Legislator Case Law & Legislation
1864/2011 AI generated

1864/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1864/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1864/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικής ένστασης από τον εναγόμενο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1864 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1864/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.

Του αναιρεσίβλητου: Ορφανοτροφείου Κερκύρας, νομίμως εκπροσωπούμενου από την πρόεδρο του Αδελφάτου και Δήμαρχο Κερκυραίων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 4-7-2006 ανταγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-11-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 19-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 §2, 118 εδ. 4 και 216 §1 του ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο της, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικής ένστασης από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε, επίσης, με αναφορά στη σχετική διάταξη του νόμου ή μνεία αυτής, ούτε με δικαστική ομολογία του εναγομένου, η οποία ως αποδεικτικό μέσο με δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, αποκλείει μόνο τη διεξαγωγή αποδείξεων και απαλλάσσει τον αντίδικο από το βάρος απόδειξης του σχετικού (ομολογούμενου) ισχυρισμού.

Επίσης, η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.

Δηλαδή, για να κριθεί η ένσταση ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα τη δικαστική εκτίμηση της αγωγής, διαφορετικά, αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη, η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη.

Ειδικότερα, προκειμένου περί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου -αίτημα της οποίας είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος και η απόδοση του πράγματος σ1 αυτόν, ή μπορεί να είναι και μόνο το δεύτερο αίτημα χωρίς να προκαλείται αοριστία ή απαράδεκτο, απαιτείται, για να είναι αυτή ορισμένη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις και το άρθρο 1094 του ΑΚ, α) από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, με καθορισμό της θέσης στην οποία βρίσκεται, της έκτασης και των ορίων του, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι πλευρικές διαστάσεις του ή να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων με τη σημείωση, ότι σε περίπτωση άσκησης διεκδικητικής ανταγωγής, όταν με αυτή διεκδικείται η κυριότητα του ίδιου ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή, δεν είναι αναγκαία η περιγραφή του σ' αυτή και η έλλειψη αυτή δεν την καθιστά αόριστη και β) να αναφέρονται σ' αυτή τα στοιχεία που θεμελιώνουν την επικαλούμενη κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, με κάποιον προβλεπόμενο από τον νόμο τρόπο.

Νόμιμο τρόπο (παράγωγο) κτήσης κυριότητας συνιστά η κληρονομική διαδοχή, με επίκληση της συμβολαιογραφικής αποδοχής της κληρονομιάς και μεταγραφής της σχετικής δήλωσης (αρθρ. 1193, 1198, 1846 ΑΚ) ή έκδοση του οικείου κληρονομητηρίου, ενώ πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, συνιστά η χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη.

Στοιχεία της χρησικτησίας είναι, εκτός από την καλή πίστη, το νόμιμο τίτλο και την πάροδο δεκαετίας (τακτική) ή απλά την πάροδο εικοσαετίας (έκτακτη) από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), και η φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου (νομή) με διενέργεια υλικών πράξεων δηλωτικών της βούλησης να το έχει ως κύριος ο κατέχων, οι οποίες (διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο), πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή (ή ανταγωγή ή την τυχόν προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο), για να είναι ορισμένη και επιδεκτική δικαστικής εκτίμησης.

Για την κτήση δε κυριότητας σε ακίνητο κατά το πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, με κληρονομική διαδοχή και χρησικτησία, θα εφαρμοστούν, σύμφωνα με το άρθρο 92 εδ.1 του Εισ.Ν.ΑΚ -εφόσον η επίδικη διαφορά αφορά κληρονομούμενο που απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ και κληρονομιαία ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή των Ιονίων Νήσων- οι διατάξεις του Πολιτικού Κώδικα των Ιονίων Νήσων, ως νόμου τοπικού του Ελληνικού Κράτους (ο οποίος καταργήθηκε με την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 5 αριθ.2 ΕισΝ.ΑΚ) και συγκεκριμένα τα άρθρα 592, 663, 666, 667, 593, 2063, 2092 και 2095 αυτού, κατά τα οποία, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, εκτός άλλων, με κληρονομική διαδοχή και αποδοχή της κληρονομιάς, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, με την επιχείρηση πράξεων που αρμόζουν σε κληρονόμο, και με τριακονταετή παραγραφή, για την οποία απαιτείται διακατοχή συνεχής και αδιάκοπη, ειρηνική, δηλαδή ήσυχη και απαλλαγμένη βίας, δημόσια, δηλαδή φανερή, ασκούμενη απέναντι εκείνων που είχαν συμφέρον να γνωρίζουν για να αντείπουν και να εναντιωθούν στην ενέργεια των πράξεων διακατοχής, αναμφίβολη, δηλαδή ασκούμενη, όχι με πράξεις που επιδέχονται διαφορετική ερμηνεία ως προς το χαρακτήρα τους, και για λόγο κυριότητας, δηλαδή με διάνοια κυρίου.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 980, 981, 982 και 984 του ΑΚ προκύπτει, ότι η νομή, η οποία με την πάροδο του οριζόμενου στο νόμο χρόνου οδηγεί στην κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 1045 ΑΚ), μπορεί να ασκείται, αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, ήτοι μέσω "αντιπροσώπου", τέτοιος δε είναι αυτός που ασκεί τη νομή, όχι στο όνομα και για λογαριασμό δικό του, αλλά του αντιπροσωπευόμενου νομέα, οπότε, σε περίπτωση που αυτός μεταβάλλει διάθεση και θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή του τελευταίου, η νομή δεν χάνεται για το νομέα (αντιπροσωπευόμενο), προτού ο αντιπρόσωπος εκδηλώσει την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για τον εαυτό του και ο αντιπροσωπευόμενος λάβει γνώση αυτού.

Το ίδιο συμβαίνει και πάλι, δηλαδή ο αντιπροσωπευόμενος δε χάνει τη νομή του, αν πεθάνει ο αντιπρόσωπος και ο κληρονόμος του δεν εκδηλώσει πρόθεση να νέμεται το πράγμα για τον εαυτό του, καθώς και αν ο αντιπρόσωπος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν τέτοια πρόθεση, αλλά ο αντιπροσωπευόμενος νομέας δεν λάβει γνώση της τελευταίας.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1101-1105 ΑΚ, προκύπτει ότι ο καλής πίστεως νομέας του διεκδικούμενου ακινήτου, δύναται να ζητήσει από τον κύριο αποζημίωση για τις δαπάνες που ενήργησε επί του πράγματος, τόσο τις αναγκαίες, που έγιναν για τη διατήρησή του κατάλληλου για εκμετάλλευση σύμφωνα με τον προορισμό του, όσο και για τις επωφελείς, με τις οποίες επήλθε αύξηση της αξίας του, εφόσον αυτή σώζεται κατά το χρόνο απόδοσής του.

Οι σχετικές αξιώσεις μπορούν να ασκηθούν με αγωγή, ανταγωγή ή με ένσταση επίσχεσης κατά τα άρθρα 325-326 ΑΚ, κατά τη συζήτηση της διεκδικητικής αγωγής, η οποία, για να είναι ορισμένη (άρθρ. 262 §1, 216 §1 ΚΠολΔ), πρέπει να εκτίθεται σ' αυτή, πέραν από το ότι, όσον αφορά τις επωφελείς, ότι αυτός κατά το χρόνο που τις διενέργησε ήταν καλόπιστος και ότι η αξία που προστέθηκε σώζεται κατά το χρόνο απόδοσης του πράγματος- και τα στοιχεία που προσδιορίζουν το ύψος των εν λόγω δαπανών (ποσότητες και είδος εργασιών, ποσότητες και αξία υλικών, ημερομισθίων κλπ), διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα, λόγω της αοριστίας της, ως απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο, στην από 4-7-2006 ανταγωγή που άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο, ισχυρίστηκε, ότι αυτό απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή (κατ' αντιγραφή από αυτή), κατά ποσοστό 12/14 εξ αδιαιρέτου (και κατά τα υπόλοιπα 2/14 το Γηροκομείο-Πτωχοκομείο Κέρκυρας), με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) καθώς και πρωτότυπο (χρησικτησία) και συγκεκριμένα:

α) κατά ποσοστό 10/14 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά της κυρίας, νομέα και κατόχου κατά το ποσοστό αυτό, Α. συζύγου Κ. Π., το γένος Δ., η οποία απεβίωσε το έτος 1934, δυνάμει της από 26-6-1933 μυστικής διαθήκης της, την οποία (κληρονομία) αποδέχτηκαν νόμιμα κατά τις διατάξεις του προϊσχύοντος του ΑΚ δικαίου οι συγκύριοι και αναμίχθηκαν σ' αυτή, νεμόμενοι και κατέχοντες το ακίνητο, στο οποίο διενεργούσαν πράξεις κυριότητας που άρμοζαν στη φύση του, ήτοι, εκμισθώνοντας αυτό και εισπράττοντας τα μισθώματα, β) κατά ποσοστό 1/14 εξ αδιαιρέτου, (κατά το υπόλοιπο 1/14 το Γηροκομείο-Πτωχοκομείο Κέρκυρας) από κληρονομιά της κυρίας αυτού, νομέα και κατόχου Ε.

Μ. Θ., η οποία απεβίωσε το έτος 1964, δυνάμει της .../3-6-1962 δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε στο Συμβολαιογράφο Κέρκυρας Ιωάννη Ζωχιό, την οποία αποδέχτηκαν, επίσης, οι ίδιοι με την .../26-5-1964 δήλωση αποδοχής του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γεωργίου Ζωχιού, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 30-5-1964 και γ) κατά ποσοστό 1/14 εξ αδιαιρέτου (και κατά το υπόλοιπο 1/14 το προαναφερόμενο ίδρυμα), από κληρονομιά της κυρίας αυτού, νομέα και κατόχου Ε.

χήρας Σ. Ρ., η οποία απεβίωσε στις 7-4-1964, δυνάμει της από 19-1-1960 μυστικής διαθήκης της, την οποία αποδέχτηκαν, με την .../21-1-1965 δήλωση αποδοχής του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γ. Ζωχιού, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 30-5-1964. Ότι, τόσο οι συγκύριοι, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους, νέμονταν και κατείχαν το εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, από 100ετίας και πλέον, συνεχώς, αδιάκοπα, αναμφίβολα, ειρηνικά, δημόσια και επί λόγω κυριότητας, ήτοι εκμισθώνοντας αυτό και εισπράττοντας τα μισθώματα, καλλιεργώντας αυτό με τους εκάστοτε μισθωτές τους, συλλέγοντας καρπούς και χρησιμοποιώντας με τους εκάστοτε μισθωτές τους, το ισόγειο κτίσμα που υπήρχε σ' αυτό.

Ότι, το έτος 1962, κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας, είχαν εκμισθώσει το επίδικο -στο οποίο τότε υπήρχε κτίσμα 50 τμ, το οποίο ο μισθωτής χρησιμοποιούσε ως οινομαγειρείο- στον πατέρα του εναγομένου Α. Κ., για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών και με μηνιαίο μίσθωμα 300 δραχ., ότι η μίσθωση παρατάθηκε αναγκαστικά και διαδοχικά, σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους, και ότι ο εναγόμενος, ο οποίος μετά το θάνατο του μισθωτή πατέρα του το έτος 1977, υπεισήλθε ως κληρονόμος του στη μισθωτική σχέση, εν γνώσει αυτής και χρησιμοποιούσε έκτοτε το μίσθιο ως κατάστημα πώλησης ελαστικών, καταβάλλοντος και ποσό 35.000 δραχ.

το έτος 1992 έναντι οφειλομένων μισθωμάτων και ενώ ήδη είχαν ασκήσει κατ' αυτού την από 23-2-2004 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας για απόδοση της χρήσης του μισθίου, στις αρχές Ιουλίου του έτους 2005, με τις αναφερόμενες ενέργειές του, εκδήλωσε την πρόθεσή του να οικειοποιηθεί το επίδικο ακίνητο -το οποίο και δήλωσε ως δικό του στο κτηματολόγιο και να πάψει να διακατέχει αυτό για λογαριασμό τους -μέσω του οποίου, ως μισθωτή, ασκούσαν τη νομή σ' αυτό - και να διακατέχει πλέον για δικό του λογαριασμό, αποβάλλοντάς τους από τη νομή του.

Ζήτησε δε, να διαταχθεί η αποβολή του ενάγοντος-αντεναγομένου από το επίδικο ακίνητο (όπως και πάλι περιγράφεται και προσδιορίζεται στο αιτητικό της ανταγωγής, με ειδικότερη αναφορά του κτίσματος των 50 τ. μ. ή όσης έκτασης είναι) και να αποδοθεί αυτό στους άνω συγκυρίους κατά τα αντίστοιχα εξ αδιαιρέτου ποσοστά.

Κατά τη συζήτηση της ανταγωγής που συνεκδικάστηκε με την αγωγή, ο ενάγων-αντεναγόμενος, με τις από 17-10-2006 προτάσεις του, αρνούμενος την ανταγωγή και προς απόκρουση αυτής, ισχυρίστηκε, εκτός άλλων: α)ότι ο ίδιος έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου "με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, όπως αναφέρει στην αγωγή του", επικαλούμενος ότι: "Από το έτος 1973 μέχρι την άσκηση αυτής "νεμόμουν αυτό" ασκώντας, "με τη θέληση να είμαι κύριος, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αναφέρω στην αγωγή μου", ότι "τα αληθινά πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν δικό μου αγώγιμο δικαίωμα περί αποκλειστικής μου κυριότητας, νομής και κατοχής, αναφέρονται στην υπό κρίση αγωγή μου, στο περιεχόμενο της οποίας αναφέρομαι ..." και ότι "προέβην σε νέες και μόνιμες πράξεις φυσικής εξουσίασης, οι οποίες ήταν ικανές ...

να οδηγήσουν σε θεμελίωση νέας νομής και να με καταστήσουν νομέα και κύριο αυτού, τις οποίες αναλυτικά και ορισμένα περιγράφω σε χρόνους και πράξεις στην αγωγή μου", β)ότι τα έτη 1977 και 1980 προέβη στις αναφερόμενες επωφελείς δαπάνες στο επίδικο (ανέγερση κτίσματος, περίφραξη, επίστρωση με χαλίκι του ακάλυπτου χώρου, δημιουργία διόδου και τσιμεντόστρωση αυτής), που "ανέρχονται, με σημερινές τιμές σε ποσό αντίστοιχα 100.000, 15.000, 1.000 και 30.000 ευρώ και συνολικά σε 146.000 ευρώ, κατά το οποίο, αν γίνει δεκτή η ανταγωγή, θα ωφεληθεί το αντενάγον, ζήτησε, για την περίπτωση αυτή, επικουρικά, προβάλλοντας "ένσταση επίσχεσης", να υποχρεωθεί αυτό να του καταβάλει ως αποζημίωση το άνω ποσό δαπανών.

Οι άνω ενστάσεις του ενάγοντος-αντεναγομένου είναι αόριστες, και δη η ένσταση ιδίας κυριότητας, γιατί δεν επικαλείται (πλην της δήλωσης του επιδίκου στο κτηματολόγιο το έτος 1999), συγκεκριμένες πράξεις διακατοχής, παραπέμποντας στο περιεχόμενο της αγωγής του, ενώ η συμπλήρωση της αοριστίας κατά τον τρόπο αυτό δεν είναι επιτρεπτή, η δε ένσταση επίσχεσης, εκτός άλλων, γιατί, πέρα από το ότι δεν επικαλείται τη διενέργεια των δαπανών για τις άνω εργασίες, ως καλόπιστος νομέας, δεν αναφέρει αναλυτικά αυτές, ως προς το είδος και ποσότητες εργασιών, είδος, ποσότητες και αξία υλικών, αμοιβές εργατών κλπ, ώστε να μπορεί το αντενάγον να αντικρούσει αυτές και το Δικαστήριο να ελέγξει, τάσσοντας τις αναγκαίες αποδείξεις, το βάσιμο αυτών, ενώ η ανταγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον γίνεται σ' αυτή ακριβής περιγραφή του ακινήτου και με αναφορά στην αγωγή, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες ή μισθωτές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αντεναγόμενος.

Επίσης, αναφέρεται ο τρόπος κτήσης κυριότητας από το αντενάγον και το Γηροκομείο-Πτωχοκομείο Κέρκυρας, παραγώγως και πρωτοτύπως, τόσο με τις προϋποθέσεις και τα στοιχεία του προϊσχύσαντος Ιονίου Αστικού Κώδικα, -χωρίς να είναι αναγκαία η επίκληση των σχετικών διατάξεων αυτού,- τόσο και με τις προϋποθέσεις του ισχύοντος Αστικού Κώδικα, αναφέρονται διακατοχικές πράξεις, η άσκηση αυτών δι' αντιπροσώπου, με αναφορά και της συγκεκριμένης έννομης σχέσης (μίσθωσης) την οποία αφορούσε η εξουσία του τελευταίου για άσκηση νομής για λογαριασμό του (αντεναγοντος), καθώς και την αντιποίηση από αυτόν-αντεναγόμενο- της νομής και, συνακόλουθα, την προσβολή της κυριότητάς τους, για την οποία ζήτησαν παραδεκτά (μόνο) την αποβολή του-αντεναγομένου-από το επίδικο και την εγκατάσταση τους ως συγκυρίων σ' αυτό.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο και απορρίπτοντας τις ως άνω ενστάσεις ως αόριστες, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, περαιτέρω δε δεχόμενο ως πλήρως ορισμένη την ένδικη ανταγωγή, ορθά κήρυξε απαράδεκτες ως αόριστες τις ως άνω ενστάσεις και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανταγωγή και ως αόριστες επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όπως εκτιμάται, σε σχέση με την απόρριψη από το Εφετείο των ερευνώμενων πιο πάνω ενστάσεων ως αόριστων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σε κάθε πάντως περίπτωση και κατά το μέρος ειδικότερα που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι κήρυξε αόριστη την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντα, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η βάση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντα κατά το μέρος με το οποίο ζητούσε αυτός την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με χρησικτησία, ήταν όμοια κατά περιεχόμενο με τη βάση της ως άνω ένστασής του, εξετάστηκε από το Εφετείο, κρίθηκε νόμιμη και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν.

Το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ., καθορίζει τα στοιχεία του δικογράφου, δηλ. του εγγράφου που συντάσσεται προς πιστοποίηση διαδικαστικής πράξης των διαδίκων. Οι διαδικαστικές πράξεις αποτελούν πράξεις ρυθμιζόμενες κατά το πραγματικό και τις έννομες συνέπειές τους από το δικονομικό δίκαιο, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία, εξέλιξη ή περάτωση συγκεκριμένης διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας.

Ως τέτοιες αντιδιαστέλλονται από τις δικαιοπραξίες του ουσιαστικού δικαίου. Οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου με τις οποίες παρέχεται δικαίωμα ακύρωσης με δικαστική απόφαση δικαιοπραξίας (άρθρο 154 ΑΚ), καθώς και αυτές που ρυθμίζουν την ακυρότητα των δικαιοπραξιών δεν εφαρμόζονται στις διαδικαστικές πράξεις.

Τέτοια είναι και η αίτηση στον Ειρηνοδίκη για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την από 30-6-2005 αγωγή του, ισχυρίστηκε, ότι έγινε κύριος, νομέας και κάτοχος με τον επικαλούμενο τρόπο, του αναφερόμενου και περιγραφόμενου σ' αυτή ακινήτου, ότι, το έτος 2001, όταν υπέβαλε στο Δήμο Κερκυραίων (ο εκάστοτε Δήμαρχος του Δήμου είναι και Πρόεδρος του Αδελφάτου του εναγόμενου Ορφανοτροφείου Κέρκυρας) την υπ' αριθ.

πρωτ. 68/25-6-2001 αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας της επιχείρησης βουλκανιζατέρ που λειτουργούσε σ' αυτό, το εναγόμενο (δια του Προέδρου του) αμφισβήτησε την κυριότητά του και επικαλούμενο κυριότητά του στο επίδικο και σύμβαση μίσθωσης μεταξύ αυτού και του δικαιοπαρόχου του-ενάγοντος-(πατέρα του), την οποία αυτός δεν γνώριζε, αρνήθηκε να εκδώσει την άδεια, αλλά εξέδωσε βεβαίωση, κατά την οποία το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα των Αγαθοεργών Ιδρυμάτων Κέρκυρας, (εναγόμενου) και ότι ο ίδιος κατείχε και κατέχει αυτό δυνάμει σύμβασης μίσθωσης.

Ότι, προκειμένου να εγκριθεί από το τμήμα Πολεοδομίας της Ν.Α. Κέρκυρας η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων της επιχείρησής του, που ήταν αναγκαία για την έκδοση της άδειας αυτής, εξαναγκάστηκε, υπό το κράτος έντονου φόβου και ανησυχίας για τυχόν αποβολή του από το ακίνητο και σφράγισης του καταστήματός του από το Δήμο Κερκυραίων, και υπό την άμεση απειλή της μη έγκρισης της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων της επιχείρησής του από το τμήμα πολεοδομίας, οι υπάλληλοι της οποίας του απαίτησαν να προσκομίσει ένορκες βεβαιώσεις "ότι όλα τα κτίρια της περιοχής ανήκουν στο εναγόμενο και ότι προϋφίστανται του έτους 1945"-, να υποβάλει στον Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, την από 10-12-2002 αίτηση, κατόπιν της οποίας δόθηκε η υπ1 αριθ. 1255/10-12-2002 ένορκη βεβαίωση, στην οποία οι μάρτυρες βεβαίωσαν, ότι το επίδικο ανήκει στα αδελφάτα, όπως και όλα τα κτίρια της περιοχής, προϋφίσταται του έτους 1945, και με βάση αυτή εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας της επιχείρησής του.

Ζήτησε δε με την αγωγή, κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτής: α)να ακυρωθούν λόγω απειλής (αρθρ. 150 ΑΚ), η άνω, από 10-12-2002 αίτησή του προς τον Ειρηνοδίκη Κέρκυρας και η υπ' αριθ. 1255/10-12-2002 ένορκη βεβαίωση, αλλιώς να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτών, λόγω αντίθεσής τους στα χρηστά ήθη (κατ' άρθρο 178, 179 ΑΚ) και β)να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο.

Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα πιο πάνω, η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο υπό στοιχ.α αγωγή για ακύρωση, αλλιώς αναγνώριση της ακυρότητας των αμέσως πιο πάνω αίτησης και ένορκης βεβαίωσης, ήτοι διαδικαστικών πράξεων, δεν είναι νόμιμη, αφού τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη, δεν συνιστούν δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης ή δικαιοπραξία ώστε να χρήζουν εφαρμογής οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 150 και 178, 179 ΑΚ.

Κρίνοντας, έτσι, και το Εφετείο και απορρίπτοντας ως αβάσιμο, τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω αγωγή, ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 150, 178 και 179 ΑΚ και δεν παραβίασε αυτές, γι'αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος, μέρος πρώτο, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αριθ.1 α' και 556 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει με σαφήνεια, ότι, για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αριθ. 1 α') προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 24/92).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/96).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Εφετείο με το να δεχτεί ότι: "... δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που προβλέπονται από το κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 43 και 60 του ν.δ.496/1974 εκδοθέν π.δ. 715/1979 "περί του τρόπου ενεργείας υπό των ν.π.δ.δ.

προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων κλπ", πού επιβάλλουν εκμίσθωση των διαχειριζομένων απ' αυτά ακινήτων δια δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού (άρθρο 38 παρ1), την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης δια συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού εγγράφου (άρθρ.44 παρ 2) και απαγορεύουν τη σιωπηρή αναμίσθωση ή παράταση της μίσθωσης (άρθρ.37) πλήν όμως, η ακυρότητα που προκύπτει από την παράλειψη των δύο πρώτων προϋποθέσεων, αίρεται (κατ'άρθρο 42 παρ.1 νδ 496/1974) και θεραπευτεί, αν εκπληρωθεί η σύμβαση με την παράδοση της χρήσης του μισθίου και κατά λογική ακολουθία και στην κρινόμενη περίπτωση, η χρησιμοποίηση του μισθίου από το μισθωτή, χωρίς εναντίωση του αντενάγοντος εκμισθωτή (ν.π.δ.δ.) μετά τη λήξη της μίσθωσης, θεωρείται κατά νομικό πλάσμα, σιωπηρή παράταση αυτής για το χρονικό διάστημα της χρησιμοποίησης, όπως γίνεται δεκτό και για τις ρυθμιζόμενες με αναλόγου περιεχομένου διατάξεις ειδικών νόμων (πδ 19/19-11-1932, π.δ.266/1971), μισθώσεις του Δημοσίου ή άλλων ν.π.δ.δ, παραβίασε το νόμο "δεδομένου ότι α) το έτος 1962 ο αναιρεσείων ήταν μόλις επτά ετών όταν έληξε η μίσθωση και ως ανήλικος, δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα υπεισέλευσης στην μίσθωση, ήταν δε αδύνατον να γνωρίζει την όποια μίσθωση με τον πατέρα του" και β) η μίσθωση ακινήτου που ανήκει στο δημόσιο ή σε νπδδ είναι άκυρη".

Η αν δεν καταρτισθεί υπό τις προβλεπόμενες στις κείμενες διατάξεις συστατικές του κύρους προϋποθέσεις, διότι απαιτείται απαραίτητα έγγραφος τύπος, του οποίου η παράλειψη καθιστά την σύμβαση άκυρη". Περαιτέρω με τον έβδομο μέρος πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αυτή πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 249, 251 και 1094 ΑΚ) και δεν αξιολόγησε σωστά τις σχετικές με το ζήτημα αυτό ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Στην πρώτη περίπτωση (μέρος δεύτερο πρώτου λόγου αναίρεσης) δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές διατάξεις του νόμου που παραβιάστηκαν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση (έβδομος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος) δεν αναφέρονται επίσης, στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η φερόμενη ως παραβίαση του νόμου.

Και στις δύο δε περιπτώσεις δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν παραβίαση καθεμιάς από τις ουσιαστικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι περιέχοντως ως αόριστοι.

Ο έβδομος, δεύτερο μέρος, λόγος της αναίρεσης αναφέρεται στην εκτίμηση από το Εφετείο αποδείξεως η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 150, 178, 179 και 154 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της σωρευομένης στο ίδιο δικόγραφο, υπό στοιχείο α' αγωγής του, με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν λόγω απειλής η από 10-12-2002 αίτησή του προς τον Ειρηνοδίκη Κέρκυρας και η υπ' αριθ. 1255/10-12-2002 ένορκη βεβαίωση, αλλιώς να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτών λόγω αντίθεσης των στα χρηστά ήθη, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ούτε διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των επικαλουμένων από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικών μέσων.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινός χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο μέρος πρώτο, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων υπεισήλθε ως κληρονόμος στη μισθωτική σχέση εν γνώσει αυτής και χρησιμοποιούσε έκτοτε το μίσθιο καταβάλλοντος ως μίσθωμα 35.000 δρχ.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο στην ως άνω παραδοχή του, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος, κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αντίστοιχα μέρη του, λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δέχτηκε χωρίς απόδειξη:

α)Ότι οι διαφορετικές προσωνυμίες αφορούν την ίδια ευρύτερη περιοχή και η διαφορετικότητα οφείλεται, είτε σε προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη των παραπάνω εγγράφων (όρων διακήρυξης δημοπρασίας - ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και αποδοχές κληρονομιάς), είτε στο γεγονός ότι κατά την περιγραφή του επιδίκου δεν γίνεται αναφορά σε τοπογραφικό που να αποτυπώνεται αυτό και η έκταση του, αφού τέτοιο δεν υπήρχε τότε, δεχόμενη η αναιρεσιβαλλόμενη την κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου υπαλλήλου του, χωρίς στάθμιση της κατάθεσής της, παραβιάζοντας έτσι και τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, β)ότι η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 484107/24-8-1961 σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος μεταξύ του παππού του Β.

Ι. Κ. και της ΔΕΗ, δεν προκύπτει ότι αφορά το επίδικο ακίνητο, ενώ αφορούσε αυτό αποκλειστικά και γ)λαμβάνοντας υπ' όψιν αποδεικτικό μέσο με αμφισβητούμενη ισχύ (αντίγραφο από το βιβλίο μισθώσεων που δεν έχει την υπογραφή του αναιρεσείοντος) ότι έγινε καταβολή μισθώματος όχι στο δικό του όνομα, ως κληρονόμου του πατέρα του, αλλά στο όνομα του τελευταίου, παρότι είχε ήδη αποβιώσει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι εν λόγω αιτιάσεις πλήττουν αποκλειστικά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.

Εξ άλλου από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο έδωσε περισσότερη βαρύτητα και αξιοπιστία στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου Β. Κ., ενώ δεν αξιολόγησε επαρκώς την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος Σ. Κ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ'αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων μεταξύ των οποίων και εκείνο της αγωγής, το δε άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ του ιδίου Κώδικα, που ορίζει ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

Έτσι αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε στοιχεία περισσότερα ή θεώρησε επαρκή λιγότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο χρειάζονται για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, υπάρχει παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που αποτελεί λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του ως προς το νόμιμο της αγωγής και δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής ή αντίστοιχα δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Έτσι, αίτημα της διεκδικητικής αγωγής είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος και η απόδοση του πράγματος σ'αυτόν ή μπορεί να είναι μόνο το δεύτερο αίτημα στο οποίο εμπεριέχεται το πρώτο, χωρίς να προκαλείται αοριστία ή απαράδεκτο.

Επομένως ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε, ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου στηρίζεται σε διεκδικητική αγωγή και όχι σε αγωγή νομής, εν όψει του ότι με την ανταγωγή του το αναιρεσίβλητο δεν ζητά την αναγνώριση της συγκυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, αλλά μόνο την αποβολή του αντιδίκου του απ' αυτό και την εγκατάσταση του σ' αυτό του ιδίου του Γηροκομείου Κέρκυρας κατά το αναλογούν στο καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω, στην ανάλυση του τρίτου λόγου αναίρεσης, η ένδικη ανταγωγή, αν και δεν περιείχε αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας του αντενάγοντος, αλλά μόνο αίτημα απόδοσης του επιδίκου ακινήτου σ' αυτό και στο Γηροκομείο-Πτωχοκομείο Κέρκυρας, κατά το αναλογούν στο καθένα ποσοστό συγκυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, ορθά κρίθηκε ότι περιείχε τα στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής κυριότητας, που αποκτήθηκε με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κανονισμός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995, Ολ.ΑΠ 7/2002).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Περαιτέρω, επί ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, η δε παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 περιπτ.β' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που πρόβαλε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων και επανέφερε στο Εφετείο με τον 8ο λόγο έφεσης του προς απόκρουση της ένδικης ανταγωγής και τα οποία είναι τα εξής: "Η διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση δεν δικαιολογεί την άσκηση της υπό κρίση αγωγής για τους εξής λόγους:

α) Το αντίδικο δεν αποδεικνύει ούτε με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας την συγκυριότητά του στο αναφερόμενο στην ανταγωγή του ποσοστό των 12/14 στο οποίο φέρεται ότι είναι συγκύριο β) η σύναψη της επικαλούμενης στην ανταγωγή του μισθώσεως το έτος 1962 με τον πατέρα του (και με άλλους μαλτέζους) έγινε για να επιρρώσει δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας στο ακίνητο που γνώριζε ότι δεν είχε, γνωρίζοντας ότι οι προκάτοχοι του νέμονταν και κατείχαν το ακίνητο διάνοια κυρίου και εκμεταλλευόμενο τον φόβο των μαλτέζων μην αποβληθούν από τις ιδιοκτησίες που τους παραχωρήθηκαν για να διαμένουν μόνιμα και γ) η νομή που επικαλείται το αντίδικο όχι μόνο δεν αποδεικνύεται αλλά και αν ακόμη εγγράφως αναγνωρίσθηκε από μένα αυτό έγινε με εκβιαστικό τρόπο και άρα είναι επιλήψιμη.

Η αδράνεια του αντιδίκου του να αναζητήσει το επίδικο πριν το ανοικοδομήσει όταν ακόμη έληξε η μίσθωση με τον πατέρα του και πριν τον θάνατο του, δηλαδή μέχρι το έτος 1977 και αργότερα επί 40 και πλέον έτη να μην εισπράττει μισθώματα και να μην τον έχει οχλήσει, ενώ γνώριζε ότι το νέμεται και το κατέχει ως κύριος, δαπανώντας χρήματα για την αξιοποίηση του, εύλογα δημιούργησε την πεποίθηση σε αυτόν ότι νεμόταν το ακίνητο διάνοια κυρίου και ότι είχε ήδη καταστεί αποκλειστικός κύριος αυτού με όλα τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, πολύ περισσότερο όταν δεν γνώριζε την σύναψη σύμβασης μισθώσεως του πατρός του με το αντίδικο.

Το αντίδικο από το έτος 1962 που άσκησε μία και μοναδική πράξη νομής μέσω του πατρός του (την σύναψη σύμβασης μισθώσεως), εγκατέλειψε κάθε δικαίωμα άσκησης της νομής του μέσω του μισθωτή του και θυμήθηκε το ακίνητο του, όταν ήθελε να λάβει άδεια λειτουργίας της επιχείρησης του, οπότε εξέδωσε την αναφερομένη στην αγωγή του βεβαίωση, όπου βεβαιώνει ότι αυτός εξακολουθούσε να κατέχει δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως το ακίνητο, ενώ ουδέποτε σύναψε τέτοια με το αντίδικο, ούτε υφίσταται τέτοια συμβατική σχέση μεταξύ των.

Επίσης από κανένα έγγραφο δεν προκύπτει η σύναψη προγενέστερης μίσθωσης ( δηλαδή προ του έτους 1962) και το αντίδικο, ενώ στην προσθήκη αντίκρουσή του που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο αναφέρει, ότι υπήρχε προγενέστερη μίσθωση με τον Ι. Γ., αργότερα χορήγησε την αναφερόμενη στην αγωγή του από 18-7-2001 βεβαίωση, ότι δήθεν υφίσταται μίσθωση από πενήντα και πλέον έτη, δηλαδή από το έτος 1951.

Το αντίδικο κάνει μία απέλπιδα προσπάθεια να επιρρώσει κυριότητα και νομή στο ακίνητο όταν δεν γνωρίζει 1.- την επακριβή θέση του, το εμβαδόν του, τους όμορους, 2.- ποιος πραγματικά το νέμονταν για λογαριασμό του επί 30 και πλέον έτη 3.- από το έτος 1934 μέχρι το έτος 1962 δεν ενδιαφέρθηκε να ασκήσει έστω και με αντιπρόσωπο την νομή του και δεν έχει συγκυριότητα κατά 12/14 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο 4.-δεν ενδιαφέρθηκε να εισπράξει όλα αυτά τα χρόνια μισθώματα 5.- δεν δήλωσε καν την όποια συγκυριότητα του στο κτηματολόγιο.

Το αντίδικο τελούσε και τελεί υπό κακοβουλία, αφού θυμήθηκε την κυριότητα και νομή του στο ακίνητο, αφού το αξιοποίησε με υπέρογκες δαπάνες (το ομολογεί η μαρτυράς του στην δίκη Ενώπιον του Ειρηνοδικείου όπου αναφέρει ότι τώρα δίνουν σημασία γιατί έχει αποκτήσει αξία) με μοναδικό σκοπό την πρόκληση ζημίας σε βάρος του και αφού εξασφάλισε με τον αναφερόμενο στην αγωγή του τρόπο την ομολογία του για την δήθεν μίσθωση ζητά με τις αγωγές του την απόδοση αυτού".

Με βάση τα οποία πραγματικά περιστατικά ο αναιρεσείων ζήτησε την απόρριψη της ένδικης ανταγωγής ως καταχρηστικής, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων ... προς κατάλυση της ανταγωγής και ειδικότερα ότι η από το αναιρεσίβλητο σύναψη της επικαλούμενης απ' αυτό σύμβασης μίσθωσης με τον πατέρα του το έτος 1962, έγινε με σκοπό να θεμελιώσει δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητάς του στο επίδικο, γνωρίζοντας ότι αυτό το νέμονταν οι δικαιοπάροχοί του, ότι η νομή του αναγνωρίστηκε από τον ίδιο με εκβιαστικό τρόπο, ότι πριν από αυτή (μίσθωση) αλλά και μετά, καμία άλλη πράξη νομής άσκησε το αναιρεσίβλητο στο επίδικο, αδράνησε δε να το αναζητήσει πριν το ανοικοδομήσει αυτός, όταν έληξε η μίσθωση με τον πατέρα του και πριν το θάνατο του τελευταίου, ενώ, σε όλο το διάστημα που μεσολάβησε δεν ενδιαφέρθηκε να εισπράξει μισθώματα ή να ασκήσει νομή και "θυμήθηκε την κυριότητα και νομή του, αφού το αξιοποίησε αυτός (αντεναγόμενος)" με σκοπό την πρόκληση ζημίας σε βάρος του, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη με την κρίση ότι μόνη η επικαλούμενη αδράνεια του αντενάγοντος στην άσκηση του δικαιώματός του, χωρίς την επίκληση και άλλων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων κυρίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του τελευταίου και της πρόκλησης από την ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε και παγιώθηκε, δυσμενών επιπτώσεων στα συμφέροντά του, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτού επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Κρίνοντας, όπως παραπάνω το Εφετείο δεν παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε κρίνοντας σιωπηρά, ότι με τη συνδρομή των λοιπών επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε εκ του πράγματος τα ανωτέρω επί πλέον περιστατικά, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8β του ΚΠολΔ και γι'αυτό ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-11-2008 αίτηση του Χ. Κ., για αναίρεση της 166/2008 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ