Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding unpaid severance and leave pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court of Patras judgment regarding unpaid severance and leave pay. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documentary evidence submitted during the proceedings. The court rejected this claim, finding that the lower court explicitly acknowledged and evaluated all submitted documents in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that the lower court ignored evidence or if the record contains no reasonable doubt regarding the consideration of all submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1863 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1863/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κανελλάκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: D. X. του X., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργίου Κουκούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 584/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15-5-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 15.5.2022 και με αριθ. κατάθ. 31/18.5.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 216/18.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης των από: α) 13.9.2018 και με αριθμό κατ. 376/14.9.2018 και β) 2.10.2018 και με αριθμό κατ. 434/15.10.2018, αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, με αριθμό 584/22.8.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 5.1.2016 και με αριθ.καταθ. 11/7.1.2016 αγωγή ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των εναγόντων (μη διαδίκων πλέον στον Άρειο Πάγο), ενώ είχε γίνει εν μέρει η αγωγή, ως προς τον πρώτο ενάγοντα D.
X. του X., ήδη αναιρεσίβλητο και ι) αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ανωτέρω ενάγοντα το ποσό των 245,90 ευρώ για αποζημίωση απολύσεως με το νόμιμο τόκο από τις 8.7.2015, ιι) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 4.599,26 ευρώ, για αποδοχές αδείας, αναλογία επιδόματος αδείας, αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, με το νόμιμο τόκο ως προς τα επί μέρους κονδύλια, που απαρτίζουν το ανωτέρω ποσό, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της απόφασης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές αμφότερες οι εφέσεις, αλλά απορρίφθηκαν αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 18.5.2022, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 18.5.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). 2.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, ως και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 76/2022, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 915/2013, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Για το ορισμένο δε και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται, μεταξύ άλλων, στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες α) της παραβίασης του Ν. 3198/1995, του Ν. 2112/1920 και του Β.Δ. 16/18.7.1920, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ως προς τον χαρακτήρα των από … και … συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου και την σύσταση μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης), β) της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ι) ως προς το ζήτημα της πλήρους απασχόλησης του αναιρεσίβλητου (τρίτος λόγος αναίρεσης), και ιι) ως προς το ζήτημα της προσαύξησης ή μη κατά 100% στις αποδοχές αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015, λόγω ελλείψεως της προϋπόθεσης της υπαιτιότητας (τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγος αναίρεσης).
Με το περιεχόμενο αυτό οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αόριστοι και συνακόλουθα απορριπτέοι. Τούτο δε διότι, στο αναιρετήριο, όπως προκύπτει από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή του, εκτίθεται μόνο το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό της μέρος και οι υποστηριζόμενες από αυτό νομικές ερμηνείες των ως άνω διατάξεων, που φέρονται ως, ευθέως και εκ πλαγίου, παραβιασθείσες, ενώ δεν εκτίθενται, με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε τη φερομένη ως λανθασμένη κρίση του, να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος, την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου - πρώτου ενάγοντος, αλλά διαλαμβάνονται αποσπασματικά και χωρίς συνοχή ορισμένες φράσεις της προσβαλλομένης απόφασης με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
3. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών.
Παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο παραπάνω πάντως λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγησή τους, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 408/2021, ΑΠ 425/2018, ΑΠ 496/2016, 1417/2010, 1204/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο και όγδοο λόγο της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα στο Εφετείο τα κατωτέρω αναφερόμενα έγραφα, πλην όμως το Εφετείο δεν τα έλαβε καθόλου υπόψη ή επικουρικά, ανακύπτουν αμφιβολίες για το αν πράγματι τα έλαβε υπόψη.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι προσκόμισε και επικαλέστηκε α) την από 1.8.2014 "απόδειξη αποδοχών κανονικής αδείας του έτους 2014" ποσού 165,42 ευρώ (έβδομος λόγος αναίρεσης) και β) την από 29.11.2013 "απόδειξη πληρωμής μετρητών της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 2.458,89 ευρώ" (όγδοος λόγος αναίρεσης), τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, άλλως δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι τα έλαβε υπόψη του.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ιδίως από τη διαβεβαίωση αυτής ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, για μερικά των οποίων θα γίνει ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραληφθεί κάποιο, για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς. . .", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της και κυρίως τις αιτιολογίες της, τα ανωτέρω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και της ουσιαστικής του κρίσης για την επίδικη διαφορά, δεδομένου μάλιστα ότι για το δεύτερο των ανωτέρω εγγράφων, γίνεται σαφής αναφορά στη σελίδα 17 της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, όπου αναφέρεται κατά λέξη: "Απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός, ως λόγος έφεσης της εναγομένης, περί υπολογισμού - συμψηφισμού του ποσού των 2.458,89 ευρώ, που αναφέρεται στο από 29.11.2013 έντυπο καταγγελίας της τελευταίας σύμβασης του πρώτου ενάγοντος, στο οποίο αναφέρεται αόριστα ως ποσό αποζημίωσης το παραπάνω, αφού αφενός δεν αποδείχθηκε η λήψη του από αυτόν, παρά την φερόμενη υπογραφή του, ενώ ως προελέχθη ο πρώτος ενάγων απασχολήθηκε συνεχώς μέχρι την καταγγελία της σύμβασής του στις 7.7.2015, γεγονός που δεν δικαιολογεί τη λήψη αποζημίωσης τέτοιου ποσού". 4.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά του αναιρεσιβλήτου, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά του, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 189 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.5.2022 και με αριθ. κατάθ. 31/18.5.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 216/18.5.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ