πρόσθετες ενέργειες να μη συμπεριλάβει τις ένδικες αξιώσεις του στην προηγηθείσα άνω πρώτη αγωγή του), την πεποίθηση ότι παραιτείται και δεν πρόκειται να ασκήσει το επίδικο δικαίωμά του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο εν λόγω ισχυρισμός αναφορικά με την επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ με την επίκληση προς θεμελίωση αυτής των ανωτέρω αυτοτελών πραγματικών περιστατικών (αδικαιολόγητης καθυστέρησης άσκησης της ένδικης αγωγής εν σχέσει με τη μη συμπερίληψη των επιδίκων αξιώσεων στην πρώτη αγωγή και τις εντεύθεν συνέπειες), επί των οποίων στηρίζεται αυτός, προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στο δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση και δη αν είχε προταθεί εκ μέρους της αναιρεσείουσας ΟΤΕ ΑΕ παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, απορρριφθείς, επαναφέρθηκε παραδεκτώς από αυτή, ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, καθότι εκκαλούσα, ενώ δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό (όπως αυτός στηρίζεται στα ανωτέρω αυτοτελή πραγματικά περιστατικά), που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ουδόλως είχε προβληθεί. Επιπροσθέτως των ανωτέρω η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, ότι ως προς το ζήτημα της ζημίας που θα υποστεί η ίδια εκ της συμπεριφοράς της ενάγουσας, έσφαλε το Εφετείο με το να απαιτήσει την απόδειξη "συγκεκριμένης ζημίας" που θα υποστεί αν καταβάλει τα οφειλόμενα, αν και αρκούσε προς τούτο η απόδειξη "δυσμενών επιπτώσεων στα συμφέροντά της".
Η αιτίαση όμως αυτή προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει του ότι, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος, που προηγήθηκε της ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος και η οποία να δημιούργησε στην υπόχρεο εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμά του (ούτε εξάλλου τελεσφόρησε η προηγούμενη σχετική αιτίαση του λόγου αυτού αναίρεσης), δεν ασκεί πλέον επιρροή η, επακολουθείσασα της (καταχρηστικής) συμπεριφοράς αυτής του δικαιούχου ενάγοντος (και της εξ αυτής δημιουργηθείσας κατάστασης ) και τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα αυτή συμπεριφορά του, συνέπεια των δυσμενών επιπτώσεων στα συμφέροντά της οφειλέτιδας εναγομένης.
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα εταιρεία, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Σημειωτέον ότι η, επικουρικώς για την περίπτωση που γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, υποβληθείσα με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, από 15.05.2023, προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι άνευ αντικειμένου, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση της παραδοχής της οποίας ασκήθηκε, απορρίφθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από ....2022 και με αριθμό κατάθεσης .../2022, αίτηση για αναίρεση της .../2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ