Legislator Case Law & Legislation
1864/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, citing lack of new evidence and improper challenge to evidence evaluation.

Case Number 1864/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a traffic accident case. The appellants argued that the lower court failed to consider specific police reports and expert testimony, claiming this led to an incorrect finding of joint liability. The court rejected these claims, ruling that the appellate decision explicitly stated it had examined all submitted documents and that the appellants' arguments merely represented a different assessment of the evidence already on record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 para. 1 and 63 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the evaluation of evidence already considered by the lower court without presenting new facts or evidence that could alter the factual findings.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence joint liability traffic accident appellate review new evidence requirement civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 127 of the Civil Code
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 1510 of the Civil Code
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third paragraph of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1864 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1864/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Μ. του Ε., 2) Ε. Δ. του Β., συζ. Ζ. Μ., κατοίκων ..., ατομικά και ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους α) Α. Μ. του Ζ. και β) Ά. Μ. του Ζ., 3) Ε. Μ. του Ζ., κατοίκου ..., 4) Ε. Μ. του Α., 5) Χ. συζ. Ε. Μ., το γένος Α. Π., κατοίκων ... και 6) Β. Δ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Λιάκο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Μ. του Ζ., του οποίου ασκούσαν τη γονική μέριμνα και επιμέλεια οι γονείς του (1ος και 2η των αναιρεσειόντων), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Π. του Ν., 3) Π. Γ. του Π., κατοίκων ..., 4) Αλληλασφαλιστικού Συνεταιρισμού επαγγελματιών ιδιοκτητών αυτοκινήτων Δ.Χ. Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) Αλληλασφαλιστικού Συνεταιρισμού μετόχων Κοζάνης, ως μέλους του Αλληλασφαλιστικού Συνεταιρισμού επαγγελματιών ιδιοκτητών αυτοκινήτων ...., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της Π. συζ. Β. Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33924/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1814/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 11-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανίκανου να παραστεί στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδίκαια η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του (δηλαδή των γονέων του που ασκούν, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, τη γονική μέριμνα αυτού) και, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με τη συμμετοχή του ενήλικου πλέον διαδίκου (ΑΠ 1201/2012).

Αν, μάλιστα, η ενηλικίωσή του έλαβε χώρα μετά την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και πριν ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης, η αναίρεση κατά της εν λόγω απόφασης πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ’ αυτού (αν ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος έλαβε γνώση της ενηλικίωσής του μέχρι την άσκηση της αναίρεσης), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.

Αν τυχόν ασκηθεί στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του), είναι απαράδεκτη, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 2182/2009, ΑΠ 1166/2009). Στην κρινόμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 20-12-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-12-2013 αίτηση, για αναίρεση της 1814/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ασκήθηκε, εκτός από τους άλλους, και από τους πρώτο και δεύτερη αναιρεσείοντες, αφενός μεν, ατομικά, αφετέρου δε, για λογαριασμό, μεταξύ των άλλων, και του ανήλικου τέκνου τους Α.

Μ. του Ζ., του οποίου ασκούν, από κοινού, ως γονείς του, τη γονική μέριμνα. Ο τελευταίος, με δήλωσή του στα πρακτικά του Δικαστηρίου, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ε. Λ. (σχετ. το .../23-8-2017 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Εορδαίας Κ. Π.), γνωστοποίησε στους αναιρεσιβλήτους ότι ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει ατομικά πλέον την παρούσα δίκη, η οποία επαναλαμβάνεται στο πρόσωπό του.

Ειδικότερα, αυτός, που έχει γεννηθεί στις 31-10-1998, ήταν, κατά το χρόνο άσκησης της αναιρέσεως (23-12-2013), ανήλικος και αντιπροσωπευόταν από τους γονείς του. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, η δίκη συνεχίζεται νόμιμα στο όνομά του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 παρ.1 ΑΚ που εφαρμόζεται για ενοχή αποζημίωσης από αδικοπραξία, νόμο και σύμβαση, "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει...".

Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης της παρ. 1 εδάφ. α’ απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση, κατ’ αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας του και γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας.

Το πταίσμα του ζημιωθέντος, δηλαδή η υπαίτια πράξη ή παράλειψή του, δύναται να εκδηλωθεί είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά τη γένεση της ζημίας, καθόσον δεν οριοθετείται χρονικά από το νόμο. Η συμβολή του ζημιωθέντος θεωρείται ότι υπάρχει και κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδάφ. β’ ΑΚ, όταν αυτός προέβλεψε ή μπορούσε να προβλέψει ότι η παράλειψη της αποτροπής ή της μείωσης της ζημίας ασκούσε επιρροή και, έτσι, με τη συμπεριφορά του αυτή συντέλεσε στην επέλευση ή την επέκταση της ζημίας.

Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 300, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα είτε να απαλλάξει τον ζημιώσαντα είτε να μειώσει την ευθύνη του είτε, τέλος, και να κρίνει ότι, παρά το συντρέχον πταίσμα, αυτός θα πρέπει να φέρει πλήρη ευθύνη (ΑΠ 567/2017, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1729/2013). Ειδικότερα, η επιβίβαση σε όχημα, οδηγούμενο από πρόσωπο που στερείται άδειας ικανότητας οδηγού που να επιτρέπει ασφαλή, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν, οδήγηση, κατά τη διάρκεια της οποίας, από υπαιτιότητα του οδηγού, προκαλείται ατύχημα με συνέπεια τον τραυματισμό ή το θάνατο του συνεπιβάτη, συνιστά το συντρέχον πταίσμα στο πρόσωπο του τελευταίου, αν αυτός γνώριζε το γεγονός τούτο, ότι δηλαδή ο οδηγός στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης, αποδέχθηκε, όμως, να επιβιβαστεί, εκούσια, στο εν λόγω όχημα και να μεταφερθεί με αυτό, οδηγούμενο από τέτοιον οδηγό (ΑΠ 435/2006, ΑΠ 1653/2001).

Πότε συντρέχει η περίσταση αυτή είναι ζήτημα συγκεκριμένης περίπτωσης. Για να ευδοκιμήσει, πάντως, η κατ’ άρθρ. 300 ΑΚ ένσταση πρέπει το ατύχημα να οφείλεται στην προαναφερόμενη κατάσταση του οδηγού, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης και του ατυχήματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ’ άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911 (ΑΠ 1715/2010, ΑΠ 1253/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1814/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αφού έκρινε, κατ’ αρχάς, σύμφωνα με τις σχετικές παραδοχές του που δεν πλήττονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ότι υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του ανήλικου συνεπιβάτη της ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας Β. Μ., ηλικίας δεκαπέντε (15) ετών, που προκλήθηκε από αυτό, είναι ο οδηγός του ... ΔΧΦ αυτοκινήτου (λεωφορείου του ΚΤΕΛ Φλώρινας) Π. Δ. (πρώτος αναιρεσίβλητος), συνιδιοκτησίας του ίδιου και των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και του (μη διαδίκου) Κ. Δ., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αστική ευθύνη στους τέταρτο και πέμπτο αναιρεσιβλήτους (αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς), δέχθηκε, ανέλεγκτα, στη συνέχεια, αναφορικά με την ένσταση συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανόντος συνεπιβάτη της μοτοσυκλέτας Β.

Μ., κατ’ άρθρ. 300 ΑΚ, που προέβαλαν, παραδεκτά και νόμιμα, οι αναιρεσίβλητοι, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Για το θανάσιμο όμως τραυματισμό του (Β. Μ.) ευθύνεται και ό ίδιος, διότι, χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος, δέχθηκε να επιβιβαστεί στη μοτοσικλέτα του φίλου του Σ. Κ., ο οποίος λόγω της ανηλικότητας (ηλικίας 15 ετών) στερούνταν άδειας ικανότητας οδηγού που επιτρέπει την ασφαλή, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, οδήγηση.

Ο Σ. Κ. εκινείτο στον προαναφερόμενο επαρχιακό δρόμο κοντά στη διαχωριστική γραμμή και όχι πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Το γεγονός αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, στο οποίο απεικονίζονται τα ίχνη των ελαστικών της μοτοσικλέτας σε απόσταση 1,80 μέτρων από τη διαχωριστική γραμμή καθώς και από την 15-5-2009 ανωμοτί κατάθεση που έδωσε κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας ο οδηγός της προπορευόμενης, πρώτης κατά σειρά, μοτοσικλέτας, Σ.

Ε.. Ο τελευταίος κατέθεσε ότι ο ίδιος εκινείτο στο άκρο δεξιό της οδού, πλησίον του ασφάλτινου ερείσματος, ενώ ο Σ. Κ. εκινείτο κοντά στον άξονα του οδοστρώματος και μόλις αντιλήφθηκε το λεωφορείο να πλησιάζει του έκανε νόημα να κινηθεί προς τα δεξιά, πίσω από τη δική του μοτοσίκλετα. Ο οδηγός όμως της μοτοσικλέτας, παρά το γεγονός ότι πλησίαζε το λεωφορείο, εξακολουθούσε να κινείται πλησίον της διαχωριστικής γραμμής και δεν κινήθηκε προς τα δεξιά, ώστε να υπάρχει επαρκής χώρος για να διέλθει το λεωφορείο, το πλάτος του οποίου ήταν 2,50 μέτρα, λαμβανομένου υπόψη ότι το πλάτος του ρεύματος πορείας προς Φλώρινα της επαρχιακής οδού, όπου κινούνταν τα οχήματα, ήταν 4,40 μέτρα, με το ασφάλτινο έρεισμα.

Συνεπώς, κατά την οδήγηση, ο ανήλικος Σ. Κ. επέδειξε αμελή συμπεριφορά και συνετέλεσε στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Ο αποβιώσας Β. Μ., λόγω της ανηλικότητας του φίλου του, γνώριζε ότι δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης της μοτοσικλέτας και, παρόλα αυτά, δέχθηκε να επιβιβασθεί σε αυτήν, αποδεχόμενος τον κίνδυνο της μεταφοράς από πρόσωπο που δεν είχε την απαιτούμενη από το νόμο ικανότητα και γνώση οδήγησης, με έννομη συνέπεια να βαρύνεται με συντρέχουσα αμέλεια που προσδιορίζεται σε ποσοστό 20%...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφενός μεν, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 7-1-2011 έφεση των αναιρεσειόντων, αφετέρου δε, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 23-12-2010 έφεση των αναιρεσιβλήτων (που συνεκδικάστηκαν), κατά της πρωτόδικης 33.924/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει, κατά ένα μέρος, διαφορετικά, με το να απορρίψει, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στο πρόσωπο του συνεπιβάτη της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Β.

Μ. και, συνακόλουθα, να επιδικάσει στους αναιρεσείοντες μεγαλύτερα ποσά αποζημίωσης (στους πρώτο και δεύτερη από αυτούς) και χρηματικής ικανοποίησης (σε όλους τους αναιρεσείοντες) λόγω ψυχικής οδύνης από τον θανάσιμο τραυματισμό του προαναφερόμενου στενού συγγενούς τους που ήταν γιος των πρώτου και δεύτερης από αυτούς, αδελφός του τρίτου και των ανήλικων Α.

και Ά. Μ. (που εκπροσωπήθηκαν στη δίκη από τους γονείς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων που ασκούσαν τη γονική μέριμνα, ενώ ήδη ο Α. Μ., όπως έχει προεκτεθεί, ενηλικιώθηκε) και εγγονός των τέταρτου, πέμπτης και έκτου από αυτούς. Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δεχόμενο, εν μέρει, την ένδικη, από 18-6-2009 αγωγή των αναιρεσειόντων, καθώς και της (μη διαδίκου τώρα) Π.

συζ. Β. Δ., επιδικάζοντας σε αυτούς τα αναφερόμενα στην απόφασή του χρηματικά ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 300 παρ.1 ΑΚ (ούτε του άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα), την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προπαρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, όσον αφορά τη συνυπαιτιότητα (και μάλιστα κατά ποσοστό 20%) του συνεπιβάτη της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Β.

Μ. για τον θανατηφόρο τραυματισμό του, αφού δέχεται ότι και ο ίδιος ευθύνεται γι’ αυτόν, δεδομένου ότι τελούσε σε γνώση ότι ο οδηγός της εν λόγω μοτοσυκλέτας και φίλος του Σ. Κ., ηλικίας επίσης 15 ετών, στερούνταν, επειδή ήταν ανήλικος, άδειας ικανότητας οδηγού και, παρά ταύτα, δέχθηκε να επιβιβαστεί σε αυτή με οδηγό τον παραπάνω Σ.

Κ., ο οποίος, οδηγώντας, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές, πλημμελώς, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 16 παρ.1 ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ήτοι κινούμενος κοντά στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος (και όχι στο δεξιό άκρο αυτού) και παρακωλύοντας έτσι την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούνταν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας (ΑΠ 846/2001), συντέλεσε και αυτός, υπαίτια, στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη Β.

Μ.. Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι "...από την εξέταση των στοιχείων της επίδικης υπόθεσης δεν προκύπτει η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως του παθόντος να επιβιβαστεί στη μοτοσικλέτα και την επέλευση του ατυχήματος..." και ότι οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης για "δήθεν κακούς χειρισμούς του οδηγού της μοτοσικλέτας Σ.

Κ." και αμελή, κατά την οδήγηση, συμπεριφορά του, που συνίσταται, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι κινούνταν, δήθεν, κοντά στη διαχωριστική γραμμή της ΠΕΟ Κοζάνης-Έδεσσας-Φλώρινας, με κατεύθυνση προς Φλώρινα, ενώ αυτός, στην πραγματικότητα, κινούνταν κοντά στο δεξιό άκρο της οδού, δεν στηρίζονται σε κανένα αποδεικτικό μέσο και ότι, σε κάθε περίπτωση, είναι αντίθετες με τα αναφερόμενα στις 8η έως και 13η σελίδες του αναιρετηρίου αποδεικτικά μέσα (που δεν λήφθηκαν υπόψη, κατά τους αναιρεσείοντες, από το Εφετείο).

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην πιο πάνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης της απόφασης.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 του ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).

Αντίθετα, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (ή 8) του ίδιου Κώδικα, αν για τον προσδιορισμό αυτόν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή, αντίστροφα, αρνήθηκε ή παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που έπρεπε να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή και που επηρεάζουν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 1278/2015, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 179 - 180/2014).

Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.8 εδάφ.β’ ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η αιτίαση ότι για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάστηκε, τελικά, στους αναιρεσείοντες λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του ανήλικου συγγενούς τους Β.

Μ., κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα (α) 70.000 ευρώ, σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη - γονείς του, β) 12.000 ευρώ, σε καθέναν από τους τέταρτο έως και έκτο - παππούδες και γιαγιά του και γ) 30.000 ευρώ, σε καθέναν από τους λοιπούς - αδελφούς του), καθώς και των ποσών της αποζημίωσης (εξόδων κηδείας και κατασκευής μνήματος) στους πρώτο και δεύτερη από αυτούς (γονείς του), δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε ορθά τους ισχυρισμούς που προέβαλαν και, συγκεκριμένα, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο, "τις ιδιαίτερες συνθήκες του επίδικου ατυχήματος και την πελώρια έκταση της ψυχικής οδύνης που υπέστημεν, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του λεωφορείου και τη βαρύτατη και εγκληματική αμέλεια αυτού, την ιδιότητά του ως επαγγελματία οδηγού, τον στενό βαθμό της συγγένειάς μας με τον θανόντα, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των αντιδίκων ασφαλιστικών εταιρειών και ειδικότερα την τεράστια οικονομική επιφάνεια αυτών, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης, το άλγος, τη στενοχώρια και το μέγεθος της ψυχικής οδύνης που μας προξένησε το επίδικο ατύχημα...".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για το σχηματισμό της σχετικής κρίσης του, έλαβε υπόψη τα παραπάνω προσδιοριστικά στοιχεία, καθώς και το συντρέχον πταίσμα του ίδιου του θανόντος ανηλίκου, κατά ποσοστό 20% (για την επιδίκαση τόσο της αποζημίωσης στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων - μειωμένης κατά το ποσοστό αυτό, όσο και της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, σε όλους), ενώ η οικονομική κατάσταση των αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών (τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων) είναι, όπως έχει προαναφερθεί, μόνο εγγυητική και, κατά συνέπεια, αλυσιτελώς προβάλλεται η ειδικότερη αυτή αιτίαση ως προς αυτούς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ’ άρθρ.15 ν.2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002).

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί, αναφορικά με τη συνυπαιτιότητα του Β.

Μ. στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του και, ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο Σ. Κ. κινούνταν στον άξονα του οδοστρώματος της πιο πάνω οδού και ότι δεν υπάκουσε στην προτροπή του οδηγού της άλλης, προπορευόμενης, δίκυκλης μοτοσυκλέτας Σ. Ε. να κινηθεί προς τα δεξιά, καθώς πλησίαζε το ... ΔΧ λεωφορείο (που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος).

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο παραπάνω άρθρο (559 αριθμ.10 του ΚΠολΔ), πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

Εν πάση, όμως, περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρας των εναγόντων, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση και που μνημονεύονται σ’ αυτή ( βλ.

ιδίως 5η σελίδα της πληττόμενης απόφασης) και, συνεπώς, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 2261/2014).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ.11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ως προς τη συνυπαιτιότητα του θανόντος ανήλικου συνεπιβάτη της ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας Β. Μ., παρά τη σχετική αντίθετη μνεία στην απόφασή του, 1) δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που αναφέρονται στις 19η και 20η σελίδες του αναιρετηρίου, δηλαδή α) προανακριτική, από 19-4-2009, απολογία πρώτου αναιρεσιβλήτου - κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, β) καταδικαστική γι’ αυτόν 982/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης - για το έγκλημα, μεταξύ άλλων, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, γ) από 22-4-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ζημιογόνου λεωφορείου, δ) προανακριτική, από 30-5-2009, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε.

Τ., ε) καταθέσεις (προανακριτική και ενώπιον του πιο πάνω ποινικού δικαστηρίου) του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (στην οποία συνεπέβαινε ο θανών Β. Μ.) Σ. Κ. και στ) αναφορά, από 28-4-2009, του αρχιφύλακα Δ. Κ. που επιλήφθηκε του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και 2) ότι, αν τα λάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα και δεν θα έκρινε συνυπαίτιο τον Β.

Μ. στην πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (5η σελίδα αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, στην οποία ρητά αναφέρονται ορισμένα από τα επίμαχα έγγραφα (όπως η 982/2011 απόφαση του προαναφερόμενου ποινικού δικαστηρίου) και μάλιστα αξιολογούνται, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά, όπως, άλλωστε, και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες παραδέχονται στο αναιρετήριο (στη 18η σελίδα αυτού), πλην όμως, κατά την άποψή τους, αξιολογήθηκαν εσφαλμένα και παραγνωρίστηκε η αποδεικτική τους αξία, δηλαδή οι προβαλλόμενες αιτιάσεις τους αποτελούν, στην πραγματικότητα, ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-12-2013 αίτηση των Ζ. Ε. Μ. κ.λπ. για αναίρεση της 1814/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ