Supreme Court dismisses appeal on labor dispute appeal grounds regarding burden of proof definitions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the Court of Appeal erred in accepting the termination of the employment contract without sufficient proof of the General Director's authority to sign it. The court ruled that the lower court correctly assessed the evidence based on the minutes of the administrative council meeting and rejected the appeal as baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(13) and 338 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal under Article 559(13) regarding the erroneous application of legal definitions on the burden of proof is inadmissible if no separate decision on the burden of proof was issued in labor proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1864 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1864/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Παππά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.) τελεί σε εκκαθάριση εν λειτουργία και όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Βακουφάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 6383/24-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 5453/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 225/2020 εν μέρει οριστική και 957/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15.7.2021 αίτηση αναίρεσης με αριθμό εκθ. καταθ. 1991/190/2021 προσβάλλονται οι με αριθμ. 225/2020 και 957/2021 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, Α) με την πρώτη από τις ως άνω αποφάσεις, έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 2.5.2018 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 9892/1810/2.5.2018) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 5453/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 6383/24.4.2017 αγωγή του αναιρεσείοντος, και μετά από εξαφάνιση αυτής στο σύνολό της το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και ανέβαλε κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ κατά το επικουρικό αίτημα αυτής και Β) με την δεύτερη απόφαση το Εφετείο απέρριψε την ως άνω αγωγή και κατά το επικουρικό αίτημα αυτής.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Για τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (εφεξής, Ο.Α.Σ.Θ.
ή Οργανισμός) έχει καταρτισθεί ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Ο.Α.Σ.Θ. (εφεξής, ΓΚΠ ή Κανονισμός), ο οποίος εγκρίθηκε και εκδόθηκε δυνάμει της με αριθ. Α-44038/4189/4.9.2009 απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 1930/8/8.9.2009) σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 12 του ΝΔ 3721/1957 και άρχισε να ισχύει από την 1.10.2009 (άρθρο 49 της ανωτέρω ΥΑ).
Ο εν λόγω ΓΚΠ ρυθμίζει λεπτομερώς και με ισχύ νόμου διάφορα εργασιακά θέματα, όπως ενδεικτικά τον τρόπο πρόσληψης, σταδιοδρομίας, υπηρεσιακής κατάστασης, αδειών, απόλυσης, πειθαρχικών ευθυνών και των προσηκουσών κυρώσεων και γενικά των υποχρεώσεων του προσωπικού και του Ο.Α.Σ.Θ. (άρθρο 6 παρ. 12 του ΝΔ 3721/1957, συστατικού του Ο.Α.Σ.Θ.
νόμου). Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 16 του ΝΔ 3721/1957, ορίζεται ότι "Από της εγκρίσεως των κατά το άρθρο 6 παρ. 12 του παρόντος ν.δ. Κανονισμών, το πάσης φύσεως προσωπικόν το συνδεόμενον δια σχέσεως εργασίας ή εμμίσθου εντολής μετά του Ο.Α.Σ.Θ. μονιμοποιείται. Λύσις των ως άνω σχέσεων συντελείται μόνον κατά τας διατάξεις των ως άνω Κανονισμών".
Έτσι, κατά το άρθρο 34 του ΓΚΠ, η εργασιακή σχέση του προσωπικού με τον O.Α.Σ.Θ. λύεται στις εξής περιπτώσεις: α) με την οικειοθελή παραίτηση, β) με την θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, γ) με την λήξη σύμβασης δόκιμου προσωπικού και δ) λόγω συμπληρώσεως δεκαπενταετούς υπηρεσίας.
Περαιτέρω, στο άρθρο 26 του ΓΚΠ δίδεται ο ορισμός του πειθαρχικού παραπτώματος, με τα άρθρα 27 και 28 προβλέπονται τα πειθαρχικά παραπτώματα και οι ποινές και με το άρθρο 29 η πειθαρχική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα, καθώς και τα πειθαρχικά συμβούλια και η πειθαρχική διαδικασία. ..... Άρθρο 28. "Πειθαρχικά Παραπτώματα και Ποινές.
Η καταγραφή των πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι ενδεικτική: Α. Η ποινή της γραπτής επίπληξης επιβάλλεται..., Β., Γ., Δ., Ε., ΣΤ., Ζ. Η ποινή της οριστικής απόλυσης επιβάλλεται: 1. Για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο έχει επιβληθεί ποινή της περίπτωσης ΣΤ, εφόσον δεν πέρασε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών από την επιβολή της ποινής ανεξάρτητα από την έκτισή της. 2.
Για αδικαιολόγητη απουσία πέραν των δέκα (10) συνεχών εργασίμων ημερών ή των είκοσι (20) μη επαλλήλων εντός του αυτού έτους. 3. Για χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, μετά από τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση. 4. Για υπεξαίρεση εισπράξεων, αποσκευών, αντικειμένων που ανήκουν σε τρίτους ή στην εταιρεία, καυσίμων, ανταλλακτικών, εργαλείων κλπ., εφόσον εκδοθεί τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση φυλάκισης. 5.
Για αποδεδειγμένη είσπραξη του προβλεπόμενου προστίμου από παραβάτη επιβάτη, χωρίς την έκδοση της προβλεπόμενης βεβαίωσης, με συνέπεια την οικειοποίηση του εισπραττόμενου προστίμου. 6. Για αυθαίρετη αφαίρεση λεωφορείου ή άλλου οχήματος του Ο.Α.Σ.Θ. και οδήγηση εκτός του χώρου στάθμευσης ή χρησιμοποίηση αυτού για σκοπό ξένο προς τον προορισμό του. 7.
Μετά από τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση, σε οποιαδήποτε ποινή, για κακούργημα. Για τις απολύσεις που γίνονται, κατ' εφαρμογή του παρόντος κεφ. Ζ, δεν καταβάλλεται αποζημίωση, λόγω της σχέσεως εργασίας". Βάσει των ανωτέρω, μεταξύ των πειθαρχικών ποινών περιλαμβάνεται και η απόλυση (άρθρο 27 παρ. 1ζ' ΓΚΠ), επιβαλλόμενη ως ποινή για τα παραπτώματα που προβλέπονται από το άρθρο 28 περ.
Ζ' του ΓΚΠ, η οποία επιβάλλεται από το προβλεπόμενο στο άρθρο 29 του ίδιου ΓΚΠ Πενταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο. Από το συνδυασμό δε των προαναφερομένων διατάξεων του ΓΚΠ του Ο.Α.Σ.Θ. προκύπτει ότι με τον Κανονισμό γίνεται εξαντλητική ρύθμιση σχετικά με τη λύση της εργασιακής σύμβασης των μόνιμων υπαλλήλων του Οργανισμού, η οποία (σύμβαση), αφού τάσσεται, κατά τ' ανωτέρω, όριο ηλικίας, είναι ορισμένου χρόνου (Ολ ΑΠ 43/2002).
Με τον εν λόγω Κανονισμό προβλέπεται μάλιστα περιοριστικά η δυνατότητα λύσης της σύμβασης με πρωτοβουλία του Ο.Α.Σ.Θ. μόνο για τις περιπτώσεις απαγγελίας πειθαρχικής ποινής οριστικής απόλυσης. Με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α' 28/14.02.2012), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Μemorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια:
α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ως άνω ΦΕΚ (28/14.02.2012), στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση.
Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι "Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής.
Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.". Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε' υπό τον τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις" του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα "υφιστάμενες" σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου "existing") συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες.
Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο "Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι" προβλέπει τα εξής: "Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας".
Πρόθεση του νομοθέτη του παραπάνω νόμου ήταν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις των μνημονίων, που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερθείσες για την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας στις εργασιακές σχέσεις) να ισχύσουν άμεσα ως πρωτογενείς κανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης.
Τούτο προκύπτει απερίφραστα και ανεπιφύλακτα και από την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του νόμου αυτού συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου, αποτελούν μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων και κατά συνέπεια επιβάλλεται η άμεση ενσωμάτωση των προβλέψεών τους ως κανόνων δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη.
Κάθε ειδικότερο θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής προβλέπεται να ρυθμίζεται με τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Κατά συνέπεια ο νομοθέτης δεν ήθελε να καταλείψει καμία αμφιβολία ότι οι διατάξεις του μνημονίου αποτελούν ήδη δεσμευτικούς κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξης και μάλιστα πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων του προγράμματος, προκειμένου να λάβει η Ελληνική Δημοκρατία, εγκαίρως, τη διεθνή χρηματοδότηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προς αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλούσε η οξύτατη δημοσιονομική κρίση και το υπέρογκο δημόσιο χρέος της χώρας.
Με τον τρόπο αυτό ο Έλληνας νομοθέτης επέλυσε αυθεντικά το ζήτημα της κανονιστικής ισχύος των συγκεκριμένων διατάξεων του μνημονίου, κατά τρόπο αυτόνομο και ανεξάρτητο από τη νομική φύση των μνημονίων και το είδος των συγκεκριμένων διατάξεων, εξ απόψεως Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις των μνημονίων στηρίζουν την κανονιστική τους ισχύ απευθείας στο άρθρο 1 παρ. 6 εδ.
α' ν. 4046/2012 και όχι στο χαρακτήρα των μνημονίων ως διεθνών συνθηκών ή κειμένων με κανονιστικό ή μη κανονιστικό χαρακτήρα. Είναι, συνεπώς, αδιάφορο, αν οι συγκεκριμένες διατάξεις του μνημονίου θα αποτελούσαν καθ' εαυτές διατάξεις "αυτοδύναμης εφαρμογής" ή, κατ' άλλη διατύπωση, διατάξεις "αυτοεκτελέσιμες", "αυτοεκτελεστές" ή "αυτόθροες", σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου των διεθνών συνθηκών (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΣτΕ 2307/2014).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη, ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο α') ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Με τη διάταξη του εδ. β' του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος προβλέπεται ότι φορείς της εξουσιοδότησης για την έκδοση πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται περί ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.
Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση, που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης και ρυθμίζεται ήδη, σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο από την εξουσιοδοτική διάταξη του τυπικού νόμου (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΣτΕ 1892/2010).
Αυτονόητο και αυτόδηλο περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν τα ίδια τα όρια της εξουσιοδότησης. Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος, όχι απλώς τον καθ' ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον να καθορίζει τα όριά της σε σχέση με αυτό, προκειμένου η διοίκηση να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΣτΕ 1210/2010, 1892/2010, 3220/2010).
Αν η εξουσιοδοτική διάταξη είναι ορισμένη, η ευρύτητα αυτής, δηλαδή ο μικρός ή μεγάλος αριθμός περιπτώσεων, τις οποίες καλείται να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει αυτής η διοίκηση, δεν επηρεάζει το κύρος της (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΣτΕ 1210/2010, 1892/2010). Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012, (εφεξής Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012, για τη "ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012".
Στην τελευταία αναφέρεται, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο "Έχοντας υπόψη: 1. Την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α' 28), 2. Τις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφος 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίθηκαν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 και προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στον ν. 4046/2012, 3.
Το γεγονός, ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, 4. Την ανάγκη να ρυθμιστούν αναγκαία ζητήματα για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων, 5. Την ανάγκη εφαρμογής συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, όπως αυτές δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου συμφέροντος συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων για την προστασία της, 6.
Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα (π.δ. 63/2005, Α' 98), 7. Το γεγονός ότι, από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 8. Την από 28.2.2012 εισήγηση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζει:...άρθρο 5 1.
Από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2.
Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται.
Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)".
Με το άρθρο 6 της ως άνω Π.Υ.Σ. ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28.2.2012) εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό, ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ. καταργήθηκαν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία.
Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της εν λόγω υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ.
είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου.
Καταργούνται δηλαδή οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., που αναφέρεται στην κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, μη περιοριζόμενη στη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου των συμβάσεων με χρόνο λήξης σε συγκεκριμένο όριο ηλικίας του μισθωτού ή στη συνταξιοδότηση αυτού, δεν έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση της σχετικής ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθόσον η κατάργηση των κανονιστικών όρων εργασίας, που ορίζουν ως προς την απόλυση συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαφορετικές προϋποθέσεις, σε σχέση με αυτές που προβλέπουν ο Ν. 2112/1920 και η κοινή εργατική νομοθεσία, λόγω ενσωματωμένων σε αυτές ρητρών μονιμότητας, προκύπτει από τις σχετικές με το εξεταζόμενο ζήτημα ρυθμίσεις, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού Ν. 4046/2012, και συγκεκριμένα στις σχετικές ρήτρες της παραγράφου 29 του Κεφαλαίου Ε' του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και της παραγράφου 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, οι οποίες έχουν αυτήν ακριβώς την έννοια, όπως αυτή συνάγεται από την γενικότητα της διατύπωσης αυτών ["αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις", "καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας..."] και αυτήν ακριβώς την έννοια αποδίδει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. (ΟλΣτΕ 2307/2014).
Η αναφορά στις παραπάνω ρυθμίσεις στη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που λήγουν με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του μισθωτού ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την οποία μετατροπή προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 5 της εν λόγω Π.Υ.Σ., αφορά την πλέον συνήθη περίπτωση κανονισμών εργασίας ή οργανισμών προσωπικού που τις προβλέπουν και, κατά την αληθή έννοια των παραπάνω ρυθμίσεων, δεν περιορίζεται μόνον σε αυτές.
Όμως η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του εξουσιοδοτούντος Ν. 4046/2012 σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ρυθμίσεις των μνημονίων για τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας δεν εξειδικεύει, αν ως σχετικές ρήτρες μονιμότητας νοούνται εκείνες που προβλέπονται σε τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, ή σε συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς επιχειρήσεων ή οργανισμούς προσωπικού ή σε αποφάσεις διοικήσεων επιχειρήσεων και κατά συνέπεια τα ειδικότερα αυτά θέματα καταλήφθηκε να ρυθμισθούν με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ.
β' του Συντάγματος. Επομένως, α) εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, οι ρυθμίσεις των μνημονίων που διαλαμβάνονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 συνιστούν διατάξεις τυπικού νόμου και ρυθμίζουν με υψηλό βαθμό νοηματικής πληρότητας συγκεκριμένα ζητήματα εργασιακών σχέσεων και συλλογικής αυτονομίας περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάργησης των ρητρών μονιμότητας, η παρεχομένη με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο έχουσα προφανώς την έννοια, ότι αυτό καλείται να ρυθμίσει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής των παραπάνω ρυθμίσεων, είναι επιτρεπτή, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και εγκύρως παρέχεται σε διοικητικό όργανο, διαφορετικό από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και β) η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ.
που αφορά τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, δεν έχει τεθεί καθ' υπέρβαση της χορηγηθείσας από τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 νομοθετικής εξουσιοδότησης, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που διέπονται από κανονισμό που θεσπίζει όριο ηλικίας αποχώρησης του μισθωτού ή την προϋπόθεση συνταξιοδότησης ως λόγο λήξης αυτών.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι η ανωτέρω υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. στόχευε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων (για το λόγο αυτό άλλωστε θεσμοθετήθηκε και η μείωση αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα) και στην αποδέσμευσή τους από κανονιστικούς όρους που καθιερώνουν ρήτρες μονιμότητας, οι οποίες εγκλωβίζουν τις εργασιακές σχέσεις σε συγκεκριμένο νομοθετικό καθεστώς εξαιρετικά δυσμενέστερο από το προβλεπόμενο από τις κείμενες εργατικές διατάξεις, στερώντας από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα λήψης μέτρων εξυγίανσης μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους, κατήργησε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτής από 14.2.2012 τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΑΣΘ, οι οποίες προέβλεπαν περιοριστικά συγκεκριμένους λόγους για τη καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού αυτών (τακτικού και εκτάκτου) και κατά συνέπεια η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν δεσμευόταν πλέον από όσα ορίζονταν στη διάταξη αυτή, έχοντας τη δυνατότητα να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τηρώντας απλώς τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (έγγραφος τύπος και καταβολή αποζημίωσης) (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 131/2021, 1237/2019, 426/2018).
Τέλος, το δικαστήριο ερευνά, εφ' όσον προβάλλεται σχετική ένσταση, εάν με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου και έχει καθιερωθεί με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (Α.Π. 725/2020, 1698/2012).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2019, 7/2006).
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση της τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης, την 1.5.1990, ως οδηγός - εισπράκτορας. Στις 30.4.1991 έληξε η δωδεκάμηνη δοκιμαστική του θητεία και αυτός εντάχθηκε σε οργανική θέση οδηγού από 1.8.1991.
Με την αριθ. 18/19/26.7.2007 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου ο ενάγων αποσπάστηκε στη Διεύθυνση Συντήρησης ως βοηθός τεχνίτη από 1.8.2007. Με την αριθ. 88/24.1.2008 διαταγή του Γενικού Διευθυντή του εναγομένου επέστρεψε στα κυρίως καθήκοντά του ως οδηγός λεωφορείου, ενώ με την αριθ. 7/21/4.9.2008 απόφαση του Δ.Σ. του Οργανισμού, εγκρίθηκε η εκ νέου απόσπασή του στη Διεύθυνση Συντήρησης ως βοηθός τεχνίτη.
Έκτοτε και μέχρι την απόλυσή του στις 27.1.2017, που πιο κάτω αναφέρεται, ο ενάγων εργαζόταν ως βοηθός τεχνίτη στο συνεργείο του εναγομένου, που βρίσκεται στη ... (αμαξοστάσιο ...). Στις 15.10.2016, ο ενάγων κατελήφθη από αρμόδια αστυνομικά όργανα να έχει αφαιρέσει από το χώρο δεξαμενών του ανωτέρω αμαξοστασίου: συνολική ποσότητα πετρελαίου 150 λίτρων, η οποία ανήκε στον εναγόμενο και την οποία τοποθέτησε σε έξι μπιτόνια του Ο.Α.Σ.Θ., χωρητικότητας 25 λίτρων εκάστου, που είχε τοποθετήσει αρχικά στο με αριθμ.
κυκλοφ. ... ΙΧ φορτηγό όχημα του Οργανισμού και εν συνεχεία τα μετέφερε στο με αριθμ. κυκλοφ. ... επιβατικό όχημα ιδιοκτησίας του πατέρα του, το οποίο είχε σταθμεύσει σε απόμερο σημείο παρακείμενο και έξωθεν του αμαξοστασίου, τοποθετώντας τα στο πορτμπαγκάζ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Σε βάρος του ενάγοντος, σχηματίσθηκε ποινική δικογραφία και αυτός παραπέμφθηκε να δικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία ενώπιον του Α' Αυτόφωρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 17ης.10.2016, κατηγορούμενος για το αδίκημα της κλοπής, ήτοι για παράβαση του άρθρου 372 παρ. 1 εδ.
α' ΠΚ και συγκεκριμένα ως υπαίτιος του ότι "Στην ..., στις 15.10.2016, αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα, αφαίρεσε από τον χώρο των δεξαμενών καυσίμων του αμαξοστασίου του Ο.Α.Σ.Θ., που βρίσκεται στην οδό ..., συνολική ποσότητα πετρελαίου 150 λίτρων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα".
Επί της ανωτέρω κατηγορίας, εκδόθηκε η 19230/2016 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία ο ενάγων κηρύχθηκε ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της κλοπής, αναγνωριζομένης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μεταμέλειας κατ' άρθρο 84 παρ. 2δ' ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 ημερών, η οποία, ως μη υποκείμενη σε έφεση (ανέκκλητη), κατέστησε την ανωτέρω απόφαση τελεσίδικη.
Παραλλήλως, κινήθηκε σε βάρος του η πειθαρχική διαδικασία και με την αριθμ. πρωτ. 8024/15.10.2016 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του Ο.Α.Σ.Θ. τέθηκε αυτός, δυνάμει του άρθρου 29 παρ. 6 του ΓΚΠ, σε καθεστώς διαθεσιμότητας από 16.10.2016 έως 15.11.2016. Ακολούθως, με τις με αριθ. πρωτ. 9135/11.11.2016 και 10170/16.12.2016 αποφάσεις του Γενικού Διευθυντή τέθηκε σε διαθεσιμότητα από 16.11.2016 έως και 28.1.2017.
Με τη με αριθμ. πρωτ. 642/2/17.10.2016 κλήση του εναγομένου, ο ενάγων κλήθηκε για απολογία, πειθαρχικά διωκόμενος για πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 28 περ. Ζ-4 του ανωτέρω ΓΚΠ. Το αρμόδιο Πενταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο του εναγομένου (άρθρο 29 ΓΚΠ) συνεδρίασε στις 20.1.2017 και δυνάμει της με αριθμ. 6/1/20.1.2017 απόφασής του, την οποία επέδωσε στον ενάγοντα στις 27.1.2017, αποφάσισε ομόφωνα ότι ο ενάγων, λόγω της ανωτέρω καταδίκης του, τέλεσε το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης του άρθρου 28 περ.
Ζ-4 του ανωτέρω ΓΚΠ και του επέβαλε την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. Από τον χρόνο εκείνο (27.1.2017), ο εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, ενώ δεν του κατέβαλε αποζημίωση απόλυσης. Ο ενάγων με την αγωγή επικαλείται ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, προβάλλοντας ως κύριο λόγο αυτής το ότι α) οι λόγοι απόλυσης του προσωπικού του Ο.Α.Σ.Θ.
προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 28 περ. Ζ του ΓΚΠ και δεν δύνανται να διευρυνθούν ούτε με αναλογία δικαίου ούτε με διασταλτατική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, όπως β) δεν δύναται για τους ίδιους λόγους να συμπεριληφθεί ως λόγος απόλυσης άλλο αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη της περίπτωσης Ζ-4.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός του αυτός κατά το υπό στοιχ. β' σκέλος του κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος... Πέραν τούτων, ο ενάγων επικουρικά προέβαλε ακυρότητα της καταγγελίας για τον λόγο ότι αυτή έλαβε χώρα καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Πλέον συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με τον εναγόμενο, ήτοι επί 27 έτη, εκτελούσε κατά τρόπο υποδειγματικό την εργασία του, χωρίς να έχει υποπέσει σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, προέβη δε στην αξιόποινη αυτή πράξη του, για την οποία έχει ήδη δηλώσει μετάνοια, εκ λόγων οικονομικής ανάγκης, προκειμένου δηλαδή να εξασφαλίσει καύσιμα για τη λειτουργία του ελκυστήρα του (τρακτέρ) κατά την σπορά σιτηρών και κηπευτικών στους αγρούς του, καθώς κατά τον χρόνο εκείνο ήταν απλήρωτος επί τρεις και πλέον μήνες (λόγω των προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε τότε ο Οργανισμός), ενώ επιπροσθέτως ο ίδιος ήταν επιφορτισμένος με τη συντήρηση της οικογένειάς του, που αποτελείτο από τη μη εργαζόμενη σύζυγό του και τα δύο ανήλικα τέκνα τους, και με την αποπληρωμή δύο καταναλωτικών δανείων.
Τέλος, εξέθετε ότι λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του (55 ετών κατά τον χρόνο της καταγγελίας) και της έλλειψης επιστημονικής κατάρτισής του, δεν είναι ευχερής σ' αυτόν η ανεύρεση νέας εργασίας. Για την περίπτωση, λοιπόν, που κριθεί ότι τέλεσε πράγματι βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ισχυρίζεται ο ενάγων ότι ο εναγόμενος θα μπορούσε, πριν τον απολύσει, να εξετάσει και να εφαρμόσει ηπιότερα της καταγγελίας μέσα, όπως αυτό της επιβολής ηπιότερης πειθαρχικής ποινής (της αναγκαστικής αργίας ή της επιβολής προστίμου).
Η προπεριγραφείσα, όμως, πράξη του ενάγοντος, αξιολογούμενη αντικειμενικά, κλονίζει ισχυρά την εμπιστοσύνη, την οποία ένας εργαζόμενος πρέπει να εμπνέει στον εργοδότη του. Πράγματι δε η πράξη του αυτή, που έγινε εκ δόλου και στρεφόταν σε βάρος των συμφερόντων του εναγομένου, έστω και αν είχε αντικείμενο ευτελούς αξίας (ύψους 119,19 ευρώ), έχει μεγάλη ηθική απαξία και κλόνισε την υπάρχουσα σχέση εμπιστοσύνης, που καθιστούσε πλέον αδύνατη τη συνέχιση της εργασιακής του σχέσης και αναγκαία την πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη, η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του οποίου δεν μπορεί βασίμως να αποκρουσθεί ως καταχρηστική.
Ούτε θα μπορούσε να αξιωθεί από τον εναγόμενο να διατηρήσει τον ενάγοντα στην υπηρεσία του με τη λήψη εναντίον του κάποιου ηπιότερου, σε σχέση με την απόλυση, μέτρου και δη την επιβολή κάποιας άλλης προβλεπόμενης από τον οργανισμό πειθαρχικής ποινής (της αναγκαστικής αργίας ή της επιβολής προστίμου, που εξάλλου, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, προβλέπονται για άλλες - ελαφρύτερες - κατηγορίες παραπτωμάτων), διότι έτσι δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί αποτελεσματικά η κλονισθείσα εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του και να διαφυλαχθούν ικανοποιητικά τα συμφέροντά του.
Πέραν τούτων και αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος και τη δήθεν οικονομική ένδεια που τον οδήγησε σε κατάσταση απόγνωσης και στην τέλεση της πράξης του αυτής, θα πρέπει να λεχθεί ότι, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων ήταν ένας εργαζόμενος με μικτές μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.430,81 ευρώ και με καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.404,36 ευρώ.
Πράγματι, δε, ο Οργανισμός το έτος 2016, λόγω των προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε, δεν ήταν συνεπής στην πληρωμή των αποδοχών των εργαζομένων του. Θα πρέπει, ωστόσο, να λεχθεί ότι στον ενάγοντα στις μεν 29.9.2016 είχε καταβληθεί ο μισθός του Ιουλίου 2016, ύψους 1.404,36 ευρώ (καθαρά), στις δε 12.10.2016, ήτοι τρεις μόλις ημέρες πριν από τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής, του καταβλήθηκε και ο μισθός του Αυγούστου 2016, ποσού 1.411,26 ευρώ καθαρά.
Όλως, προσχηματικώς, επομένως γίνεται επίκληση της δήθεν υπάρχουσας οικονομικής ανάγκης, η δε οφειλή του από δύο καταναλωτικά δάνεια στην Τράπεζα Eurobank Ergasias, συνολικού ύψους περί τα 22.000 ευρώ, δεν δικαιολογεί μια τέτοια ενέργεια και δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετες παραδοχές. Επομένως, η αγωγή είναι απορριπτέα στην ουσία της και στη βάση ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητάς της και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας (ΑΚ 281, άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 και 25 του Συντάγματος), η οποία επιβάλλει στον εργοδότη να προσφύγει στην επιβολή ηπιότερων της καταγγελίας μέτρων, εφόσον με αυτά μπορεί να αντιμετωπιστεί ο λόγος που οδήγησε στην απόλυση του εργαζόμενου.
Τέλος, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο κύρος της καταγγελίας η επακολουθήσασα αναίρεση της άνω, με αριθμ. 19230/2016, καταδικαστικής απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς κατά τους κρίσιμους χρόνους που λήφθηκε η απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού οργάνου για την απόλυση του ενάγοντος (20.1.2017) και που του επιδόθηκε το έγγραφο της καταγγελίας (27.1.2017), υπήρχε ήδη σε βάρος του η τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση φυλάκισης.
Με την αναίρεση, δε, της απόφασης, δεν αναβίωσε η εγκύρως λυθείσα εργασιακή σχέση. Αντίθετη ρύθμιση δεν περιέχεται στον ΓΚΠ. Επόμενα τούτων, και ο έτερος ισχυρισμός του ενάγοντος, περί του ότι δηλαδή ελλείπει το στοιχείο της τελεσίδικης καταδίκης του για το αδίκημα, κρίνεται αβάσιμος". Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 225/2020 απόφασή του, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την προαναφερθείσα αγωγή, απέρριψε αυτή ως προς τα κύρια αιτήματά της ήτοι της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 27.1.2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, της υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου σε αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος και σε καταβολή μισθών υπερημερίας και επιδομάτων εορτών και αδείας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η παράθεση στο άρθρο 28 του ΓΚΠ του αναιρεσιβλήτου Ο.Α.Σ.Θ. των πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική και ότι η τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αξιόποινη πράξη της κλοπής, συμπεριλαμβάνεται στα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν την ποινή της απόλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΑΣΘ, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, καθ' όσον, ναι μεν οι ουσιαστικοί και διαδικαστικοί περιορισμοί στο δικαίωμα καταγγελίας που έθετε ο Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.), τους οποίους εφάρμοσε η προσβαλλομένη απόφαση έχουν ρητά καταργηθεί δυνάμει των ως άνω μνημονιακών νόμων ήτοι των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 6 του ν. 4046/2012 και 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ 6/2012 και 669 παρ. 2 ΑΚ, πλην όμως, ήδη από το Φεβρουάριο του έτους 2012, ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος Οργανισμός μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του σε αυτή απασχολουμένου αναιρεσείοντος δυνάμει των διατάξεων των άρθρων του ν. 2112/1920, όπως και έπραξε, με την κοινοποίηση στον ενάγοντα έγγραφης καταγγελίας στις 27.1.2017.
Επίσης, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 και 25 του Συντάγματος, αφού με βάση τα ανωτέρω, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι η πράξη του αναιρεσείοντος, αξιολογούμενη αντικειμενικά, κλονίζει ισχυρά την εμπιστοσύνη, την οποία ένας εργαζόμενος πρέπει να εμπνέει στον εργοδότη του, β) ότι η πράξη της κλοπής έγινε εκ δόλου, στρεφόμενη σε βάρος των συμφερόντων του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού, έστω και αν είχε αντικείμενο ευτελούς αξίας, έχει ηθική απαξία με συνέπεια τον κλονισμό της υπάρχουσας σχέσης εμπιστοσύνης, με συνέπεια να καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεως και αναγκαία την πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του εργοδότη, γ) ότι η επιβολή κάποιου ηπιότερου σε σχέση με την απόλυση μέτρου δεν ήταν ικανή στην αποτελεσματική αποκατάσταση της κλονισθείσας εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του και δ) ότι η κακή οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος ήταν προσχηματική, ούτε δικαιολογείτο από δύο καταναλωτικά δάνεια που είχε σε συνάρτηση με τις μηνιαίες αποδοχές του ύψους 1.411,26 ευρώ, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δικαιολογείται η απόλυση αυτού, καθ' όσον το δικαίωμα καταγγελίας που άσκησε ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός λόγω της ηθικής απαξίας της τελεσθείσας από τον εργαζόμενο - αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξεως της κλοπής, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, και της μη παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί δεύτερος και τέταρτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι έγκυρη η καταγγελία αν δεν καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση στον απολυόμενο μισθωτό.
Εξάλλου κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (Α.Π. 2234/2013, 965/2013).
Αν ο απολυθείς μισθωτός απηλλάγη με βούλευμα ή δικαστική απόφαση για λόγο που δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης, όπως είναι η παραγραφή του εγκλήματος ή η κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. γ Κ.Π.Δ. λόγω μη υποβολής από τον εργοδότη έγκυρης έγκλησης για αξιόποινη πράξη διωκόμενη κατ' έγκληση, το υποστατό ή μη της κατηγορίας εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο που δικάζει επί της σχετικής απαίτησης του μισθωτού (Α.Π. 1214/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του με αριθμό 957/2021 το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων με την υπ' αριθμ. 15522/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης απαλλάχθηκε, όχι επειδή δεν έλαβε χώρα η πράξη για την οποία κατηγορήθηκε, αλλά "κατ' άρθρο 384 παρ. 3 ΠΚ", ήτοι απαλλάχθηκε από κάθε ποινή για την πράξη της κλοπής που αποδείχθηκε ότι διέπραξε και ότι ούτε από τον ΓΚΠ του Ο.Α.Σ.Θ.
προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης για την περίπτωση αυτή. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 957/2021 απόφασή του απέρριψε την ένδικη με αριθμό καταθ. 6383/24.4.2017 αγωγή και κατά το επικουρικό αίτημα αυτής.
Με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι απέρριψε την αγωγή του και ως προς το επικουρικό αίτημα της καταβολής αποζημίωσης απόλυσης διότι η αθώωσή του έλαβε χώρα κατ' άρθρο 384 παρ. 3 ΠΚ και όχι λόγω απαλλαγής για την πράξη της κλοπής την οποία είχε διαπράξει, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και των άρθρων 6 παρ. 2 του β.δ.
της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920. Όμως, εν όψει των ανέλεγκτων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ο ενάγων - αναιρεσείων απαλλάχθηκε όχι επειδή δεν έλαβε χώρα η πράξη για την οποία κατηγορήθηκε αλλά κατ' άρθρο 384 παρ. 3 ΠΚ, δηλαδή απαλλάχθηκε της ποινής για την πράξη της κλοπής που αποδείχθηκε ότι διέπραξε, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αποζημίωση απόλυσης διότι από το ποινικό δικαστήριο δεν του επιβλήθηκε ποινή για την αξιόποινη πράξη της κλοπής την οποία καθ' ομολογία του τέλεσε λόγω ικανοποιήσεως του παθόντος αναιρεσιβλήτου Οργανισμού.
Κατά συνέπεια, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η μερικότερη δε αιτίαση του αυτού λόγου ότι η απόλυση έλαβε χώρα για αδίκημα το οποίο δεν αναγράφεται ρητά στο άρθρο 28 του ΓΚΠ του αναιρεσιβλήτου, οπότε συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης υπέρ του εργαζομένου, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης καθ' όσον σύμφωνα με τα προλεχθέντα οι διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού καταργήθηκαν από τους προαναφερθέντες μνημονιακούς νόμους και κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος και κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ 104/2014).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 31/2019, 1241/2019, 717/2016) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 625/2018, 45/2014, 259/2007).
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ως εσφαλμένη εφαρμογή νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση αποφάσεως περί αποδείξεως.
Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά την διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών, που τηρήθηκε για τη συζήτηση και της ένδικης αγωγής, κατά την οποία οι διάδικοι έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και η συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να τελειώνει σε μία δικάσιμο (άρθρο 670 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το ένα σκέλος του προβάλλει την πλημμέλεια εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι καίτοι δέχθηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και δη το σχετικό έγγραφο αυτής υπογράφηκε όχι από το καταστατικό όργανο αυτού ήτοι από το Διοικητικό Συμβούλιο ή έστω τον Πρόεδρο αυτού αλλά από τον υπάλληλο Ανδρέα Ζερβούλια, παρ' όλα αυτά δέχθηκε, χωρίς απόδειξη ότι ο τελευταίος είχε αντιπροσωπευτική ικανότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ότι σύμφωνα με το απόσπασμα πρακτικού της 2ης συνεδρίασης της 21ης.1. 2016, το διοικητικό συμβούλιο του αναιρεσίβλητου Οργανισμού ομόφωνα αποφάσισε και εξουσιοδότησε τον "Γενικό Διευθυντή να υπογράφει τις λύσεις και τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας όλων των εργαζομένων του Οργανισμού", την οποία ιδιότητα (Γενικός Διευθυντής) ουδόλως αμφισβήτησε ο αναιρεσείων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αβασίμως με τις έγγραφες προτάσεις του ισχυρίζεται το αντίθετο ενώπιον του Εφετείου.
Στην κρίση του δε αυτή κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και όχι χωρίς απόδειξη. Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος κατά το άνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, κατά δε το έτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με το βάρος της αποδείξεως, είναι απαράδεκτος.
Μετά από αυτά και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.7.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ανδρέα Γιαννακούλα για αναίρεση των υπ' αριθμ. 225/2020 και 957/2021 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ