Legislator Case Law & Legislation
1864/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata and statute of limitations grounds in labor dispute.

Case Number 1864/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute regarding Sunday and holiday wages. The appellant argued that the lower court erred in applying the doctrine of res judicata and found the claims time-barred, while the hospital contended the claims were invalid due to expired statutes. The court ruled that the doctrine of res judicata covered the right to such wages and that the claims had expired under the statute of limitations, leading to the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Article 247 of the Civil Code; Article 578 of the Code of Civil Procedure: The doctrine of res judicata applies to labor claims dependent on specific legal regimes only if that regime remains unchanged, and claims are barred by the statute of limitations if the limitation period has expired before the filing of the suit.

Keywords

AI generated
res judicata statute of limitations labor dispute Sunday wages legal regime change

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 247 of the Civil Code
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Articles 559, 106 and 110 of the Code of Civil Procedure
Article 4, paragraph 1 and Article 20 of the Constitution
Article 6 of the ECHR
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1864 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1864/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά ΤΖΑΝΕΙΟ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Φωτεινάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 98/1998 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 11-10-2000 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 232/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 98/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 513/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-5-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 20-2-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.

Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία οι αξιώσεις του μισθωτού στηρίζονται σε διάφορους αναγκαστικούς νόμούς, Σ.Σ.Σ. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν τέτοιες αξιώσεις τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Για τον Λόγο αυτό από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ ΑΠ 10/2002).

Εξάλλου, με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δίκαιου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ του Δημοσίου ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολο τους οι διάταξες του Ν.1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν.1810/1988, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, έγγαμη με ένα τέκνο, που εργαζόταν από Ί6-7-Ί982 με προϋπηρεσία εννέα (9) ετών που αναγνωρίστηκε από αυτό, ως καθαρίστρια στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μέχρι 1-8-1991 που απολύθηκε λόγω συνταξιοδοτήσεως (πλήρους) από το ΙΚΑ, ζήτησε με την προηγούμενη από 16-7-1992 αγωγή της να της καταβάλει το νοσοκομείο και τις διαφορές μεταξύ δικαιουμένων νομίμων (μετά υπολογισμό του βασικού μισθού της επί οκτάωρης απασχολήσεως.

χορήγηση του επιδόματος τριετιών και της πρόσθετης αμοιβής 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ 3 του Ν 201/1975, οικογενειακό επίδομα) και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 31-7-1991 το αναφερόμενο ποσό, με βάση το κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) των 645 δρχ. (παρ. 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς).

Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η 1230/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που κατέστη τελεσίδικη μετά την επικύρωση της με την 87/1996 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς με την οποία κρίθηκε ότι δυνάμει δεδικασμένου που απορρέει από την επί προγενέστερης αγωγής (για το από 1-1-1986 έως 31-12-1988 χρονικό διάστημα) εκδοθείσα 886/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τελεσίδικη - και μετά την 1-7-1988, που άρχισε να ισχύει η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ η αναιρεσείουσα συνέχιζε να αμείβεται με τις προϊσχύσασες αυτής διατάξεις και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή, που είχε αντικείμενο διαφορές βασικών αποδοχών.

Ακολούθως με την ένδικη από 13-6-1994 αγωγή ζήτησε διαφορές βασικών αποδοχών και διαφορά αποζημιώσεως απολύσεως (αρθρ. 49 παρ. 1 και 4 του Ν.993/1979) ποσού δρχ. 587.017 (ήτοι δικαιούμενη 971.317 - 254.013 που της καταβλήθηκε έναντι -132.286 που της επιδικάστηκε με την άνω 1230/1992 απόφαση), καθώς και (το πρώτον) διαφορές προσθετών αμοιβών (προσαυξήσεων) για εργασία Κυριακών - αργιών του χρονικού διαστήματος 1-1-1989 έως 30-1-1995, με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας των ΕΓΣΣΕ που ίσχυσαν κατά το άνω χρονικό διάστημα και μάλιστα για το ίδιο (από 1-1-1989 έως 31-7-1991).

που συμπίπτει με το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούσε η αμέσως προηγούμενη αγωγή της (από 1-1-1989 έως 31-7-1991) και για το οποίο είχε κρίνει. ήδη η προαναφερομένη 1239/1992 απόφαση, ζήτησε τις επιπλέον μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από τον υπολογισμό των αποδοχών της με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας που καθόριζαν οι από 10-3-1989 (δρχ. 2.450), 21-2-1990 (δρχ. 2.911) και 3-4-1991 (3.501) Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

και ήταν μεγαλύτερο από εκείνο των 645 (πλέον της εκάστοτε ΑΤΑ) δραχμών που δέχθηκε η παραπάνω (1230/1992) απόφαση. Η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή με την 250/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία μετά παραδοχή εφέσεως του εναγομένου εξαφάνισε η 98/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, δεχθέντος ότι κατά βάσιμο ισχυρισμό του εναγομένου η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά Ακολούθως, μετ' αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η 232/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που, μετά παραδοχή λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεσε στο σύνολο της την άνω (98/1998) απόφαση, με την αιτιολογία ότι η άσκηση των επιδίκων αξιώσεων δεν είναι καταχρηστική και ανέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση.

Το Εφετείο Πειραιώς, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ερευνώντας και πάλι εξ ολοκλήρου μέσα στα πλαίσια των λόγων της εφέσεως την υπόθεση, έκρινε ότι από τις προαναφερόμενες 886/1989 και 1230/1992 τελεσίδικες αποφάσεις(που αφορούν μισθολογικές διαφορές των περιόδων Ί-1-1986 έως 31-12-1988 και 1-1-1989 έως 31-7-1991 αντίστοιχα), ανεξάρτητα από την ορθότητα τους ως προς τις λύσεις που δίδονται με αυτές επί των νομικών ζητημάτων, προκύπτει δεδικασμένο για την προκειμένη δίκη ως προς τις δύο από τις επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας και συγκεκριμένα ως προς τη νομιμότητα του αιτήματος προς επιδίκαση μισθολογικών διαφορών ημερομισθίου για το διάστημα 1-1-1989 έως 31-7-1991 και του αιτήματος επιδικάσεως διαφοράς αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, αφού οι αξιώσεις αυτές έχουν ως προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος της ενάγουσας που κρίθηκε σε εκείνες τις δίκες που εκδόθηκαν οι εν λόγω τελεσίδικες αποφάσεις Δηλαδή να αμείβεται αυτή με βάση οκτάωρη εργασία λαμβάνοντας και την πρόσθετη αμοιβή των δυο (2) ωρών ημερησίως του Ν. 201/1975 και να προσαυξάνεται ο βασικός μισθός της με τα επιδόματα τριετιών και συζύγου και ότι πρόκειται για την ίδια δικαιολογική σχέση και για τα ίδια νομικά ζητήματα που κρίθηκαν με τις τελεσίδικες πιο πάνω αποφάσεις, αφού καθ' όλο το ένδικο διάστημα (1-1-1989 έως 31-7-1991) δεν έγινε μεταβολή της νομοθεσίας ή των πραγματικών προϋποθέσεων εφαρμογής της.

Συνακόλουθα, αφού δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο επί των παραπάνω περιστατικών και νομικών ζητημάτων, δεν ερεύνησε και πάλι αυτά, σχετικά με τα ως άνω αιτήματα, αλλά τα έλαβε υπόψη και αυτεπαγγέλτως αντί αληθείας. Ενώ το αίτημα για επιδίκαση διαφορών πρόσθετης αμοιβής της ενάγουσας για την κατά το ίδιο διάστημα εργασία της κατά Κυριακές - αργίες για το οποίο δεν προκύπτει δεδικασμένο, απέρριψε ως μη νόμιμο, αφού από 1-7-1988 και εφεξής, άρα και κατά το επίδικο (από 1-1-1989 έως 31-7-1991) διάστημα για τον καθορισμό των αποδοχών της ενάγουσας ίσχυε το νομικό καθεστώς που καθιδρύθηκε με την προαναφερόμενη από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ και με βάση το οποίο δεν προκύπτουν οι ζητούμενες διαφορές αποδοχών.

Περαιτέρω, μετά παραδοχή σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, που προβλήθηκε παραδεκτά και με ίδιο (τον 6ο) λόγο εφέσεως, απόρριψη δε αντενστάσεως της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής με την εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως θεραπείας ως αόριστης, έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις α) προς καταβολή μισθολογικών διαφορών ημερομισθίου και β) διαφοράς αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, μέχρι την επίδοση της αγωγής (28-6-1994), υπέκυψαν στην διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/2974 και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος των δύο (υπό α' και β') αξιώσεων ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της ενάγουσας μετά την παραγραφή των φερομένων προς αναγνώριση αξιώσεων της αυτών.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 18 και 14 του ΚΠολΔ για α) μη συμμόρφωση προς την αναιρετική απόφαση, με την οποία κρίθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι οι ένδικες αξιώσεις της ήσαν υπαρκτές και μη παραγεγραμμένες και β) μη απόρριψη ως απαραδέκτου του σχετικού με την παραγραφή 6ου λόγου της εφέσεως, λόγω αντιφάσεως αυτού με τους 1ο έως 5ο και 9° - 10ο λόγους αυτής κατά παράβαση του άρθρου 116 ΚΠολΔ.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Η μεν πρώτη, διότι, ενόψει του ότι η ως άνω αναιρετική απόφαση έκρινε μόνο ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν ασκούνται καταχρηστικά, όχι δε και περί της (νομικής και ουσιαστικής) βασιμότητας αυτών, αντικείμενα τα οποία μπορούσε να ερευνήσει, στα πλαίσια της εφέσεως, το Δικαστήριο της παραπομπής, ως και έπραξε.

Η δε δεύτερη διότι - παρεκτός του ότι πρόκειται επικουρική (έναντι εκείνου περί -καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων αξιώσεων) προβολή ισχυρισμού εκ του ουσιαστικού δικαίου όπως είναι η ένσταση παραγραφής, παραδεκτή δικονομικά - η επικαλούμενη παράβαση των καθηκόντων, που το άρθρο 116 ΚΠολΔ επιβάλλει στους διαδίκους, όπως και αυτό της τηρήσεως των κανόνων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών κατά την άσκηση δικονομικών δυνατοτήτων που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, μπορεί να έχει ως κύρωση την επιβολή χρηματικών ποινών κατά το άρθρο 205 ΚΠολΔ ή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημιώσεως, όχι όμως και το απαράδεκτο της συζητήσεως ή του ισχυρισμού Διότι, διαφορετικά, ο διάδικος θα εστερείτο το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεδομένου ότι πρόκεινται αξιώσεις της ενάγουσας, συνδεόμενης με σχέση ιδιωτικού δικαίου με το εναγόμενο ΝΠΔΔ, εκ διαφορών αποδοχών και της ειδικής αποζημιώσεως λόγω απολύσεως (άρθρ. 49 παρ. 4 Ν. 993/1979), που εμπίπτουν όλες στην έννοια των πάσης φύσεως απολαυών και οφείλονται εξ αιτίας της παροχής της εργασίας, και ως τέτοιες υπάγονται στην οριζόμενη από το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 διετή παραγραφή, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 52 εδ.

γ' του ιδίου Ν.Δ.), οι ρυθμίσεις δε αυτές είναι συνταγματικά θεμιτές και δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 1 ΚΠολΔ, 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατά την μέχρι τώρα πάγια νομολογία (Ολ. ΑΠ 38/2005, Ολ. ΑΠ 11/2003). Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως, υπό τις σχετικές αντίθετες αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, σχετικά με την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα, με την υπ' αριθμ. 12303/30-12-1991 αίτηση θεραπείας (άρθρ 49 και 51 περ α' και β' του Ν Δ 496/1974) - που υποβλήθηκε από κοινού με άλλους 349 συναδέλφους της στο εναγόμενο - αξίωσε από το τελευταίο την καταβολή διαφοράς αποδοχών και αποζημιώσεως, επικαλούμενη μόνο τις αιτίες εκ των οποίων κατ αυτή πηγάζουν αυτές (διαφορές) χωρίς να εξειδικεύονται σ' αυτή και με ποσοτικό προσδιορισμό και αναφορά συγκεκριμένων κατά αιτία ποσών - ούτε έστω μνημονεύεται το προβλεπόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

κατώτατο ημερομίσθιο, βάσει του οποίου θα μπορούσαν να υπολογιστούν ποσοτικά τα προβλεπόμενα από τις οικείες Δ.Α. επιδόματα και οι πρόσθετες παροχές ώστε να παρασχεθεί η ευχέρεια στο Δικαστήριο να ελέγξει αν οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας που μνημονεύονται και αναλύονται στην αγωγή ταυτίζονται ή όχι με αυτές που αναφέρονται στην εν λόγω αίτησή της.

Έκρινε δε ότι με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση αυτή δεν επέφερε τη διακοπή της διετούς παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων προς καταβολή μισθολογικών διαφορών ημερομισθίου και διαφοράς αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και απέρριψε την περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής αντένσταση της ενάγουσας. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης, η προβαλλόμενη με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετική αιτίαση, ότι εφόσον το εναγόμενο δεν προέβαλε, με τις ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου προτάσεις του, πράγματα θεμελιωτικά της αντενστάσεώς του περί διακοπής της παραγραφής, το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 106 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Διότι το εναγόμενο, με ίδιο (τον 6ο) λόγο της εφέσεως προέβαλε το απαράδεκτο της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής και την απόρριψή της, το δε Δικαστήριο, ως όφειλε, ερεύνησε το παραδεκτό και το βάσιμο του ισχυρισμού αυτού με βάση τα πραγματικά περιστατικά που η ενάγουσα ήταν υπόχρεα και εξαρχής, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, προσκομίζοντας και την σχετική αίτηση, επικαλέστηκε ως θεμελιωτικά της αντενστάσεώς της, τα οποία και επανέλαβε με τις ενώπιον του Εφετείου εγγραφές προτάσεις της (σελ 6-7).

Εξάλλου για τους προεκτιθέμενους λογούς, η ερευνά και απόρριψη της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής δεν έγινε καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας, αφού το δίκασαν Εφετείο είχε αρμοδιότητα και δικαιοδοσία να επιληφθεί της εν λόγω αντενστάσεως ούτε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106 και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 4 παρ 1 και 20του Σ., 6 παρ.

της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ προς τις οποίες οι ως άνω ρυθμίσεις, όπως ειπώθηκε, είναι συμβατές. Επομένως, ο εκτός, από το άρθρο 559 αριθ. 4 και 8 τουΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, υπό αμφότερες τις αντίθετες αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, ναι μεν κατά το άρθρο 247 ΑΚ σε παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις και κατά συνέπεια η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν επιδιώκεται αξίωση που απορρέει από το δικαίωμα που αφορά η αναγνώριση, πλην όμως εάν έχει παραγραφεί η αξίωση που πρόκειται να προπαρασκευάσει η αγωγή αυτή όπως είναι και η αξίωση του εκμισθωτή εργασίας για διαφορές αμοιβών (προσαυξήσεων) από εργασία κατά Κυριακές - αργίες, τότε δεν υπάρχει το απαιτούμενο κατά νομό για την άσκηση της σχετικής αναγνωριστικής αγωγής έννομο συμφέρον και η αγωγή κατά το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέα.

Όπως εκτέθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής που αφορά τις διαφορές της πρόσθετης αμοιβής του για την εργασία του κατά τις Κυριακές - αργίες, έκρινε ότι οι σχετικές αξιώσεις του - που ασκήθηκαν για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή - δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο των παραπάνω αποφάσεων και απέρριψε γι' αυτό το κεφαλαίο αυτό της αγωγής, ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε μη ισχύουσες κατά το επίδικο διάστημα διατάξεις.

Παρά ταύτα, όμως. αφού δέχθηκε το Εφετείο ότι υπάρχει δεδικασμένο για το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αμείβεται κατά το επίδικο διάστημα με τις καθοριζόμενες από τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις χωρίς η κρίση του αυτή να έχει προσβληθεί με αναίρεση από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, το δεδικασμένο αυτό αναπληρώνει τη νομιμότητα των σχετικών με τις αποδοχές της αναιρεσείουσας αγωγικών αξιώσεων και καλύπτει το δικαίωμα αυτής να προσαυξάνεται η αμοιβή της για την εργασία των Κυριακών - αργιών, με βάση τις προσδιοριζόμενες από το ως άνω δεδικασμένο αποδοχές.

Επομένως το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο που έκρινε ότι υπάρχει για τις υπόλοιπες αξιώσεις αυτής. Όμως μετά την παραδοχή ως άνω της ενστάσεως παραγραφής, που καταλαμβάνει και αυτές τις αξιώσεις (των ετών 1989, 1990 και μέχρι 31-7-1991), οι οποίες, λόγω παρόδου διετίας μέχρι την επίδοση της αγωγής (28-6-1994).

επίσης παραγράφηκαν, και το κεφαλαίο αυτό της αναγνωριστικής αγωγής είναι απορριπτέο για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Όπως δηλαδή έκρινε για τα δυο αλλά ως άνω κεφαλαία. Επομένως, το Εφετείο και για το κεφάλαιο αυτό, κατ' αποτέλεσμα, δεν έσφαλε και, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ο έβδομος, από τους αριθ. 16 (και όχι και από τους αριθ. 1, 8, και 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΧΚωνσταντοπούλου για αναίρεση της 513/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ