Legislator Case Law & Legislation
1864/2019 AI generated

Supreme Court quashes lower court verdict for lack of specific and detailed reasoning regarding unpaid wages.

Case Number 1864/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled a third-instance court's conviction for unpaid wages due to insufficient reasoning. The defendant argued the lower court failed to specify exact salary amounts and calculate arrears, violating constitutional requirements for detailed justification. Consequently, the case was remitted for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Article 1, paragraph 1, section a' of Law 690/1945; Article 510, paragraph 1, sections d' and e' of the Criminal Code: A criminal judgment lacking specific and detailed reasoning regarding the material facts and the calculation of damages is void and must be annulled.

Keywords

AI generated
unpaid wages lack of reasoning criminal conviction remittal for retrial Labor Law Article 690/1945 Criminal Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 1, paragraph 1, section a' of Law 690/1945
Article 510, paragraph 1, sections d' and e' of the Criminal Code
Article 519 of the Criminal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1864 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1864/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Μαρία Κουβίδου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημηνίκο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1462/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2019 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 8/2019 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1212/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 εδ. α' του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, "1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις.

Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διάταξης του Α.Ν. 690/1945 στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του αναφερόμενου εγκλήματος περιστατικά, που είναι η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λ.π.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, εφόσον το ύψος αυτών δεν είναι δυνατό να προκύψει με απλή διαίρεση του συνόλου των αποδοχών, που δεν καταβλήθηκαν, με τους μήνες που αναλογούν σ' αυτές, κατά το κατηγορητήριο, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι των αποδοχών, ώστε, με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο, καθώς και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Τέτοια δε περίπτωση υφίσταται και όταν η παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης γίνεται εκ πλαγίου, όταν, δηλαδή, έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1462/2019 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος (ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης) σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, κατά λέξη: "Η κατηγορουμένη ως άμισθη Υποθηκοφύλακας του Υποθηκοφυλακείου … προσέλαβε την 07.07.1993 την Α.

Σ. του Α. ως υπάλληλο γραφείου του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η εν λόγω υπάλληλος είναι η μοναδική υπάλληλος του συγκεκριμένου Υποθηκοφυλακείου. Μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2011 η εργασιακή σχέση της ανωτέρω υπαλλήλου έβαινε ομαλά και της καταβάλλονταν όλες οι οφειλόμενες αποδοχές, με βάση την εκάστοτε συλλογική σύμβαση εργασίας που ίσχυε για τους υπαλλήλους των Άμισθων Υποθηκοφυλακείων, από δε τον Οκτώβριο του 2011 η κατηγορουμένη, επικαλούμενη μείωση των εσόδων του Υποθηκοφυλακείου, σταμάτησε να της καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές της.

Η κατηγορουμένη από τον Οκτώβριο του 2011, προέβη σε μεταβολή των όρων εργασίας της ανωτέρω υπαλλήλου της, επιβάλλοντας μονομερώς σ' αυτήν εκ περιτροπής εργασία (απασχόληση 4 ημέρες την εβδομάδα, τον Δεκέμβριο του 2011 απασχόληση 2 ημέρες την εβδομάδα και τον Ιανουάριο του 2012 μία ημέρα την εβδομάδα), με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών της, επικαλούμενη (η κατηγορουμένη) μείωση των εσόδων του Υποθηκοφυλακείου.

Η υπάλληλος υπέβαλε στις 19.01.2012 αίτημα για διενέργεια εργατικής διαφοράς στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Λάρισας, αρνούμενη την ανωτέρω εκ περιτροπής εργασία, σε συνέχεια δε του άνω αιτήματος της συντάχθηκε το υπ' αριθ. πρωτ. 23/190 με ημερομηνία 19-1-2012 δελτίο εργατικής διαφοράς, η δε χρονολογία συζήτησης ορίστηκε για τις 30-1-2012.

Μετά τη διαδικασία αυτή η κατηγορουμένη αποδέχθηκε τις υπηρεσίες της ανωτέρω υπαλλήλου της όπως πρώτα, πλην όμως αμείβοντας την ως εκ περιτροπής. Με τις υπ' αριθ. 2/16.01.2014, 14/05.03.2015 και 63/10.09.2015 αποφάσεις της Επιτροπής Επιλογής Προσωπικού Άμισθων Υποθηκοφυλάκων, κρίθηκε (στην με αριθμό 2/2014 κατά πλειοψηφία) ότι δεν είναι αναγκαία η μείωση του υφισταμένου προσωπικού του εν λόγω Υποθηκοφυλακείου και ότι η απασχόληση υπαλλήλου είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του υποθηκοφυλακείου δεδομένου ότι πρωταρχικός σκοπός των σχετικών νομοθετικών διατάξεων είναι η εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου και η εξασφάλιση των εξόδων λειτουργίας του (βλ.

σχετικά τις υπ' αριθ. 2/16.01.2014, 14/05.03.2015 και 63/10.09.2015 αποφάσεις της Επιτροπής Επιλογής Προσωπικού Άμισθων Υποθηκοφυλάκων και την με αριθμό 3/2014 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Άμισθων Υποθηκοφυλάκων Εφετείου Δάρισας). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, παρότι η ανωτέρω υπάλληλος προσέφερε τις υπηρεσίες της, η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε σε αυτή:

α) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαϊου 2014, ποσού 1259,07 ευρώ, β) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2014, ποσού 1002,21 ευρώ, γ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2014, ποσού 894,74ευρώ, δ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2014, ποσού 1476,26 ευρώ, ε) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2014, ποσού 1476,26 ευρώ, στ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2014, ποσού 1476,26 ευρώ, ζ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2014, ποσού 1432,61 ευρώ, η) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2015, ποσού 226,26 ευρώ, θ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2015, ποσού 870,99 ευρώ, ι) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2015, ποσού 1476,26 ευρώ και κ) αποδοχές επιδόματος αδείας 2014, ποσού 679,08 ευρώ, ήτοι οφείλει σε αυτή συνολικά το ποσό των 12.270 ευρώ.

Η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι δεν είναι ποινικώς υπεύθυνη για την μη καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών, διότι ως άμισθη Υποθηκοφύλακας είναι δημόσιος λειτουργός και δη επικουρικός δικαστικός υπάλληλος (άρθρο 92 παρ. 4, 5 του Συντάγματος) που ασκεί οιονεί δικαστικό λειτούργημα και στον οποίο έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας εξουσίας, κατά την άσκηση της οποίας λειτουργεί ως όργανο του Δημοσίου.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς, παρότι η σχέση μεταξύ άμισθου υποθηκοφύλακα και των προσλαμβανομένων σε άμισθο υποθηκοφυλακείο υπαλλήλων αποτελεί μια sui generis υπαλληλική σχέση ειδικώς ρυθμιζόμενη, όπως αναλύθηκε ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, το εν λόγω προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και συνδέεται με τον άμισθο υποθηκοφύλακα με σχέση εξηρτημένης εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τους κανόνες της κοινής εργατικής νομοθεσίας και δεν διατελεί σε δημοσιοϋπαλληλική ή άλλη εργασιακή σχέση προς το Δημόσιο.

Ως εκ τούτου, ο άμισθος υποθηκοφύλακας θεωρείται εργοδότης και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής από αυτόν στους εργαζομένους του των οφειλομένων συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχών, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμοστέα καθίσταται η διάταξη του άρθρου μόνου του Ν. 690/1945, διάταξη η οποία τυγχάνει εφαρμοστέα και εν προκειμένω.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της παραπάνω αποδιδόμενης σε αυτήν πράξης". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ, για το ότι: "Στην …, κατά τους μήνες Μάιο του 2014, Ιούνιο του 2014, Ιούλιο του 2014, Αύγουστο του 2014, Σεπτέμβριο του 2014, Νοέμβριο του 2014, Δεκέμβριο του 2014, Φεβρουάριο του 2015, Μάρτιο του 2015 και Απρίλιο του 2015, ενώ ήταν εργοδότρια, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παρέβη τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα την καταβολή δεδουλευμένων και τη αμοιβή των εργαζομένων και συγκεκριμένα του ότι δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στην εργαζόμενη Α.

Σ. του Α., την οποία απασχόλησε ως υπάλληλο γραφείου στο Υποθηκοφυλακείο …, τις οφειλόμενες από τη σύμβαση εργασίας αποδοχές και χορηγίες και δη δεν κατέβαλε α) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαϊου 2014, ποσού 1259,07 ευρώ, β) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2014, ποσού 1002,21 ευρώ, γ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2014, ποσού 894,74 ευρώ, δ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2014, ποσού 1476,26 ευρώ, ε) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2014, ποσού 1476,26 ευρώ, στ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2014, ποσού 1476,26 ευρώ, ζ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2014, ποσού 1432,61 ευρώ, η) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2015, ποσού 226,26 ευρώ, θ) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2015, ποσού 870,99 ευρώ, ι) δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2015, ποσού 1476,26 ευρώ και κ) αποδοχές επιδόματος αδείας 2014, ποσού 679,08 ευρώ, ήτοι οφείλει σε αυτή συνολικά το ποσό των 12.270 ευρώ".

Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κατά το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου μόνου παρ. 1 του Α.Ν. 690/1945, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, στερείται δε νόμιμης βάσης, καθώς, εξαιτίας της ασάφειας του πορίσματός της, καθίσταται ανέφικτος στη συγκεκριμένη περίπτωση ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής, της προπαρατεθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Ειδικότερα, ναι μεν ορθώς και με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια διαλαμβάνεται στην απόφαση, το μεν, ότι η ιδιότητα του άμισθου υποθηκοφύλακα, ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, δεν διαφοροποιεί την αμιγώς ιδιωτικού δικαίου σχέση εργασίας που τον συνδέει με τους υπαλλήλους του, υπέχοντας ως εκ τούτου υποχρέωση καταβολής των πάσης φύσης αποδοχών τους, το δε, ότι η Α.

Σ. προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου στο υποθηκοφυλακείο ... με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλην, όμως, δεν διευκρινίζεται ποιες ήταν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της τελευταίας, οι οποίες έπρεπε, με βάση την εκάστοτε ισχύουσα για τους υπαλλήλους των άμισθων υποθηκοφυλακείων συλλογική σύμβαση εργασίας, να καταβληθούν σ' αυτήν, καθώς και οι καταβληθείσες αποδοχές κάθε επιμέρους διαστήματος, ώστε, με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο για κάθε αιτία (μισθούς, επίδομα αδείας), χωρίς να αρκεί, για την κατά τα άνω απαιτούμενη αιτιολογία, αναγραφή διάφορων κυμαινόμενων, καθ' ύψος και ανά μήνα, ποσών, τα οποία αφορούσαν δεδουλευμένες αποδοχές κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και αποδοχές επιδόματος αδείας έτους 2014, που σύμφωνα με τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης δεν καταβλήθηκαν στην ανωτέρω υπάλληλο.

Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον, εξαιτίας της κατά τα άνω ασάφειας του πορίσματός της, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου μόνου παρ. 1 εδ.

α' του Α.Ν. 690/1945, όπως τροποποιηθείσα ισχύει, η οποία έτσι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω πλημμέλειες και πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1462/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ