Legislator Case Law & Legislation
1863/2024 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request due to lack of contradiction between appellate and lower court reasoning on overtime claims.

Case Number 1863/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the applicant's request for retrial of a labor dispute regarding overtime compensation. The applicant argued that the lower court's reasoning contradicted a prior final judgment by the Single Member Court of Athens, claiming the applicant was not a manager. The court found no contradiction because the lower court explicitly stated it did not rule on the applicant's managerial status but rather assessed the reliability of attendance records, a position consistent with the prior appellate decision. Consequently, the retrial request was rejected, and the applicant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 545, 549 KPolD; A request for retrial is inadmissible if the challenged decision does not contradict a final prior decision on the same legal issue, as the lower court may rely on different factual assessments without violating the principle of legal certainty.

Keywords

AI generated
retrial request contradiction of judgments labor dispute managerial status attendance records overtime compensation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 545 para. 5 KPolD
Art. 549 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 189 para. 1 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 548 KPolD
Law 2269/1920

Cited Case Law

AI generated
Single Member Court of Athens, Judgment 5990/2018
Single Member Court of Athens, Judgment 5990/2028
Supreme Court of Greece, Judgment 361/2020
Supreme Court of Greece, Judgment 768/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1863 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1863/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αιτούντος την αναψηλάφηση: Γ. Χ. του Τ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαραντόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-10-2022 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Της καθ 'ης η αίτηση αναψηλάφησης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΛΥΚΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μεσολόγγι και διατηρεί γραφεία κεντρικής διοίκησης στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μήλλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-10-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2009 αγωγή του αιτούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1765/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7006/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 768/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 5990/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής και οι δύο ως άνω διάδικοι, άσκησαν αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η 361/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση και εκδόθηκε η 627/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου δικάσαντος ως τμήμα παραπομπής. Την αναψηλάφηση της απόφασης αυτής ζητεί ο αιτών με την από 10-4-2024 αίτησή του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 3/17-4-2024 αίτηση ζητείται η αναψηλάφηση της 627/2021 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου τούτου, δικάσαντος ως δικαστηρίου παραπομπής, διότι το διατακτικό της έρχεται σε αντίθεση με εκείνο της 5590/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που εκείνη κατέστη αμετάκλητη, με την προγενέστερη 361/2020 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση ασκείται παραδεκτώς εντός της νομίμου τριετούς προθεσμίας του άρθρου 545 παρ. 5 ΚΠολΔ από την έκδοση της ως άνω αμετάκλητης αποφάσεως (18-5-2021), γεγονός που δεν αμφισβητείται εξάλλου από την καθ' ης και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (αρθ. 549 ΚΠολΔ).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2009 αγωγή του αιτούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1765/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7006/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δικάζοντας αντιμωλία και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψαν, αντιστοίχως, την αγωγή και την ασκηθείσα από τον ενάγοντα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.

Κατά της εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εξεδόθη η 768/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση. Εν συνεχεία εξεδόθη η 5990/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 10.745 ευρώ και αναγνωρίζοντας ότι οφείλει στον τελευταίο επιπλέον ποσό 15.264,13 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής και οι δύο ως άνω διάδικοι άσκησαν αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες συνδικάστηκαν και εξεδόθηη 361/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, αφού απέρριψε την από 26-2-2019 αίτηση αναιρέσεως της νυν καθ' ης, εδέχθη την αντίστοιχη από 25-2-2019 του νυν αιτούντος, και κατ' άρθρον 580 παρ. 3 γ', δ' ΚΠολΔ κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση.

Εν συνεχεία αυτής εξεδόθη η 627/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, δικάσαντος ως τμήμα παραπομπής, η οποία απέρριψε την έφεση (και συνακόλουθα και τα σχετικά αγωγικά κονδύλια), κατά το εκκρεμές ζήτημα, που αφορούσε αξιώσεις του ενάγοντος, ήδη αιτούντος, από υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία Κυριακής- αργιών.

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 538 και 539 παρ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, μπορούν να προσβληθούν οι οριστικές τελειωτικές αποφάσεις των ειρηνοδικείων των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων που δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης καθώς και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ'ουσίαν.

Η καθιέρωση αυτού του έκτακτου ένδικου μέσου, επιτρεπόμενου μόνο για τους περιοριστικώς προσδιοριζόμενους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ λόγους, σκοπό έχει την ανατροπή του δεδικασμένου σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η διατήρησή του είτε προσκρούει σε θεμελιώδεις δικονομικές αρχές είτε εκ των υστέρων αποδεικνύεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι η ελάσσων πρόταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένη (ΟλΑΠ 13/2011)...

Με τον αριθμό 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναψηλάφηση επιτρέπεται αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους. ... Περαιτέρω, από τη διαγραφή κατά τη συζήτηση του, αντίστοιχου με το άρθρο 544 αρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρου 538 αριθ. 1 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής από την Αναθεωρητική Επιτροπή των λέξεων "εφόσον πιθανολογείται, ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση αναιτίως παρέλειπε την επίκληση της προεκδοθείσης αποφάσεως" με την αιτιολογία ότι "και επί τη προϋποθέσει ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση υπαιτίως παρέλειπε την επίκληση της προεκδοθείσης αποφάσεως, παραμένει πάντως η ανωμαλία", προκύπτουν περαιτέρω οι ακόλουθες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω λόγου αναψηλάφησης:

α) ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων και αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό και όχι στις αιτιολογίες, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, διότι σκοπός της συγκεκριμένης διατάξεως είναι η κατάργηση του δεδικασμένου, που δημιουργήθηκε με την μεταγενέστερη απόφαση, η οποία σε περίπτωση παραδοχής της αναψηλαφήσεως εξαφανίζεται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 549 ΚΠολΔ, β) η προεκτεθείσα αντίφαση πρέπει να προήλθε από το γεγονός ότι, ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου από την προγενέστερη απόφαση, η ένσταση όμως αυτή δεν προβλήθηκε, υπαιτίως ή ανυπαιτίως, ούτε αποφάνθηκε επί της υπάρξεως ή μη δεδικασμένου το δικαστήριο εκείνο (ΑΠ 42/2023).

ΙΙ) Σύμφωνα με το άρθρο 322 παρ. 1 ΚπολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών των οποίων ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου. Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί ή ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 2047/2022, 25/2014).

Σύμφωνα με τις ενδιαφέρουσες στην ένδικη υπόθεση παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως "Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη στις 28-9-1994 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη ως μηχανολόγος μηχανικός, είτε στην Αθήνα είτε στη Λήμνο, σύμφωνα με τις ανάγκες του έργου ίδρυσης αλυκής, χωρίς να αποκλείεται η διεκπεραίωση εργασιών στις άλλες αλυκές που εκμεταλλεύεται η εναγομένη, και παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του, μέχρι τις 13-11-2008, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, συνεπεία υποβολής σε βάρος του μηνυτήριας αναφοράς, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.

Απασχολήθηκε στην εναγομένη, αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του τμήματος προμηθειών, τη διεύθυνση των αλυκών Ν. Κεσσάνης και Μέσης Θράκης, τη διεύθυνση προμηθειών, διοικητικών υπηρεσιών και ανάπτυξης καθώς και τη μισθοδοσία προσωπικού, από το έτος 2002 δε, έγινε διευθύνων του διοικητικού τμήματος της εναγομένης στην Αθήνα....Ο ενάγων μέχρι το 2002 ήταν διευθυντής σε αλυκές και πράγματι παρείχε πρόσθετη εργασία, κυρίως κατά το χρόνο της συγκομιδής του αλατιού.

Από το έτος 2002, όμως, που έγινε διευθύνων του διοικητικού τμήματος της εναγομένης στην Αθήνα, ο χρόνος εργασίας του περιορίστηκε σημαντικά, κατά τρόπο ώστε, πέραν της υπερεργασίας/ιδιόρρυθμες υπερωρίες και απασχόλησής του περί τα δύο Σάββατα το μήνα να μην απαιτεί πρόσθετη απασχόληση υπερωριών και εργασίας τα υπόλοιπα δύο Σάββατα του μήνα, τις Κυριακές και τις αργίες.

Περί του αντιθέτου, ουδείς εκ των μαρτύρων, αλλά ούτε και ο ίδιος περιγράφει συγκεκριμένο ιδιαίτερο φόρτο εργασίας που να δικαιολογεί την αδιάκοπη εργασία του που αναφέρει στην αγωγή του. Και ναι μεν προσκομίζει πλήθος καταστάσεων σήμανσης της κάρτας παρουσίας του, όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω δεν κρίνονται αξιόπιστες, αφού ο ίδιος, ως διευθύνων, μπορούσε αυθαίρετα και ανέλεγκτα να προσθέτει στις κάρτες παρουσίας του επιπλέον ώρες και ημέρες εργασίας.

Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του και τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια για υπερωρίες [νόμιμες, παράνομες, κατ' εξαίρεση], για εργασία των δύο εκ των 4 Σαββάτων το μήνα και για παρασχεθείσα εργασία τις Κυριακές και αργίες, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν".

Εν προκειμένω με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως ο αιτών παραπονείται ότι η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της κρίση ότι αυτός (αιτών) είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, ερχόμενη έτσι σε αντίθεση με τις παραδοχές της 5590/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα αυτή, οι δε συγκεκριμένες αντιφάσκουσες (κατά τον αιτούντα) αιτιολογίες έχουν προσόν διατακτικού. Ο λόγος όμως αυτός τυγχάνει αβάσιμος, αφού εν προκειμένω αντικείμενο της δίκης, που εξετάστηκε από τον Άρειο Πάγο, ήταν η πραγματοποίηση υπερωριακής απασχολήσεως - εργασίας Κυριακής κλπ από τον ενάγοντα και όχι η ιδιότητα αυτού ως διευθύνοντος υπαλλήλου. Τυχόν δε κρίσεις που εκφέρονται από το δικαστήριο πλεοναστικώς, προς ενίσχυση της κρίσεως του, δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή ούτε αποκτούν ισχύ κερδισμένου, διότι δεν στηρίζουν την έννομη αιτία που διαγνώστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση η απόρριψη των εκκρεμών αγωγικών κονδυλίων για υπερωριακή απασχόληση - εργασία Κυριακής κλπ δεν εγένετο λόγω της ιδιότητας αυτού ως διευθύνοντος υπαλλήλου, αλλά διότι κατά την κρίση του ακυρωτικού δικαστηρίου (ως δικαστηρίου ουσίας), δεν πραγματοποιήθηκε τοιαύτη, η δε πραγματοποιηθείσα υπερεργασία και εργασία Σαββάτου συμψηφίστηκε επιτρεπτώς από τις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές. Σε κάθε περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση δεν έκρινε (και δη ως αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα) την εργασιακή σχέση του ενάγοντος - αιτούντος ως σχέση διευθύνοντος υπαλλήλου, αλλά απλά αξιολόγησε τις προσκομιζόμενες από αυτόν καταστάσεις παρουσίας ως μη αξιόπιστες, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων "ως διευθύνων, μπορούσε αυθαίρετα και ανέλεγκτα να προσθέτει στις κάρτες παρουσίας του επιπλέον ώρες και ημέρες εργασίας". Η αναφορά αυτή, σε συνέχεια του αμέσως προγενέστερου χαρακτηρισμού του ενάγοντος (αιτούντος) ως "διευθύνοντος του διοικητικού τμήματος" της εναγομένης, αλλά και των γενικότερων αναφορών της προσβαλλομένης στα αυξημένα καθήκοντά του, δεν του προσδίδει την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. α της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον (κυρώθηκε με τον Ν. 2269/1920),αλλά σχετίζεται μόνο με την επί της ουσίας κρίση του ως προς την αξιοπιστία των προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων (παρουσιολογίων).

Ούτε εξάλλου έρχεται σε αντίφαση το σκεπτικό της προσβαλλομένης με τις αντίστοιχες παραδοχές εκείνου της 5990/2028 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το σκεπτικό της οποίας επικαλείται ως ισχυρό ο αιτών. Τούτο δε διότι και στην εφετειακή απόφαση πλείστες όσες φορές γίνεται λόγος σε διευθυντικά καθήκοντα του ενάγοντος, ανεξαρτήτως ότι αυτά δεν του προσέδιδαν την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου υπό την έννοια της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον (ήτοι του διευθυντικού στελέχους που έχει την εξουσία προσλήψεως - απολύσεως εργαζομένων, χορηγήσεως αυξήσεων, αναλήψεως ποινικών ευθυνών κλπ). Ειδικότερα στην εφετειακή απόφαση γίνεται ρητά δεκτό ότι ο ενάγων είχε αναλάβει "τη διεύθυνση των αλυκών Νέας Κεσσάνης και Μέσης Θράκης, τη διεύθυνση προμηθειών, διοικητικών υπηρεσιών και ανάπτυξης καθώς και τη μισθοδοσία προσωπικού", αλλά και ότι ως "Διευθυντής διοικητικών υπηρεσιών, προμηθειών και ανάπτυξης, (είχε) την ευθύνη της μισθοδοσίας του προσωπικού (και) ασκούσε αυξημένα καθήκοντα".

Συνεπώς ουδεμία αντίφαση υπάρχει στο (έχοντος προσόντα διατακτικού) σκεπτικό των δύο αποφάσεων και ακολούθως πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί. Τέλος τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος, (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2, 548 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης, ύψους χιλίωνοκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ