Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling the lower court's public entity privilege finding was unnecessary surplus.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued the lower court erred by finding the employer enjoyed public entity privileges, which allegedly exempted them from paying severance. The court ruled this finding was legally surplus because the appellant's claim was based solely on the lack of a valid reason for termination, not on the validity of the contract itself or the employer's privileges. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the employer's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 3 of Law No. 2112/1920; Article 5, paragraph 1 of the Constitution; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; Article 6 of the ECHR; Article 14 of the ECHR; The lower court's finding that the employer enjoys public entity privileges is legally surplus when the appellant's claim relies exclusively on the absence of a valid reason for termination, rendering the privilege argument irrelevant to the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1864 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1864/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Λ. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο-Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1362/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9044/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 30/3/2007 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 787/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 9044/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 1186/2009 μη οριστική και 6122/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 29/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και τετάρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρ. 439 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει σε αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Παραμόρφωση δεν υπάρχει αν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, σε κάθε δε περίπτωση αν από αυτό δέχεται ότι συνάγονται διάφορα συμπεράσματα από εκείνα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης συναφθείσας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού, παρά το σαφές περιεχόμενο των όρων της σύμβασης εργασίας, δέχθηκε ότι η σύμβαση αυτή τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της ελεύθερης (χωρίς σπουδαίο λόγο) καταγγελίας της από την εργοδότιδα εταιρεία (αναιρεσίβλητη).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το έγγραφο αυτό, πλην όμως από την αξιολόγηση του περιεχομένου του, σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσίβλητη προσέλαβε τον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) ως "Γενικό Διευθυντή για επιβάτες", για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, το οποίο "άρχισε ήδη από της εκδόσεως της αποφάσεως του Δ/Σ, την 22 Φεβρουαρίου 2002 και λήγει την 21 Φεβρουαρίου 2007 ή με την έκδοση σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου", κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, ήτοι ότι η ένδικη σύμβαση τελούσε υπό διαλυτική αίρεση, η οποία, όπως περαιτέρω δέχθηκε, αφού πληρώθηκε με την άσκηση από το Δ.Σ.
της εναγομένης καταγγελίας, πριν από τον ορισθέντα χρόνο λήξεώς της, κατέστησε τη σύμβαση εξ υπαρχής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι αφορούν στην αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και των δικαιοπραξιών γενικώς, της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που αυτοί χρησιμοποίησαν, και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι ανωτέρω διατάξεις, όταν, καίτοι διαπιστώνει, ανελέγκτως, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία των, στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας ή συμπληρώσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.
Οι αυτοί δε ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξία, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη ήτοι οι συνήθειες και τρόποι ενέργειας που επικρατούν στις συναλλαγές.
Ωσαύτως, παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Το δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων, διαπιστώνει κυριαρχικώς την βούληση των μερών, στην κρίση του δε αυτή δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας των διαδίκων: "Στις 9-4-2002 ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) κατάρτισαν έγγραφη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 22-2-2002 έως 21-2-2007, βάσει των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 8 του ν. 2414/1996, με την οποία ο ενάγων διορίσθηκε Γενικός Διευθυντής της εναγομένης.
Με τον όρο 2 της ως άνω συμβάσεως συμφωνήθηκε ότι "σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 2863/22-2-2002, αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, η εταιρεία προσλαμβάνει τον κ. Β. (ενν. Β.) Λ., ως Γενικό Διευθυντή για επιβάτες για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, που άρχισε ήδη από της εκδόσεως της αποφάσεως του Δ/Σ, την 22 Φεβρουαρίου 2002 και λήγει την 21 Φεβρουαρίου 2007 ή με την έκδοση σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου.
Η παρούσα σύμβαση ως ορισμένου χρόνου, δεν παρατείνεται σιωπηρώς, η δε τυχόν για οποιοδήποτε λόγο, μετά την παραπάνω λήξη της σύμβασης, παραμονή και συνέχιση της απασχόλησης του Γενικού Διευθυντή, δεν επιτρέπεται, ούτε θεμελιώνει υπέρ αυτού οιοδήποτε δικαίωμα κατά της εταιρείας. Ανανέωση ή παράταση του χρόνου διάρκειας της παρούσας επιτρέπεται μόνο κατόπιν σχετικής προς τούτο απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία θα εκδοθεί ύστερα από πρόταση του Διευθύνοντος Συμβούλου, κατά τη διαδικασία της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 και 3 του ν. 2414/1996 και επί τη βάσει της απόφασης αυτής, με την κατάρτιση νέας σύμβασης".
Με τον όρο 3 περ. α της συμβάσεως ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι " Η εταιρεία αναθέτει στο Γενικό Διευθυντή και αυτός αποδέχεται και αναλαμβάνει τα καθήκοντα και όλες τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στη Γενική Διεύθυνση της οποίας ο Γενικός Διευθυντής προΐσταται.... Τα εν λόγω καθήκοντα, αρμοδιότητες και υπηρεσίες του Γενικού Διευθυντή, θα ασκούνται και θα παρέχονται εντός του πλαισίου των στρατηγικών επιλογών και της εν γένει πολιτικής, τις οποίες καθορίζει εκάστοτε, με σχετικές αποφάσεις του, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας..." ενώ με την περ.
γ του όρου 3 ορίσθηκε ότι "η εταιρεία σύμφωνα με την παρούσα και γίνεται αποδεκτό ότι έχει μονομερές δικαίωμα όπως αναδιαρθρώνει και αναδιατάσσει τις Γενικές Διευθύνσεις του ΟΣΕ και να ανακατανέμει τις γενικές, ειδικές ή κοινές αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες αυτών, καθώς και του Γενικού Διευθυντή, ελευθέρως κατά την κρίση της, ανάλογα με τις εκάστοτε διοικητικές και επιχειρησιακές της ανάγκες και εκτιμήσεις και σύμφωνα με τους στόχους του Στρατηγικού Επιχειρησιακού της Σχεδίου, χωρίς η άσκηση του δικαιώματός της αυτού, να αποτελεί λόγο καταγγελίας της παρούσας, εκ μέρους του Γενικού Διευθυντή".......
Περαιτέρω αποδείχθηκε (συνεχίζει το Εφετείο) ότι με την υπ' αριθ. 642/17-5-2004 απόφασή του, το Δ/Σ της εναγομένης κατήγγειλε την από 9-4-2002 σύμβαση του ενάγοντος, την οποία του κοινοποίησε στις 18- 5-2004 με το υπ' αριθ. πρωτ. 4295/17-5-2004 έγγραφο της Γραμματείας του Διοικητικού Συμβουλίου......(και ότι).... εφόσον τα διάδικα μέρη είχαν συμφωνήσει, ότι η εναγόμενη θα είχε το δικαίωμα μονομερούς λύσεως της συμβάσεως και πριν από την πάροδο ορισμένου χρόνου, όπως προκύπτει από τους όρους 2 και 3 περ.
γ της συμβάσεως που προαναφέρθηκαν, η λειτουργία της συμβάσεως τελούσε υπό διαλυτική αίρεση, η οποία αφού πληρώθηκε με την άσκηση από το Δ/Σ της εναγομένης της από 17- 5-2004 καταγγελίας, αυτή μετέπεσε εξ υπαρχής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που λύεται δια μόνης της καταγγελίας, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, δηλαδή με τις διατυπώσεις της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 5 του ν. 3198/1955".
Aπ' αυτά που δέχτηκε το Εφετείο προκύπτει ότι δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 9-4-2002 συμφωνία σε σχέση με το ζήτημα αν είχε επιφυλαχθεί υπέρ της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) δικαίωμα καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και πριν τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειάς της.(όρος 2 της ως άνω συμφωνίας και όχι παρ. 3 περ.
γ' αυτής, που εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο). Επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ως προς την έννοια των ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν τα μέρη συμφωνούν ότι αυτή θα διαρκέσει έως ορισμένο χρονικό σημείο, με την πάροδο του οποίου η σύμβαση λήγει αυτόματα, χωρίς να απαιτείται καταγγελία ή προειδοποίηση για την επερχόμενη λήξη ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από τα μέρη.
Στη σύμβαση δε αυτή η συμφωνημένη διάρκειά της αποτελεί την ανώτατη, αλλά συγχρόνως και την ελάχιστη διάρκεια, έως τη συμπλήρωση της οποίας τα μέρη δεσμεύονται να παραμείνουν στη σύμβαση. Πρόωρη απαλλαγή τους από τη συμβατική δέσμευση είναι δυνατή μόνο αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ.
Όμως τα μέρη, έχουν τη δυνατότητα, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), να αμβλύνουν την έντονη δέσμευση τους, που συνεπάγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου και να θέσουν ένα χρονικό σημείο έως το οποίο, κατ ανώτατο όριο, θα διαρκέσει η σύμβαση, συμφωνώντας όμως παράλληλα ότι θα έχουν δικαίωμα μονομερούς λύσεως και πριν από την πάροδο της ορισμένης διάρκειας.
Είναι δε ακόμη δυνατή και η συμφωνία ότι δικαίωμα καταγγελίας θα έχει μόνο το ένα μέρος λ.χ ο εργοδότης, οπότε χρονική δέσμευση υπάρχει από το άλλο μέρος. Στην περίπτωση αυτή η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας, όσο διαρκεί η λειτουργία της τελεί υπό διαλυτική αίρεση, η οποία, αν πληρωθεί με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος της καταγγελίας, μεταπίπτει και μάλιστα εξαρχής σε σύμβαση αορίστου χρόνου και λύεται δια μόνης της καταγγελίας, με τις διατυπώσεις, όμως, του άρθρου 5 ν.3198/1955 (Ολ ΑΠ 42/2002).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ.1 του ΑΚ. 1 και 5 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, για να είναι όμως έγκυρη πρέπει να είναι έγγραφη και να καταβάλλεται η αποζημίωση απολύσεως [επί πλέον δε, μετά το Ν. 2556/1997 (άρθρ. 2 παρ. 4) να έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή να έχει ασφαλισθεί αυτός].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, πλην των προαναφερθέντων, και τα εξής : ".... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ αριθ. 642/17-5-2004 απόφασή του, το Δ/Σ της εναγομένης κατήγγειλε την από 9-4-2002 σύμβαση του ενάγοντα, την οποία του κοινοποίησε στις 18- 5-2004 με το υπ' αριθ.
πρωτ. 4295/17-5-2004 έγγραφο της Γραμματείας του Διοικητικού Συμβουλίου... (και ότι)...., εφόσον τα διάδικα μέρη είχαν συμφωνήσει, ότι η εναγόμενη θα είχε το δικαίωμα μονομερούς λύσεως της συμβάσεως και πριν από την πάροδο ορισμένου χρόνου, όπως προκύπτει από τους όρους 2 και 3 περ. γ της συμβάσεως που προαναφέρθηκαν, η λειτουργία της συμβάσεως τελούσε υπό διαλυτική αίρεση, η οποία αφού πληρώθηκε με την άσκηση από το Δ/Σ της εναγομένης της από 17- 5-2004 καταγγελίας, αυτή μετέπεσε εξ υπαρχής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που λύεται δια μόνης της καταγγελίας, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, δηλαδή με τις διατυπώσεις της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (...).
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361,669,672 ΑΚ και των άρθρων 1, 3, 5 και 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 5 του Ν. 3198/1955, αφού με την παραδοχή ότι η λειτουργία της συμβάσεως τελούσε υπό διαλυτική αίρεση με βάση τον όρο 2 της ως άνω συμφωνίας και όχι και τον όρο 3, περ.
γ'αυτής, όπως εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο, και ότι με την πλήρωσή της μετέπεσε εξ υπαρχής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά στη συνέχεια δέχθηκε ότι η λύση της συμβάσεως αυτής επήλθε με καταγγελία χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με τις διατυπώσεις της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου), πλήττεται η προβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των άρθρων 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, του άρθρ. 60 παρ. 2 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με το αρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΑ, σε σχέση με την κρίση του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη (ΟΣΕ Α.Ε) απολαμβάνει των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου κατά την εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
Σχετικά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ αριθ. 642/17-5-2004 απόφασή του, το Δ/Σ της εναγομένης κατήγγειλε την από 9-4-2002 σύμβαση του ενάγοντα, την οποία του κοινοποίησε στις 18-5-2004 με το υπ' αριθ. πρωτ. 4295/17-5-2004 έγγραφο της Γραμματείας του Διοικητικού Συμβουλίου.
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα......, εφόσον τα διάδικα μέρη είχαν συμφωνήσει, ότι η εναγόμενη θα είχε το δικαίωμα μονομερούς λύσεως της συμβάσεως και πριν από την πάροδο ορισμένου χρόνου, όπως προκύπτει από τους όρους 2 και 3 περ. γ της συμβάσεως που προαναφέρθηκαν, η λειτουργία της συμβάσεως τελούσε υπό διαλυτική αίρεση, η οποία αφού πληρώθηκε με την άσκηση από το Δ/Σ της εναγομένης της από 17- 5-2004 καταγγελίας, αυτή μετέπεσε εξυπαρχής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που λύεται δια μόνης της καταγγελίας, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, δηλαδή με τις διατυπώσεις της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (...).
Το κύρος δε της καταγγελίας εκ μέρους της εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσίβλητης) της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος), συνεχίζει το Εφετείο, δεν θίγεται από τη μη καταβολή της αποζημιώσεως απολύσεως σ' αυτόν, αφού σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η εφεσίβλητη απολαμβάνει των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και του προνομίου της μη ακυρότητας της απολύσεως και της μη υπερημερίας αποδοχής των υπηρεσιών του απολυθέντος για παράβαση διατάξεων σχετικών προς την απόλυση μισθωτών και της μη καταβολής της αποζημιώσεως".
Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως, για παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας ως εκ περισσού ασχολήθηκε με το θέμα των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου που δέχθηκε ότι απολαμβάνει η αναιρεσίβλητη σε σχέση με την καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, αφού αυτός με την αγωγή του και με σχετική βάση αυτής, δεν επικαλέστηκε ακυρότητα της (κατ'αυτόν ορισμένου χρόνου) συμβάσεως εργασίας του λόγω μη καταβολής αποζημιώσεως απολύσεως, αλλά μόνο ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του λόγω ελλείψεως σπουδαίου λόγου για το έγκυρο αυτής, με αποτέλεσμα οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου να είναι πλεοναστικές.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2011 αίτηση του Β. Λ. του Μ. για αναίρεση της 6122/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ