Legislator Case Law & Legislation
1863/2019 AI generated

Appeal dismissed for procedural defects and failure to raise excessive length of proceedings as a defense.

Case Number 1863/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Larissa Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider the excessive length of proceedings as a mitigating circumstance, but the court ruled this defense must be raised explicitly. Since the appellant did not formally propose this argument, the court held it was inadmissible and rejected the appeal in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Art. 171(1)(a) CP; Art. 17(2)(b) Law 1756/1988; Art. 2(1) Law 4239/2014: The defendant must explicitly propose the excessive length of proceedings as a mitigating circumstance; failure to do so precludes the appellate court from examining it sua sponte.

Keywords

AI generated
excessive length of proceedings mitigating circumstance explicit proposal requirement appellate review scope procedural defect Greek Criminal Procedure Code failure to raise defense

Cited Legislation

AI generated
Art. 171(1)(a) of the Criminal Procedure Code
Art. 17(2)(b) of Law 1756/1988
Art. 2(1) of Law 4239/2014
Art. 510(1)(D) and (E) of the Criminal Procedure Code
Art. 79 of the Criminal Code
Art. 84(3) of the new Criminal Code
Art. 578(1) of the new Criminal Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1863 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1863/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.80/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Τ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2019 κρινόμενη αίτηση, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26 Μαΐου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7247/2019, για αναίρεση της 80/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, και οι από 25 Σεπτεμβρίου 2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1187/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 25-6-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-6-2019) και οι επ' αυτής από 25-9-2019 πρόσθετοι λόγοι κατατεθέντες αρμοδίως στις 26-9-2019) του Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 80/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μικτών ορκωτών δικαστηρίων, για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, από την παραβίαση δε των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.

Α' ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 17, υπό στοιχείο Β', Κλήρωση συνθέσεων, του ν. 1756/1988 "ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ", όπως ισχύει, ορίζονται τα ακόλουθα: Στην παρ. 1. "1. Σε όσα Πρωτοδικεία και Εφετεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. ....

Στην παρ. 3. "Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα: .... Στο εφετείο: α) των αρχαιοτέρων προέδρων εφετών μέχρι τον αναγκαίο αριθμό, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των πενταμελών εφετείων, β) των νεοτέρων προέδρων εφετών και των αρχαιοτέρων εφετών, μέχρι τον αναγκαίο αριθμό, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών και μονομελών εφετείων". (Η περ.

β' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 93 παρ. 5. Β. ν.4139/2013, ΦΕΚ Α 74/20.3.2013), "γ) όλων των υπόλοιπων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών εφετείων, των πενταμελών και τριμελών εφετείων. Στην παρ. 4 "Με βάση τους πιο πάνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. ....".

Στην παρ. 5. "Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι σύνεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς.". Στην παρ. 7.α. "Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή και εισαγγελέα αντιστοίχως, .....

Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου.". Στην παρ. 11 "Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.". Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι καθήκοντα προεδρεύουσας Εφέτη ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, άσκησε η κληρωθείσα ως αναπληρωματική Εφέτης Ειρήνη Γκορτσίλα, η οποία αντικατέστησε την τακτική Προεδρεύουσα Εφέτη Βαρβάρα Πάπαρη, λόγω κωλύματος αυτής, χωρίς να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, σε τι συνίστατο το κώλυμα της κληρωθείσας τακτικής Προεδρεύουσας Εφέτη, που αναπληρώθηκε.

Όπως προαναφέρθηκε, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών προκαλεί ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Τέτοια όμως πρόταση ακυρότητας λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ούτε από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι προβλήθηκε από τους κατηγορούμενους.

Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠοινΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά, για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 έως 144 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 141 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων ....τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων....τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ενώ στην παρ. 2 εδ.

α' του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο, και παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά.

Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια, ότι τα συνταχθέντα πρακτικά συνεδρίασης αποτελούν το μόνο επίσημο αποδεικτικό στοιχείο για όσα έλαβαν χώρα κατά τη συνεδρίαση και ασκούν επιρροή, προκειμένου να ελεγχθούν οι ενέργειες των διαδίκων και του δικαστηρίου, καθώς και ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, τόσο κατά τις θετικές βεβαιώσεις τους, ότι τηρήθηκε κάποια διατύπωση, όσο και ως προς την έλλειψη διατύπωσης, η τήρηση της οποίας δεν βεβαιώνεται σ` αυτά, με επακόλουθο δηλώσεις που δεν έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά να θεωρούνται ότι δεν έγιναν.

Επίσης (προκύπτει), ότι οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την καταχώρηση στα πρακτικά οποιασδήποτε δήλωσης και την επανόρθωση κάθε παράλειψης μέχρι το πέρας της διαδικασίας, καθώς και να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, υπό την προϋπόθεση να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση.

Τούτο, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της κύριας διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία καθιερώνεται από το προμνημονευόμενο άρθρο 331 του ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 2/2005).

Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη καταχώρησης στα πρακτικά της αναφερόμενης δήλωσης των συνηγόρων υπεράσπισής του. Από τα πρακτικά (σελίδα 69 πρακτικών) της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά και παραδεκτά επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει, ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση, αφού κήρυξε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε διαδοχικά το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή των κατηγορουμένων, στην πληρεξούσια δικηγόρο της πολιτικής αγωγής, η οποία ζήτησε να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, οι οποίοι ζήτησαν την απαλλαγή των εντολέων τους και τέλος στους κατηγορούμενους, που ζήτησαν και εκείνοι την απαλλαγή τους.

Μετά από αυτό, οι συνήγοροι του πρώτου κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, αφού ζήτησαν και πήραν το λόγο από την Προεδρεύουσα, όπως κατά λέξη διαλαμβάνεται στην παραπάνω θέση (σελίδα 69) των πρακτικών, "υπέβαλαν στο δικαστήριο σημείωμα για τα πρακτικά και αφού το ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του, ζήτησαν την καταχώρησή του στα πρακτικά της παρούσας απόφασης, πλην ενόψει του ότι σ' αυτό εκτίθενται αφενός τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αφετέρου σχετικές νομικές σκέψεις, κρίνεται από το Δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα, μη αναγκαία η αυτούσια καταχώρηση του σημειώματος στα πρακτικά".

Στη συνέχεια, η Προεδρεύουσα ρώτησε του κατηγορουμένους αν έχουν να προσθέσουν κάτι για την υπεράσπισή τους και σε αρνητική αυτών απάντηση κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση. Με βάση τα προαναφερθέντα, δεν συνέτρεχε λόγος καταχώρισης στα πρακτικά αυτούσιας της προφορικής ανάπτυξης των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και σχετικών νομικών σκέψεων των συνηγόρων υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού όπως κρίθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα, δεν επρόκειτο για αυτοτελείς υπερασπιστικούς ισχυρισμούς ή για αιτήματά του, αλλά, ουσιαστικά, για επανάληψη της αγόρευσης των συνηγόρων του, που δεν προβλέπεται να καταχωρείται στα πρακτικά.

Εξάλλου, μετά την απόρριψη του σχετικού αιτήματός τους, οι ανωτέρω συνήγοροι, στους οποίους δόθηκε και πάλι ο λόγος, δεν αντέλεξαν ούτε επέμειναν στο αίτημά τους αυτό, η δε αρνητική απάντηση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος σε ερώτηση της Προεδρεύουσας, αν έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπισή του, ισοδυναμεί με παραίτηση από το ως άνω αίτημα που υπέβαλαν οι συνήγοροί του.

Συνεπώς, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος, που του παρέχονται ρητά από τις προαναφερθείσες διατάξεις, ο δε αντίθετος ως άνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδ. με άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του καταργηθέντος ΠΚ, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της επίδικης πράξης, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε το άρθρο 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τις ήδη ισχύουσες από 1-7-2019 αντίστοιχες διατάξεις του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και λογική και β) δυνατότητα αυτού, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και περιστάσεις και ιδίως λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια).

Ακόμη, για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη.

Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ.ΑΠ 4/2010).

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου.

Ενόψει των ανωτέρω, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωση αυτού από επιτακτικούς νομικούς κανόνες, όπως είναι ο Α.Ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" και ο Ν. 3418/2005 "Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας".

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του Α.Ν. 1565/1939, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 47 Εισ.Ν.ΑΚ, ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική συνδρομή του, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών, κατά δε το άρθρο 2 παρ. 3 εδ.

α' του άνω Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, "το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης" και κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 3 του αυτού Κώδικα, με το οποίο προβλέπονται οι υποχρεώσεις του ιατρού προς τον ασθενή, "1. Ο ιατρός δίνει προτεραιότητα στην προστασία της υγείας του ασθενή...3.

Ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητά του...Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης". Η ιδιαίτερη δε, κατά τα άνω, νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το θανατηφόρο αποτέλεσμα απορρέει και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.

Επομένως, ο ιατρός ενεργεί με αμέλεια, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, που όφειλε να γνωρίζει ή από απρονοησία δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή σύγχρονες μεθόδους και η σχετική επιπολαιότητα, άγνοια ή απρονοησία τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για την αποτροπή προσβολών ή κινδύνων κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής ασθενούς.

Προϋποτίθεται, βέβαια, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα κατωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Η πράξη δε ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα τελούμενα με παράλειψη εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, για να έχει η καταδικαστική για ανθρωποκτονία από αμέλεια απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει, πέραν των άλλων, να εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια:

α) ποιο από τα δύο είδη αμέλειας δέχθηκε το δικαστήριο ότι βαρύνει τον υπαίτιο (μη συνειδητή ή ενσυνείδητη) και β) να αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του υπαιτίου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή (Ολ.ΑΠ 3/2012), για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί ο κατ' είδος ή κατά κατηγορίες προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους ούτε μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Επίσης, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Έτσι, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ. 80/2019 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης, από 11-02-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μαιευτήρα-γυναικολόγου Σ.

Χ., αναγνωσθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, σε σχέση με τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Β. Τ. του Α.: "Η Α. Μ. του Γ., η οποία ήταν σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Τ., τον Ιανουάριο του έτους 2012, διήνυε τον ένατο μήνα κυήσεως (συγκεκριμένα βρισκόταν στην 381 εβδομάδα+4 ημέρες κυήσεως), ούσα έγκυος στο δεύτερο παιδί της.

Την εν λόγω επίτοκο παρακολουθούσε καθ' όλη της διάρκεια της κυήσεως της ο πρώτος κατηγορούμενος, Β. Τ. του Α., μαιευτήρας-γυναικολόγος, ο οποίος ετύγχανε και ο προσωπικός της ιατρός. Ο προγραμματισμένος τοκετός της (ομοίως με καισαρική τομή) είχε ορισθεί για την 30η.01.2012 (δηλαδή τρείς ημέρες αργότερα), καθώς προ δύο και πλέον ετών και συγκεκριμένα την 1-6-2009, η επίτοκος είχε γεννήσει στην ίδια ιδιωτική κλινική με καισαρική τομή το πρώτο της τέκνο, γεγονός που αποτελούσε ένδειξη για την εκ νέου αναγκαιότητα διενέργειας καισαρικής τομής.

Στις 27-01-2012, περί ώρα 03.00', η επίτοκος ηλικίας 34 ετών, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε ότι είχε ωδίνες τοκετού και είχε υποστεί ρήξη υμένα. Ο εν λόγω κατηγορούμενος της ζήτησε να μεταβεί αμέσως στην κλινική "...-Ιδιωτικό Μαιευτήριο Καρδίτσας", με την οποία συνεργαζόταν, όπου και πράγματι μετέβη (η επίτοκος) περί ώρα 03.30, ενώ ομοίως, λίγη ώρα αργότερα, μετέβη στην ανωτέρω κλινική και ο ίδιος.

Περί ώρα 04.00' η επίτοκος εισήλθε στο χειρουργείο προκειμένου να υποβληθεί σε καισαρική τομή, υπό γενική αναισθησία, με υπεύθυνο αναισθησιολόγο τον δεύτερο των κατηγορουμένων που είχε αναλάβει την αναισθησιολογική επιμέλεια της επέμβασης, ενώ χρέη δευτέρου χειρουργού εκτελούσε η ιατρός Ε. Δ., μαιευτήρας - γυναικολόγος.

Δέον να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι πριν την έναρξη της χειρουργικής επέμβασης, η επίτοκος δεν υποβλήθηκε σε αιματολογικές εξετάσεις, αλλά χρησιμοποιήθηκαν οι τελευταίες που είχε κάνει κατά το μήνα Δεκέμβριο 2011, όπου η τιμή του αιματοκρίτη ήταν ΗΤ: 37, ενώ οι παλμοί της ήταν 120/λεπτό. Η χειρουργική επέμβαση της καισαρικής τομής έλαβε χώρα επί εδάφους της προηγηθείσας καισαρικής τομής (διάνοιξη με στρώματα), μετά δε την είσοδο στην περιτοναϊκή κοιλότητα ο πρώτος εκ των κατηγορουμένων διαπίστωσε να αναβλύζει ποσότητα αίματος και αφού εξήλθε επιτυχώς το έμβρυο (γεννήθηκε ένα άρρεν υγιές και αρτιμελές τέκνο, βάρους 3.300 γραμ.), ο ίδιος διαπίστωσε επιπλέον ότι οι ωδίνες του τοκετού είχαν προκαλέσει τελεία διαστολή του τραχήλου της μήτρας και ρήξη της προηγηθείσας καισαρικής τομής με επέκταση αυτής (της ρήξης) στο δεξιό πλάγιο της μήτρας κάτωθεν του εξαρτήματος της και στο δεξιό θόλο του κόλπου, η ανωτέρω δε αιμορραγία αυξήθηκε μετά την έξοδο της κεφαλής του εμβρύου.

Άμεσα έγινε προσπάθεια συρραφής του αιμορραγούντος τμήματος της μήτρας πλην όμως επειδή δεν κατέστη δυνατό να σταματήσει η αιμορραγία, ο θεράπων ιατρός της αποφάσισε να προβεί σε υφολική υστερεκτομή μετά του δεξιού εξαρτήματος (της μήτρας). Προς τούτο ενημέρωσε το σύζυγο της επιτόκου - πολιτικώς ενάγοντα- Γ.

Τ. για την επικινδυνότητα της κατάστασης και αφού έλαβε τη σχετική συναίνεση αυτού προέβη στην επέμβαση. Η ανωτέρω ιατρική πράξη, η οποία έλαβε χώρα παρουσία των δύο προαναφερόμενων ιατρών, δεύτερης χειρουργού και αναισθησιολόγου, ήταν η πλέον ενδεδειγμένη υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες και λόγω της επικινδυνότητας της κατάστασης της ασθενούς.

Στη συνέχεια η ασθενής αφού ανένηψε, μεταφέρθηκε σε θάλαμο νοσηλείας της ίδιας κλινικής, όπου τη συνέδεσαν με monitor για τον έλεγχο των ζωτικών της σημείων. Ήδη κατά τη διάρκεια της επέμβασης είχαν ζητηθεί μονάδες αίματος από το Σταθμό Αιμοδοσίας του Γενικού Νοσοκομείου Καρδίτσας, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η προαναφερθείσα σημαντική αιμορραγία της ασθενούς, απ' όπου και εστάλη μια (1) μονάδα (διασταυρωμένου) αίματος, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος και το προσωπικό της κλινικής ενημερώθηκαν από το αντίστοιχο Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Καρδίτσας ότι υπήρχε δυσκολία στη χορήγηση αίματος, λόγω ανεπάρκειας.

Να σημειωθεί ότι αιματολογική εξέταση της ασθενούς αμέσως μετά το χειρουργείο, ώστε να καταστεί γνωστή η ποσότητα αίματος που είχε απωλέσει η θανούσα, δεν έγινε. Περί ώρα 07.00' έγινε μετάγγιση στην ασθενή της μίας (1) μονάδας αίματος που προμήθευσε το νοσοκομείο, ενώ της χορηγήθηκε ο μέγιστος όγκος υγρών και δη κολλοειδών (1L) και κρυσταλλοειδών (3L) διαλυμάτων (Ζinacet, Νextromycn, οlap ΧΕfo, νοluven) για τη διατήρηση της πίεσης και του όγκου του αίματος.

Σύμφωνα με την κατάθεση του κ. Μ. τα κολλοειδή χορηγούνται όταν δεν υπάρχουν επαρκείς μονάδες αίματος.

Συνεπώς, αυτά εδόθησαν προκειμένου να οξυγονωθεί το αίμα και λόγω της απώλειας αυτού να συνεχίσει με τα προαναφερόμενα σκευάσματα να κυκλοφορεί. Σύμφωνα με τον ανωτέρω μάρτυρα το ινωδογόνο, που είναι παράγοντας πήξης του αίματος είναι πεσμένο όπως και ο αιματοκρίτης και η αιμοσφαιρίνη. Σημειώνεται ότι κατά τη σχετική υπόδειξη του πρώτου κατηγορουμένου μαιευτήρα, η ασθενής έπρεπε να λάβει σταδιακά, τέσσερις (4) συνολικά φιάλες αίματος, καθώς επίσης και το αναλογούν σε αυτές πλάσμα, το οποίο αποκαθιστά την πηκτικότητα του αίματος (στις 2 μονάδες αίματος, έπρεπε να χορηγηθεί μία μονάδα πλάσματος).

Την αναγκαιότητα αποκατάστασης του αίματος άμεσα, ήτοι στις επόμενες (2) ώρες επισημαίνει και ο μάρτυρας Μ. στην ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατάθεση του "Πρέπει να αυξηθεί ο αιματοκρίτης, 6 μονάδες αίματος, ναι το είπα να πάρει ο ασθενής, για να ανεβεί ο αιματοκρίτης, ας ανέβει και στο 25, από εκεί και πέρα θα μπορεί το σύστημα να αποκαταστήσει και μόνο του.

Λέω ότι το ιδανικό είναι 1 φιάλη ανά 1 ώρα". Περί ώρα 8.00 π.μ., ήτοι μετά τη χορήγηση της ως άνω μονάδος αίματος, διενεργήθηκε γενική εξέταση αίματος στην ασθενή, η οποία κατέδειξε ότι η τιμή του αιματοκρίτη ήταν ΗCΤ:15,6% (με φυσιολογικές τιμές από 37-47), της αιμοσφαιρίνης ΗGΒ:4,8 gr/dl (με φυσιολογικές τιμές από 11,5 - 16), των ερυθρών αιμοσφαιρίων 1,74 εκατ/μl (με φυσιολογικές τιμές από 3,8 έως 5,8), των αιμοπεταλίων 96 χιλ/μl, και η τιμή του ινωδογόνου 120.

Οι παραπάνω τιμές, οι οποίες ήταν εξαιρετικά χαμηλές, καταδείκνυαν μαζική απώλεια αίματος, υπήρχε σημαντική κατανάλωση του ινωδογόνου, η τιμή του οποίου ήταν λίγο πιο πάνω από το κρίσιμο όριο των 100 mg/dl, ενώ υπήρχε και κατανάλωση των πηκτικών μηχανισμών του αίματος. Πρέπει επιπλέον να αναφερθεί ότι στην ανωτέρω ιδιωτική κλινική, όπου νοσηλευόταν η Α.

Μ., πέραν του ότι όπως μνημονεύθηκε, δεν υπήρχε τμήμα αιμοδοσίας, δεν υπήρχε ούτε μονάδα εντατικής θεραπείας για την περίπτωση που καθίστατο αναγκαία η συνεχής παρακολούθηση της ασθενούς από εξειδικευμένους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, αλλά ούτε και κατάλληλο και οργανωμένο αιματολογικό εργαστήριο για την πραγματοποίηση αιματολογικών εξετάσεων, αυτές δε που έλαβαν χώρα πραγματοποιήθηκαν σε ιδιωτικό μικροβιολογικό εργαστήριο, που στεγάζεται σε χώρο έξωθεν της κλινικής.

Γι' αυτό το λόγο και ενώ η λήψη αίματος για τις αιματολογικές εξετάσεις έγινε στις 8πμ, τα αποτελέσματα από το ιδιωτικό μικροβιολογικό εργαστήριο που εστάλησαν ήρθαν στην κλινική μετά τις 10.30πμ. Κατά τις πρωινές αυτές ώρες, η κλινική εικόνα που παρουσίαζε η ασθενής μετεγχειρητικά και αφότου συνήλθε από τη νάρκωση, δεν ήταν καλή, καθόσον αυτή είχε εξάντληση, αδυναμία εγέρσεως και σταθεροποιήσεως σε οποιαδήποτε στάση (όρθια ή καθιστή), αδυναμία κινήσεως, ωχρότητα προσώπου, συνεπεία δε της ανωτέρω καταστάσεως της ήταν διαρκώς ξαπλωμένη, μίλησε ελάχιστα με το νοσηλευτικό προσωπικό και τους οικείους της και δεν κράτησε στην αγκαλιά της το βρέφος, παρόλο που μετέφεραν αυτό στο θάλαμο της, αλλά και ούτε θήλασε αυτό, καίτοι κατά το συνήθως συμβαίνον θα μπορούσε (βλ.

καταθέσεις των οικείων της συζύγου, πεθερού και πατέρα της). Τα όσα αντίθετα κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι στις απολογίες, αλλά και οι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εξετασθείσες μάρτυρες νοσηλεύτριες και ιατροί, περί ευδιάθετων και μακροσκελών συζητήσεων με την παθούσα, στην προσπάθεια τους να καταδείξουν ότι η κλινική εικόνα αυτής μετά την επέμβαση ήταν πολύ καλή, δεν κρίνονται πειστικά, η δε σχετική κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και α) από τις ως άνω εξαιρετικά χαμηλές τιμές των αιματολογικών εξετάσεων της, β) από το ότι η ίδια δεν κατόρθωσε καν να κρατήσει στην αγκαλιά της το βρέφος, όπως προαναφέρθηκε και γ) από το ότι τόσον ο σύζυγός της, όσον και ο πατέρας της, ήσαν ανήσυχοι για την εικόνα που παρουσίαζε.

Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι η λεχώνα ήδη από τις 11.00 π.μ. εμφάνισε ταχυκαρδία, έχοντας περί τους 140 παλμούς/λεπτό, όπως οι ίδιοι διαπίστωσαν ελέγχοντας τις ενδείξεις του monitor. Σημειώνεται ότι κατά την προσήκουσα εκτίμηση και την ορθή αξιολόγηση του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού, οι παλμοί της ασθενούς δεν ήταν διαρκώς σταθερά αυξημένοι στην ως άνω συχνότητα, καθώς κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της εμφάνισε αρκετές φορές ταχυκαρδία, η οποία ήταν απότοκος της πρωινής απώλειας αίματος, η δε διαπίστωση αυτής από τους οικείους της μέσω του monitor είναι πιθανή, ενόψει της μη πολυπλοκότητας του σχετικού μηχανήματος και της επεξήγησης των σχετικών ενδείξεων του σε αυτούς από τους ιατρούς και τις νοσηλεύτριες, κατά τη διάρκεια των πολλών ωρών παραμονής τους στο θάλαμο νοσηλείας.

Επιπλέον, έχοντας προηγηθεί ένας τοκετός και μια δυσκολότατη επέμβαση υφολικής υστερεκτομής, έχοντας αιματοκρίτη μόλις 15,6% και υπό την επήρεια ακόμα της νάρκωσης, δεν είναι λογικό να θεωρείται ότι η κλινική εικόνα της Α. Μ. είναι καλή. Ο πρώτος κατηγορούμενος καίτοι ήταν ενήμερος, ότι υπήρχε πρόβλημα με τη χορήγηση αίματος από το τμήμα αιμοδοσίας του Γενικού Νοσοκομείου Καρδίτσας, και διαρκούσης της εν λόγω κατάστασης της ασθενούς, αποχώρησε αρχικά από την ιδιωτική κλινική μετά τη μεταφορά της επιτόκου στο δωμάτιο, επέστρεψε περί τις 09.00 ώρα πρωινή, από όπου και αποχώρησε πάλι περί την 11.00' ώρα προκειμένου να μεταβεί στο ιατρείο του στα Τρίκαλα.

Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πρώτος ανέθεσε την παρακολούθηση αυτής στο δεύτερο κατηγορούμενο - αναισθησιολόγο, ο δε τελευταίος αποδέχθηκε την ανάληψη της σχετικής ευθύνη. Ο δεύτερος που παρέμεινε στην κλινική διότι θα παρευρισκόταν σε (8) προγραμματισμένες χειρουργικές επεμβάσεις, ενδιαφερόταν πράγματι για την πορεία της ασθενούς, όπως ήταν λογικό εκ του καθήκοντος του ως ιατρός ο οποίος συμμετείχε στην εγχείρηση, γι' αυτό και επισκέφθηκε αυτή, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι αυτό γινόταν με πρόθεση να καλύψει τα καθήκοντα του πρώτου θεράποντα ιατρού της και ότι ενημέρωνε αυτόν σταθερά για την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της.

Στη συνέχεια και περί ώρα 11.00' -12.00' η ασθενής έλαβε ακόμη μια (1) μονάδα αίματος, που αποτελεί και την τελευταία που έλαβε κατά τον χρόνο παραμονής της στην κλινική, και μια (1) μονάδα πλάσματος. Ωστόσο, νέες αιματολογικές εξετάσεις μετά τη λήψη και της τελευταίας μονάδας αίματος δεν έγιναν, παρότι, όπως προεκτέθηκε, ήταν επιτακτική η ανάγκη αύξησης του οξυγόνου του αίματος στον οργανισμό της ασθενούς και αποκατάστασης των πηκτικών μηχανισμών της.

Περί ώρα 15:15' και ενώ ο σύζυγος είχε μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας προκειμένου να παραλάβει τις άλλες δύο (2) μονάδες αίματος, η ασθενής παρουσίασε έντονη ταχύπνοια, ταχυκαρδία, δύσπνοια, αναστροφή των βολβών και μυδρίαση, και υπέστη εν τέλει καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Από τον δεύτερο κατηγορούμενο, καθώς και τη γυναικολόγο ιατρό Ε.

Δ., που ήταν παρόντες στο περιστατικό, υπεβλήθη σε ΚΑΡΠΑ (Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση) και ενδοκαρδιακή έγχυση αδρεναλίνης (της χορηγήθηκαν 2 ενέσεις αδρεναλίνης), ενώ κατέφθασε και ο πρώτος κατηγορούμενος, που είχε ενημερωθεί για το συμβάν. Ο τελευταίος ενημέρωσε το σύζυγο της ασθενούς, που κατέφθασε από το νοσοκομείο μεταφέροντας τις δύο φιάλες αίμα, ότι η σύζυγος του είχε υποστεί ανακοπή και μετά την έντονη αντίδραση του τελευταίου και τις φωνές του, κλήθηκε ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Καρδίτσας προκειμένου να μεταφερθεί εκεί η ασθενής.

Συμπεράσματα περί της κλινικής εικόνας της ασθενούς δεν μπορούν να συναχθούν με ασφάλεια από το σχετικό ιστορικό νοσηλείας αυτής, καθώς αυτό συμπληρώθηκε εκ των υστέρων από τον πρώτο κατηγορούμενο, προς υπεράσπιση της θέσης του, και πολλά από τα στοιχεία του δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κατάσταση της ασθενούς.

Η εν λόγω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι το ανωτέρω ιστορικό νοσηλείας φέρει τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα με το πρακτικό χειρουργικής επέμβασης που πράγματι συντάχθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος και τη διενήργησε, ενώ ο ίδιος στο εν λόγω ιστορικό φέρεται να καταγράφει ιατρικές μετρήσεις (αρτηριακή πίεση, σφίξεις κλπ) σε χρόνο κατά τον οποίο απουσίαζε από την ιδιωτική κλινική.

Προκειμένου, να αιτιολογηθεί η κατά τον άνω χρόνο συμπλήρωση του ιστορικού νοσηλείας από τον προαναφερόμενο ιατρό η μάρτυρας νοσηλεύτρια Σ. Α. αναφέρθηκε σε βιβλίο "λογοδοσίας" που τηρούνταν στην κλινική από το νοσηλευτικό προσωπικό και βάσει του οποίου ο ιατρός συντάσσει το ιστορικό νοσηλείας. Πλην όμως για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου γίνεται αναφορά περί τήρησης ενός τέτοιου βιβλίου, ενώ ουδέποτε δεν προσκομίστηκε αντίγραφο αυτού.

Άλλωστε, δεν μπορεί η αρτηριακή πίεση (ΑΠ) της ασθενούς καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας της, και δη από ώρα 06.00' έως 15.00' που υπέστη την ανακοπή, να είναι 100/60, χωρίς έστω και την παραμικρή απόκλιση, δεδομένου ότι πρόκειται για ζωντανό οργανισμό. Περαιτέρω, περί ώρα 16:40' η ασθενής διεκομίσθη διασωληνωμένη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (Τ.Ε.Π.) του Γενικού Νοσοκομείου Καρδίτσας σε κατάσταση που παρουσίαζε σημεία εγκεφαλικού θανάτου, ήταν δηλαδή άσφυγμη, με τις κόρες των οφθαλμών σε μυδρίαση και μη αντιδρώσες στο φώς, ενώ ο καρδιακός ρυθμός της ήταν φλεβοκομβικός.

Εκεί έγινε προσπάθεια καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης και σταθεροποίησης της ασθενούς από παρευρισκόμενους ιατρούς πολλών ειδικοτήτων (παθολόγους, αναισθησιολόγους, ειδικούς ΜΕΘ, χειρουργούς, γυναικολόγους), χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, αφού εν τέλει η ασθενής κατέληξε την ίδια ημέρα (27η.01.2012) στην ανάνηψη περί ώρα 22.52'.

Κατά την πρώτη γενική εξέταση αίματος που έγινε μετά τη διακομιδή της θανούσας στο Τ.Ε.Π. Καρδίτσας, τα αποτελέσματα κατέδειξαν τα εξής: αιματοκρίτης ΗCΤ:9%, αιμοσφαιρίνη ΗGΒ:2,9 gr/dl, αιμοπετάλια ΡLΤ: 83 103/μl. Έτσι της χορηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, δέκα (10) μονάδες συμπυκνωμένου αίματος (pRBC), δεκαέξι (16) μονάδες πλάσματος, και τρείς (3) μονάδες αιμοπεταλίων, όμως, παρόλα αυτά, καθ' όλη τη διάρκεια της εργώδους προσπάθειας ανάνηψης της, η θανούσα δεν ανέκτησε ποτέ μετρήσιμη αρτηριακή πίεση ή ψηλαφητές σφίξεις.

Σύμφωνα με την με αριθμ. ....04.2012 έκθεση του ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, Π. Μ., ο θάνατός της οφείλεται σε αιμορραγική καταπληξία, που αποτελεί το κλινικό σύνδρομο που προκύπτει από την ανεπαρκή αιμάτωση των ιστών. Η διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ των αναγκών των ιστών σε οξυγόνο και της παροχής οξυγόνου, δια μέσου του αίματος, όπως συμβαίνει σε παρατεταμένη αιμορραγία, οδηγεί σε μη αναστρέψιμη βλάβη των κυττάρων.

Έτσι, μόνο η γρήγορη αποκατάσταση της παροχής οξυγόνου μπορεί να αναστρέψει την εξέλιξη της καταπληξίας και ως εκ τούτου είναι θεμελιώδους σημασίας η έγκαιρη αναγνώριση και η επείγουσα παρέμβαση ώστε να αποκατασταθεί η ιστική αιμάτωση, ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση δεν διενεργήθηκαν όσα ήταν αναγκαία για την αποτροπή του θανάτου της ασθενούς και δη καταρχάς η έγκαιρη αποκατάσταση της ικανότητας μεταφοράς οξυγόνου στον οργανισμό δια μέσου της χορήγησης συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Στην ως άνω ιατροδικαστική έκθεση, επίσης, αναφέρεται ότι έγινε διάνοιξη της κοιλίας και α) στην περιτοναϊκή κοιλότητα διαπιστώθηκε οροαιματηρό υγρό όγκου περί τα δύο (2) λίτρα, ενώ στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο ανευρέθησαν αιματοπήγματα ο όγκος των οποίων υπολογίσθηκε περί το ένα (1) λίτρο περίπου. Η αιμορραγία του οπισθοπεριτόναιου επεκτείνεται από το έδαφος της πυέλου έως το διάφραγμα, β) Ο στόμαχος ήταν κενός περιεχομένου και ο βλενογόννος του έντονα αιμορραγικά διηθημένος, γ) Το ήπαρ είχε βάρος 1470 γρ.

και παρουσίαζε αιμορραγική διαπότιση της γυμνής περιοχής του, συνεπεία της επέκτασης του οπισθοπεριτοναϊκού αιματώματος προς αυτήν. Τα ως άνω ιατροδικαστικά ευρήματα δεν οφείλονται σε αιμορραγία που έλαβε χώρα μετά την απολίνωση των ωοθηκικών και μητριαίων αγγείων αλλά από τον αιμορραγία που προκλήθηκε λόγω της ρήξης της μήτρας, όπου το αίμα εισχώρησε και στην οπισθοπεριτοναϊκή κοιλότητα.

Στην κρίση του αυτή οδηγείται το Δικαστήριο τόσο από την ενώπιον του κατάθεση του πρώτου μάρτυρα ιατροδικαστή που ήταν απόλυτος ως προς τα ευρήματα της εξέταση τους, ήτοι ότι η απολίνωση των ωοθηκικών και μητριαίων αγγείων είχε πραγματοποιηθεί arte lege από τον πρώτο κατηγορούμενο όσο και από την κατάθεση της χειρουργού Ε.

Δ., που συμμετείχε στη χειρουργική επέμβαση της θανούσας, που αναφέρει ότι ακολούθησε μηχανικός καθαρισμός, επιμελής αιμόσταση και έλεγχος όλων των κολοβωμάτων, όπου διεπιστώθη πλήρης επίσχεση της αιμορραγίας. Αφού λοιπόν κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, διαπιστώθηκε από τους ιατρούς που διενεργούσαν τούτη πλήρης επίσχεση της αιμορραγίας, η αιμορραγία της θανούσας η οποία εν τέλει επέφερε και τον θάνατο της λόγω υποογκαιμικής καταπληξίας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω ιατρικά ευρήματα, οφείλεται στο σύνδρομο της Διάχυτης Ενδαγγειακής Πήξης (Δ.Ε.Π.), το οποίο αποτέλεσε την αιτία της αιμορραγίας.

Ως προς το εν λόγω σύνδρομο λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Η Διάχυτη Ενδαγγειακή Πήξη (ΔΕΠ) αποτελεί επίκτητη διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από την ενεργοποίηση της αιμόστασης, τη δημιουργία θρομβίνης και τελικά το σχηματισμό και την εναπόθεση ινώδους, κυρίως στα μικρά αγγεία. Η εναπόθεση αυτή είναι δυνατό να οδηγήσει σε μικροθρομβώσεις και στις σοβαρότερες μορφές του συνδρόμου στην κατανάλωση των αιμοπεταλίων και των παραγόντων της πήξης, με αποτέλεσμα την αιμορραγική διάθεση, καθώς και σε καταστροφή των ερυθροκυττάρων της κυκλοφορίας λόγω τραυματισμού τους Δεν αποτελεί νόσο, αλλά είναι επιπλοκή διαφόρων άλλων νοσημάτων.

Η αιμόσταση είναι ένας φυσιολογικός αμυντικός μηχανισμός που αποσκοπεί στην επίσχεση της αιμορραγίας, με το σχηματισμό θρόμβου. Η συστηματική ενεργοποίηση του μηχανισμού της πήξης οδηγεί αυτόματα στο σχηματισμό θρόμβων (με αποτέλεσμα την προβληματική αιμάτωση ζωτικών οργάνων) και επιπλέον την κατανάλωση αιμοπεταλίων και παραγόντων πήξης (με αποτέλεσμα αιμορραγίες).

Σε κάθε περίπτωση τραύματος ο οργανισμός ενεργοποιεί τον αιμοστατικό μηχανισμό του, για να σταματήσει την αιμορραγία, η οποία ενεργοποίηση είναι ανάλογη της έκτασης και βαρύτητας του τραύματος. Ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάπτυξη θρόμβων, ενεργοποιεί και έναν άλλο μηχανισμό, ειδικό για αυτό το σκοπό, ο οποίος ονομάζεται ινωδολυτικός.

Φυσιολογικά υπάρχει μία ισορροπία μεταξύ των συστημάτων πήξης και ινωδόλυσης. Το σύνδρομο της διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης είναι αποτέλεσμα της υπερβολικής κατανάλωσης των παραγόντων της πήξης, που παρουσιάζεται στις περιπτώσεις εκτεταμένων τραυματικών επιφανειών, όπου υπάρχει τόσο έντονη ενεργοποίηση του μηχανισμού πήξης του αίματος, για τον περιορισμό της αιμορραγίας, ώστε κυριολεκτικά να εξουδετερώνεται ο ανασταλτικός μηχανισμός της πήξης.

Η ΔΕΠ είναι συνήθης σε γυναικολογικά περιστατικά μετά από εκτεταμένες αιμορραγίες, διότι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μεγάλες ποσότητες αίματος απομακρύνονται από την κυκλοφορία της μητέρας με ταυτόχρονη απώλεια μεγάλων ποσοτήτων παραγόντων πήξης, οπότε δυνατόν να ενεργοποιηθεί το μονοπάτι της ενδαγγειακής πήξης.

Δεδομένου, δε ότι εμφανίζεται αιφνίδια και εξελίσσεται σε δύο φάσεις, στην πρώιμη όπου οι παρουσιαζόμενες διαταραχές της πηκτικότητας αντιρροπούνται πλήρως και στην όψιμη όπου έχει συντελεστεί καταστροφή του ινώδους και οι αντιρροπιστικοί μηχανισμοί δεν λειτουργούν πια, θα πρέπει, ο θεράπων ιατρός επί εκτεταμένων αιμορραγιών να λαμβάνει υπόψη του τον ελλοχεύοντα κίνδυνο εμφάνισης ΔΕΠ και να επαναλαμβάνεται ο εργαστηριακός έλεγχος, ώστε να παρακολουθούνται οι τιμές σειράς αιματολογικών εξετάσεων, όπως η αιμοσφαιρίνη και ο αιματοκρίτης, καθώς και εξετάσεις πήξης (βλ.

Θέματα Μαιευτικής Γυναικολογίας, τεύχος 1, 2008 σελ.35 και Επιστημονικά Χρονικά, τόμος 23ος - τευχ. 1, 2018, σελ. 10). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην ως άνω θανούσα πράγματι υπήρξε εγκατάσταση συνδρόμου Δ.Ε.Π., η οποία οδήγησε σε πρώτη φάση στην καρδιακή ανακοπή και κατόπιν στο θάνατο αυτής. Ήταν, δε, απότοκος της υφολικής υστερεκτομής μετά του δεξιού εξαρτήματος (της μήτρας) λόγω της ρήξης της μήτρας και της διατάραξης του πηκτικού μηχανισμού της ασθενούς λόγω της σημαντικής αιμορραγίας.

Σε κάθε περίπτωση το τραύμα, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση η αφαίρεση της μήτρας, συνέβαλε στην ενεργοποίηση της πήξης και της ινωδόλυσης. Λόγω του τραυματισμένου ιστού επήλθε γενικευμένος συστηματικός σχηματισμός μικροθρόμβων που οδήγησε σε δυσλειτουργία και σε ανεπάρκεια των οργάνων. Λόγω της χορήγησης κολλοειδών (1L) και κρυσταλλοειδών (31) διαλυμάτων (Zinacet, Nextromycn, olap XEfo, voluven) επήλθε αραίωση του αίματος και η απώλεια πρωτεϊνών πλάσματος ένεκα της αιμορραγίας που οδήγησε στην μείωση των συγκεντρώσεων πολλών πρωτεϊνών πήξης.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υπερκατανάλωση των παραγόντων πήξης και των αιμοπεταλίων που οδήγησε στην αιμορραγική διάθεση. Λόγω της μεγάλης ποσότητας αίματος που απώλεσε η ασθενής και την ανάπτυξη του ανωτέρω δευτερογενούς συνδρόμου της διάχυτης ενδαγγειακής πήξης, επιβαρύνθηκε τόσο πολύ η κατάσταση της, με αποτέλεσμα να υποστεί καρδιοαναπνευστική ανακοπή και η επακολουθήσασα μεταφορά της στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας κατ' ουσίαν να καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού ουσιαστικά μεταφέρθηκε σε κατάσταση μη αναστρέψιμη.

Στην περίπτωση δε της θανούσας είχαμε μη έκδηλη ΔΕΠ, όπου σημαντικό ρόλο είχε η έγκαιρη διάγνωση της μέσω του εργαστηριακού ελέγχου, ώστε να ελέγχεται χρονικά ο μηχανισμός πήξης. Με βάση όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου για την πορεία της εξέλιξης της υγείας της θανούσας, καθόσον αυτός δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, κατά το μέτρο του μέσου συνετού ιατρού και παραβαίνοντας τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και παρέλειψε να προβεί σε ιατρική πράξη lege artis.

Συγκεκριμένα όφειλε ο θεράπων ιατρός - πρώτος κατηγορούμενος πρώτα απ' όλα να υποπτευθεί τη σχέση των παθολογικών αιματολογικών εξετάσεων με την προηγηθείσα επέμβαση, η οποία μάλιστα κατά τους δικούς του ισχυρισμούς ήταν μεγάλης δυσκολίας κατά δε της δεύτερης ιατρού γυναικολόγου κα Δ. υπήρξε "μεγάλη αιμορραγία", και να τη συσχετίσει με την μετεγχειρητική επιπλοκή της ασθενούς και να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ιατρικές πράξεις, όπως αναλυτικά θα εκτεθεί παρακάτω.

Αξίζει επιπλέον να αναφερθεί ότι υπό όλα τα ανωτέρω δεδομένα, ήταν επιβεβλημένη η συνεχής παρουσία και εγρήγορση του πρώτου κατηγορουμένου, ώστε η πολύωρη, λίγο μετά την μεταφορά της ασθενούς στον θάλαμο νοσηλείας της, απουσία του από την κλινική να παρίσταται αδικαιολόγητη. Ο πρώτος των κατηγορουμένων μαιευτήρας - γυναικολόγος ως ο θεράπων ιατρός της θανούσας, που ανέλαβε τη διενέργεια της καισαρικής τομής και της επακολουθήσασας υφολικής υστερεκτομής στην ίδια ήταν αναμφισβήτητα υπεύθυνος και για τη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς του, έπρεπε να λάβει υπόψη του την πιθανότητα της ΔΕΠ (η οποία όπως προειπώθηκε εμφανίζεται τόσο κατά τη διάρκεια της κύησης και λοχείας όσο και μετά από βαρύ τραυματισμό όπως εν προκειμένω είναι η υφολική υστεροκτομή) και να συνδέσει τις εργαστηριακές αιματολογικές εξετάσεις της ασθενούς που κατά γενική ομολογία των ιατρών μαρτύρων ήταν ανησυχητικά κατά το μετεγχειρητικό στάδιο και με την άσχημη κλινική της εικόνα.

Ο εν λόγω κατηγορούμενος από αμέλεια κατά την άσκηση του ιατρικού του επαγγέλματος, υπό τις ιδιότητες που προεκτέθηκαν, 1) δεν εκτίμησε ορθά τα χαρακτηριστικά και την κλινική εικόνα της ασθενούς μετά τον τοκετό και την υφολική υστερεκτομή, ούτε έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στις αιματολογικές εργαστηριακές της εξετάσεις, παρά το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτών ήταν παθολογικά και καταδείκνυαν μαζική απώλεια αίματος.

Ιδιαίτερα προκειμένου να έχει μια πλήρη εικόνα της αιματολογικής κατάστασης της ασθενούς όφειλε να διενεργούνται συχνές και εκτεταμένες αιματολογικές εξετάσεις, από τη στιγμή μάλιστα που προηγήθηκε μια από τις πλέον δύσκολες και επικίνδυνες στην Μαιευτική χειρουργικές επεμβάσεις (υφολική υστερεκτομή) με υψηλά ποσοστά επιπλοκών ακόμη και θνησιμότητας για τις επιτόκους.

Η διενέργεια όμως τέτοιων εξετάσεων προϋπέθετε, πριν απ' όλα, την ύπαρξη οργανωμένου μικροβιολογικού εργαστηρίου στις εγκαταστάσεις ιδιωτικής κλινικής, παροχή που όπως αναφέρθηκε δεν υπήρχε, γεγονός το οποίο γνώριζε. 2) Παρέλειψε να προβεί σε επαναλαμβανόμενους αιματολογικούς ελέγχους του αιματοκρίτη της ασθενούς, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της και ιδίως ενώ ήταν επιβεβλημένη η διενέργεια ενός αιματολογικού ελέγχου αμέσως μετά το πέρας αυτής (χειρουργικής επέμβασης), ώστε να διαπιστωθεί η πραγματική ποσότητα αίματος που απωλέσθη κατά τη διάρκεια της, ο πρώτος αιματολογικός έλεγχος πραγματοποιείται κατά τις 8.00 μετά την έξοδο της από το χειρουργείο και δη εκείνος μετά τη λήψη της πρώτης μονάδας αίματος από την ασθενή, τα δε αποτελέσματα ήρθαν στην κλινική στις 11.00 περίπου, ήτοι τέσσερις ώρες αργότερα.

Δεύτερος αιματολογικός έλεγχος δεν έλαβε χώρα, ούτε ακόμη και μετά τη χορήγηση της δεύτερης μονάδας αίματος περί ώρα 11.00' - 12.00". Οι αιματολογικοί έλεγχοι που επακολούθησαν έλαβαν όλοι χώρα στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, μετά τη μεταφορά της ασθενούς. 3) Ενώ ήταν σε γνώση της επιτακτικής ανάγκης χορήγησης αίματος προς αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των πηκτικών μηχανισμών της, γεγονός το οποίο καταδεικνύεται και από τη συχνότητα των αιτημάτων χορήγησης αίματος προς το τμήμα αιμοδοσίας του Γενικού Νοσοκομείου Καρδίτσας και υπό το δεδομένο ότι η κλινική δεν διατηρούσε τμήμα αιμοδοσίας, αλλά ούτε και μονάδα εντατικής θεραπείας για τη συνεχή παρακολούθηση της ασθενούς από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων για την αναγκαία παθολογική υποστήριξη αυτής, επέλεξε να παραμείνει (η ασθενής) στην ως άνω κλινική, παρά τις παραπάνω ελλείψεις, ενώ θα μπορούσε εύκολα να διακομισθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας και από εκεί περαιτέρω (λόγω της διαπιστωθείσας αδυναμίας του ανωτέρω νοσοκομείου να χορηγήσει επαρκή ποσότητα αίματος για την ασθενή) σε τριτοβάθμιο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας.

Το εν λόγω αποτέλεσμα ήτοι ο θάνατος της Α. Μ. θα είχε αποφευχθεί εάν υπήρχε σταδιακή αλλά σταθερή μετάγγιση αίματος που θα οδηγούσε μετά βεβαιότητας στην σταθεροποίηση της υγείας της. Η βασική ευθύνη του θεράποντος ιατρού και εν προκειμένω του πρώτου κατηγορουμένου μαιευτήρα - γυναικολόγου είναι η καλή έκβαση της χειρουργικής επέμβασης, στην οποία περιλαμβάνεται εκτός από τον προεγχειρητικό έλεγχο και το στάδιο της χειρουργικής επέμβασης, και το μετεγχειρητικό στάδιο, που αποτελούν μία ολότητα που οργανώνεται και κατευθύνεται από τον χειρουργό (βλ.

Ά.Λιούρδη, Ιατρική Ποινική Ευθύνη, σελ. 53 επ. ΑΠ 971/2013 στη ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ως γυναικολόγος ιατρός που διενήργησε την επέμβαση, ήταν θεράπων ιατρός της άνω ασθενούς και για το μετεγχειρητικό στάδιο. Έτσι ο κατηγορούμενος αυτός ελέγχεται για κάθε ενέργεια ή παράλειψη του, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, ως προς την παρακολούθηση της πορείας της εν λόγω ασθενούς και μετά την εγχείρηση, δηλαδή εάν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση της παρενέργειας ή επιπλοκής που θα ήταν κίνδυνος να επιφέρει βλάβη της υγείας της χειρουργηθείσας ασθενούς, όπως κάθε μέσος συνετός ιατρός χειρουργός της ειδικότητας του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, όντας σε γνώση του ιστορικού της ασθενούς και έχοντας τη δυνατότητα και την εμπειρία να προβλέψει τα δυσμενή συμπτώματα που εμφανίζουν ασθενείς, υποβαλλόμενοι σε τέτοια χειρουργική επέμβαση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του και ανάγεται σε νομική υποχρέωση του με τους επιτακτικούς κανόνες που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας (βλ.

ΑΠ 971/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο θάνατος της Α. Μ. επήλθε και από μη συνειδητή αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος, ως θεράπων ιατρός της ανωτέρω ασθενούς, την οποία χειρούργησε στις 27-1-2012 για αφαίρεση μήτρας (υφολική υστερεκτομή), αναγκαίως και για το μετεγχειρητικό στάδιο, αν και ήταν υπόχρεος συνεπεία του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, έχοντας, τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας (Ν.3418/2005) και τα άρθρα 13 και 24 του ΑΝ 1565/1939 "Κώδικας ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος", ως εκ της έννομης θέσης του ως θεράποντα ιατρού της, όσο και από την εγγυητική του θέση απέναντι στην ασφάλεια της ζωής της ανωτέρω ασθενούς, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός ιατρός με την ειδικότητα του χειρουργού ιατρού, μαιευτήρα γυναικολόγου, όντας σε γνώση του ιστορικού της ανωτέρω ασθενούς (προηγηθείσα καισαρική τομή, ρήξη μήτρας στο σημείο αυτό) καθώς και του γεγονότος της απώλειας αίματος στο χειρουργείο και του δείκτη του αιματοκρίτη αυτής μετά την αναπλήρωση με μετάγγιση της απωλεσθείσας ποσότητας αίματος, και έχοντας την δυνατότητα και εμπειρία να προβλέψει, λόγω της επιστημονικής του επάρκειας και των γνώσεων του, το ενδεχόμενο πρόκλησης ΔΕΠ, που εμφανίζουν ασθενείς ως πιθανή επιπλοκή σε τέτοιου είδους χειρουργικές επεμβάσεις, εν τούτοις αυτός, αμέσως μετά τη χειρουργική επέμβαση, ουδόλως ασχολήθηκε με την όλη μετεγχειρητική πορεία της ανωτέρω ασθενούς, ως όφειλε, και χωρίς να ενημερώσει την ίδια αλλά και τους οικείους της απουσίαζε από την Κλινική κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της νοσηλείας της.

Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ουδόλως διέγνωσε την επικινδυνότητα της κατάστασης της ασθενούς, ουδόλως τον ανησύχησαν οι ιδιαίτερα χαμηλές τιμές των αιματολογικών εξετάσεων και ουδεκάν, μετά την ομολογουμένως μεγάλη απώλεια αίματος της επιτόκου κατά τη διάρκεια της καισαρικής τομής και υφολικής υστερεκτομής, ετέθη σ' αυτόν η υποψία του ελλοχεύοντος κινδύνου εμφάνισης ΔΕΠ, όπως συνάγεται από τον προβληθέντα κατά την απολογία του ισχυρισμό ότι επανειλημμένα είχε αντιμετωπίσει παρόμοια περιστατικά, όπου εμφανίζονταν ανάλογες χαμηλές τιμές στις άνω αιματολογικές εξετάσεις και δεν είχε αντιμετωπίσει μέχρι τότε κανένα πρόβλημα.

Η ανωτέρω επιδειχθείσα συμπεριφορά του είχε ως συνέπεια τη μη εκπλήρωση της έναντι της ανωτέρω ασθενούς υποχρεώσεως του για παρακολούθηση της πορείας της κατά το μετεγχειρητικό στάδιο και άμεσης επεμβάσεως του για να ενεργήσει την κατάλληλη ιατρική αγωγή, εκτιμώντας την κλινική εικόνα της ασθενούς, τα συμπτώματα που εμφάνιζε (αδυναμία κίνησης, όρθιας ή καθιστής στάσης, πόνους στην περιοχή της επέμβασης, ταχυκαρδία) και τη μεγάλη πτώση της τιμής του αιματοκρίτη μετά την επέμβαση και επιπλέον τις επιβαλλόμενες εξετάσεις, βάσει των οποίων θα απέτρεπε την εκδήλωση της ΔΕΠ και εντεύθεν θα προέβαινε στην αντιμετώπιση αυτής με τον ιατρικά ενδεδειγμένο τρόπο στην πρώιμη φάση της, όπου οι παρουσιαζόμενες διαταραχές της πηκτικότητας δυνατόν είναι να αντιρροπηθούν πλήρως με μετάγγιση αίματος και πλάσματος στην ασθενή, οπότε με βεβαιότητα θα είχε αποφευχθεί ο θάνατος της (βλ.

σχ. ΑΠ 1709/2007 ΠοινΧρ ΝΗ,544). Έτσι η ως άνω αμελής συμπεριφορά του ανωτέρω κατηγορουμένου (μη συνειδητή αμέλεια), συνιστάμενη στις προαναφερθείσες παραλείψεις της εκ μέρους του δράσης, συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατο της Α. Μ., που συνέβη στις 27-1-2012. Εξάλλου, ο υπερασπιστικός ισχυρισμός, με τον οποίο επιχειρείται μετάθεση της ευθύνης του ιατρού στο αιματολογικό τμήμα του νοσοκομείου, ή σε κάθε περίπτωση του κρατούντος συστήματος δημόσιας υγείας, διότι δεν του χορηγήθηκε έγκαιρα το αίμα που ζήτησε, αποδεικνύεται αβάσιμος.

Και τούτο, διότι, ως εκ των υστέρων προέκυψε, μετά τη διακομιδή της ασθενούς στο νοσοκομείο, άμεσα χορηγήθηκαν σ' αυτή 10 μονάδες συμβατού (πλην μη διασταυρωμένου) αίματος. Δηλαδή στο νοσοκομείο υπήρχε επαρκής ποσότητα αίματος ομάδας 0 ρέζους θετικό, που, εάν εξαρχής είχε καταστεί σαφές στους εργαζομένους του τμήματος ο κίνδυνος απώλειας της ζωής της ασθενούς εξαιτίας της καθυστέρησης της χορήγησης αίματος, πλέον ή βέβαιον είναι ότι θα είχαν ανταποκριθεί, εφόσον η διαδικασία της διασταύρωσης αίματος σε καμμία περίπτωση δεν απαιτεί χρόνο μεγαλύτερο των ενενήντα λεπτών.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κατηγορείται, όπως ορίζεται στο διατακτικό....". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ιατρό, ένοχο της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ.

α' ΠΚ), για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο, Β. Τ., του ότι: Στην Καρδίτσα, στις 27-1-2012, από αμέλεια του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε τον θάνατο άλλου χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του. Ειδικότερα, ως ιατρός μαιευτήρας-γυναικολόγος διενήργησε στην ιδιωτική μαιευτική κλινική "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ….

ΑΕ" καισαρική τομή στην Α. Μ. του Γ. που είχε εισαχθεί αυτή για τοκετό δια καισαρικής τομής, κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε ρήξη του τοιχώματος της μήτρας και αιμορραγία. Για την αντιμετώπιση τους διενεργήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, Β. Τ., υφολική υστερεκτομή, κατά την οποία αφαιρέθηκε η μήτρα, τα δεξιά εξαρτήματα και τμήμα του θόλου του κόλπου, και χορηγήθηκε αίμα.

Μετά την ολοκλήρωση της χειρουργικής επέμβασης η ανωτέρω μεταφέρθηκε σε θάλαμο της παραπάνω κλινικής για νοσηλεία και περαιτέρω παρακολούθηση. Διενεργήθηκε δε σε αυτή περί ώρα 08:00 γενική εξέταση αίματος, τα αποτελέσματα της οποίας ήταν: αιματοκρίτης (Ηt): 15,6%, με Φ.Τ.: 37-4, αιμοσφαιρίνη (Ηb): 4,8 gr/dl, με Φ.Τ.: 11,5-16, αιμοπετάλια (Pit): 96 χιλ/μl, με Φ.Τ.:

Ιf 0-400, ενώ ο έλεγχος πηκτικότητας του αίματος απέφερε χρόνο προθρομβίνης (ΡΤ): 13,8 sec με χρόνο μάρτυρα 10,8 sec, χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστήης (ΑΡΤΤ): 38 sec, με Φ.Τ.: Γ 5-45, ινωδογόνο: 120 mg/dl, με Φ.Τ.: 200-450, εικόνα η οποία καταδεικνύει μαζική απώλεια αίματος, οι καρδιακοί δε παλμοί αυτής ήταν 150/sec έως τις 14:30, καρδιακή συχνότητα η οποία είναι ενδεικτική σοβαρής αιμορραγικής καταπληξίας.

Παρά ταύτα, όμως, ο κατηγορούμενος, ως θεράπων ιατρός, ο οποίος παρακολουθούσε την ασθενή έως ώρα 11:00 οπότε αποχώρησε από την κλινική, δεν διέγνωσε τον ελλοχεύοντα κίνδυνο εγκατάστασης ΔΕΠ (διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης) εξαιτίας της μεγάλης προηγούμενης αιμορραγίας της επιτόκου, που είναι συνήθης σε παρόμοια γυναικολογικά περιστατικά, παρότι η διάγνωση αυτή ήταν εφικτή με βάση τους παραπάνω αναφερόμενους δείκτες και μπορούσε ο κατηγορούμενος με βάση τις γνώσεις και ικανότητες του να προβεί σε αυτή, και δεν μερίμνησε για την άμεση χορήγηση αίματος, αλλά ούτε και για την μεταφορά αυτής στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, με αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην ανωτέρω κλινική να υποστεί καρδιακή ανακοπή και να διακομισθεί ακολούθως στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, όπου και απεβίωσε.

Ο θάνατος της δε, οφείλεται σε αιμορραγική καταπληξία συνεπεία αυτόματης ρήξης του τοιχώματος της μήτρας σε θέση παλαιότερης καισαρικής τομής και της εντεύθεν εγκατάστασης της ΔΕΠ (διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης), αποτέλεσμα το οποίο δεν προβλέφθηκε μεν από τον κατηγορούμενο, αλλά προκλήθηκε ωστόσο από την αμελή συμπεριφορά του, θα είχε δε αποφευχθεί εάν έγκαιρα είχε αποκατασταθεί ο όγκος του αίματος που μαζικά είχε απωλέσει η Α.

Μ., προβαίνοντας παράλληλα και στις ενδεδειγμένες κατά τα ανωτέρω, ενέργειες για την αντιμετώπισή της, η οποία οδήγησε σε μη αναστρέψιμη αιμορραγική καταπληξία και εκδήλωση της ΔΕΠ (διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης), με συνέπεια να επέλθει ο θάνατος της.".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με παράλειψη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου το άνω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ. 1, του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς ούτε ευθέως ούτε κατά πλάγιο τρόπο να τις παραβιάσει με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, όπως διαπιστώνεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνονται ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης του άνω αδικήματος, αφού γίνεται επαρκής αναφορά των παραλείψεων, που θεμελιώνουν την αμέλεια, μη συνειδητή, του αναιρεσείοντος ιατρού για το θάνατο της παθούσας ασθενούς, με λεπτομερή προσδιορισμό της, συνιστώσας παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, συμπεριφοράς του πρώτου και της πορείας της υγείας της δεύτερης κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο όφειλε ο αναιρεσείων, ως ιατρός μαιευτήρας - γυναικολόγος και εντεύθεν υπόχρεος από την ιδιότητά του αυτή να ενεργήσει με τον επιβαλλόμενο επιστημονικώς τρόπο, ώστε να αποτρέψει το θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Συγκεκριμένα, εκτίθεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ως θεράπων ιατρός της ασθενούς Α. Μ., την οποία χειρούργησε, στις 27-1-2012, στην αναφερόμενη ιδιωτική κλινική για αφαίρεση μήτρας (υφολική υστερεκτομή), αναγκαίως και για το μετεγχειρητικό στάδιο, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός ιατρός, με την ειδικότητα του χειρουργού ιατρού, μαιευτήρα γυναικολόγου, όντας σε γνώση του ιστορικού της ανωτέρω ασθενούς (προηγηθείσα καισαρική τομή, ρήξη μήτρας στο σημείο αυτό), καθώς και του γεγονότος της απώλειας αίματος στο χειρουργείο και του δείκτη του αιματοκρίτη αυτής μετά την αναπλήρωση με μετάγγιση της απωλεσθείσας ποσότητας αίματος, και έχοντας τη δυνατότητα και εμπειρία να προβλέψει, λόγω της επιστημονικής του επάρκειας και των γνώσεών του, το ενδεχόμενο πρόκλησης διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης (ΔΕΠ), που εμφανίζουν ασθενείς ως πιθανή επιπλοκή σε τέτοιου είδους χειρουργικές επεμβάσεις, αμέσως μετά τη χειρουργική επέμβαση α) δεν παρακολούθησε συνεχώς, ως όφειλε, τη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς και δεν εκτίμησε ορθά την κλινική της εικόνα μετά τον τοκετό, ούτε διέγνωσε, μολονότι ήταν εφικτό, την επικινδυνότητα της κατάστασής της και τον ελλοχεύοντα κίνδυνο εγκατάστασης ΔΕΠ, εκτιμώντας τα συμπτώματα που εμφάνισε (αδυναμία κίνησης, όρθιας ή καθιστής στάσης, πόνους στην περιοχή της επέμβασης, ταχυκαρδία), β) παρέλειψε να προβεί σε επαναλαμβανόμενους αιματολογικούς ελέγχους του αιματοκρίτη της, ώστε να διαπιστωθεί η πραγματική ποσότητα αίματος που απώλεσε η ασθενής κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης (καισαρικής τομής και υφολικής υστερεκτομής) και γ) δεν μερίμνησε για την έγκαιρη μεταφορά αυτής στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, για τη χορήγηση αίματος προς αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των πηκτικών μηχανισμών της, ενόψει του ότι η ως άνω ιδιωτική κλινική, όπου νοσηλευόταν η παθούσα δεν διέθετε τμήμα αιμοδοσίας, ούτε μονάδα εντατικής θεραπείας για τη συνεχή παρακολούθησή της από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων.

Αποτέλεσμα ήταν να υποστεί η παθούσα αιμορραγική καταπληξία συνεπεία της εγκατάστασης διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης (ΔΕΠ), λόγω απώλειας μεγάλης ποσότητας αίματος και ανεπαρκούς αιμάτωσης των ιστών της και στη συνέχεια, λόγω επιβάρυνσης της κατάστασής της, καρδιοαναπνευστική ανακοπή, εξαιτίας της οποίας διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, όπου και απεβίωσε περί ώρα 22:52' της ίδιας ημέρας.

Ακόμη, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται, ότι, εάν ο κατηγορούμενος δεν παρέλειπε τις άνω υποχρεώσεις του και προέβαινε σε ορθή και έγκαιρη διάγνωση του κινδύνου εμφάνισης ΔΕΠ και σε αναπλήρωση με μετάγγιση της απωλεσθείσας ποσότητας αίματος της παθούσας, θα σταθεροποιούταν με βεβαιότητα η κατάσταση της υγεία αυτής και δεν θα επερχόταν ο θάνατός της, μη καταβάλλοντας δε ο ίδιος (κατηγορούμενος) την προσοχή, την οποία όφειλε από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προείδε το αποτέλεσμα του θανάτου της, που συνδέεται αιτιωδώς με τις άνω παραλείψεις του, ενώ, ως θεράπων ιατρός της θανούσας, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αποτροπή του.

Με βάση τα προεκτεθέντα, εκτός των ανωτέρω αναφερόμενων παραλείψεων του αναιρεσείοντος (μη έγκαιρης διάγνωσης της εμφάνισης ΔΕΠ και μη άμεσης αντιμετώπισής της), με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η δυνατότητα αυτού να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από εκείνες, η μορφή της υπαιτιότητάς του, που περιγράφεται ως μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιόποινου αποτελέσματος), καθώς και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιδίου (αναιρεσείοντος) προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος, λόγω της ιδιότητάς του ως θεράποντος ιατρού, μαιευτήρα - γυναικολόγου, η οποία θεμελιώνεται στο πλέγμα των νομικών καθηκόντων του να είχε ενεργήσει κατά τους άνω επιβαλλόμενους και κοινώς αναγνωρισμένους ιατρικούς κανόνες, απορρέει δε και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης, καθώς και η μη συμμόρφωσή του προς τις επιταγές αυτές.

Τέλος, επαρκώς περιγράφεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των πιο πάνω παραλείψεων του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο επελθών θάνατος με βεβαιότητα θα αποφευγόταν, αν δεν είχαν λάβει χώρα οι εν λόγω παραλείψεις και ο αναιρεσείων είχε μεριμνήσει, ώστε να είχε διαπιστωθεί και αντιμετωπισθεί εγκαίρως και χωρίς καθυστερήσεις η κλινική κατάσταση της θανούσας.

Mε τις παραδοχές αυτές συγκροτείται πλήρως, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με παράλειψη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων χωρίς να απαιτούνται για την επάρκεια της αιτιολογίας άλλα πρόσθετα στοιχεία.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε'και Δ' ΚΠοινΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές περιεχόμενες στους ίδιους πρόσθετους λόγους αιτιάσεις συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών της απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος και, επομένως, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Μεταβολή της κατηγορίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα. Τούτο όμως δεν συμβαίνει, όταν το δικαστήριο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσης αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξης.

Στην προκείμενη υπόθεση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, καθόσον, ενώ με το κλητήριο θέσπισμα και την πρωτοβάθμια απόφαση η κατηγορία που του αποδόθηκε συνίστατο στο ότι αυτός από αμέλεια "δεν διέγνωσε ότι η ανωτέρω ασθενής έπασχε από ενεργό αιμορραγία, ούτε μερίμνησε για την άμεση χορήγηση αίματος, ούτε για τη υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση, ώστε να ερευνηθεί η αιμορραγική εστία και να αντιμετωπιστεί η αιμορραγική εστία, ούτε για τη μεταφορά της στο γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, ο δε θάνατός της οφείλεται σε αιμορραγική καταπληξία συνεπεία αυτόματης τήξης του τοιχώματος της μήτρας σε θέση παλαιότερης καισαρικής τομής και διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης, αποτέλεσμα το οποίο δεν προβλέφθηκε από αυτόν (αναιρεσείοντα), αλλά προκλήθηκε από την αμελή συμπεριφορά του, θα είχε δε αποφευχθεί αν ο ίδιος είχε διαγνώσει εγκαίρως ότι η ασθενής είχε ενεργό αιμορραγία, προβαίνοντας παράλληλα και στις ενδεδειγμένες, κατά τα ανωτέρω, ενέργειες για την αντιμετώπισή της, η οποία οδήγησε σε μη αναστρέψιμη αιμορραγική καταπληξία, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός της", εν τούτοις το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τον καταδίκασε για πράξη ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία είχε παραπεμφθεί και καταδικαστεί πρωτοδίκως, αφού δέχτηκε ότι η μη συνειδητή αμέλειά του, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος της άνω ασθενούς συνίσταται στο ότι αυτός δεν διέγνωσε εγκαίρως ότι η εν λόγω ασθενής έπασχε από διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (ΔΕΠ), η οποία δεν ταυτίζεται με την αιμορραγική καταπληξία.

Από την επισκόπηση, όμως, του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η απόφαση του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς στην παρούσα δίκη (και όχι η πρωτοβάθμια, η οποία εξαφανίστηκε μετά την εναντίον της άσκηση παραδεκτής έφεσης και έπαψε να ισχύει), με το να δεχθεί τα ανωτέρω, απλώς προσδιόρισε ακριβέστερα, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία, τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αμέλεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και συγκροτούν τον τρόπο τέλεσης της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με παράλειψη, χωρίς να μεταβάλει την ταυτότητά της ούτε να τον καταδικάσει για αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα, οπότε, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ίδιο, δεν καταδικάστηκε για ουσιωδώς διαφορετική πράξη από εκείνη, για την οποία είχε παραπεμφθεί.

Συνακόλουθα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ο δε περί του αντιθέτου πιο πάνω πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.

β' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος άνω παραδοχών της απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος και, επομένως, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014 "Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις", "Κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου.

Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου, "Η αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον: (α) του Αρείου Πάγου, ανατίθεται σε Αρεοπαγίτη, (β) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανατίθεται σε Σύμβουλο ή Πάρεδρο, (γ) του εφετείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Εφετών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (δ) του πρωτοδικείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Πρωτοδικών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (ε) του ειρηνοδικείου, ανατίθεται στον Ειρηνοδίκη που διευθύνει το ειρηνοδικείο που εξέδωσε την απόφαση...".

Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, "1. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. 2.

Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής, λαμβάνοντας υπόψη και την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης, κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις".

Τέλος, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, "Τα οριζόμενα στα προηγούμενα άρθρα εφαρμόζονται αναλόγως και στις διαδικασίες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων", όπως και η παράγραφος 3 του άρθρου τούτου, που παρατέθηκε στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψεως, σύμφωνα με την οποία κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, με ειδική σκέψη του, για την επιβολή της άνω ποινής έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διαπράχθηκε και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφαση κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο, να διαλάβει στην απόφαση αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία.

Αναφορικά με την επιβληθείσα στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο διετή ποινή φυλάκισης, που κυμάνθηκε εντός των ορίων του πλαισίου της προβλεπόμενης ποινής, ενόψει και της αναγνώρισης ελαφρυντικού, λαμβάνοντας υπόψη και τις προβλέψεις του άρθρου 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές, την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των περί ενοχής και ποινής σκεπτικών του, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή, ως προς την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Η μη αναφορά, ότι λήφθηκε υπόψη η τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεν συνεπάγεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014, ούτε έλλειψη αιτιολογίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, με τους συναφείς τρίτο και τέταρτο λόγους του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, αφού η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Άλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος αλλά, κατά το νόμο (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 4239/2014), συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο, όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 4239/2014, το ποινικό Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, ενώ δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, όταν, μάλιστα, δεν έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, όπως εν προκειμένω, δοθέντος και του ότι αυτός (κατηγορούμενος) διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει συναφώς στα αρμόδια όργανα, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του άνω νόμου, για τη δίκαιη ικανοποίησή του λόγω της καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας.

Ήδη, η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας έχει ενταχθεί στο άρθρο 84 παρ. 3 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) και λογίζεται ως ελαφρυντική περίπτωση, η οποία, ως αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προταθεί νομίμως από τον κατηγορούμενο ώστε να απαντήσει επ' αυτού το δικαστήριο, γεγονός, από το οποίο συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό, αν δεν προταθούν από μέρους εκείνου.

Κατ' ακολουθία, οι ως άνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για τη θεμελίωση των οποίων προβάλλεται, ότι η πληττόμενη απόφαση, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, δεν έλαβε υπόψη την υπέρβαση του εύλογου χρόνου της διαδικασίας, που αποτελεί αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, κατά το ΕΔΔΑ και κατά την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 4239/2014, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του αγνόησε, εφαρμόζοντας εσφαλμένως την εν λόγω διάταξη αλλά και αυτή του άρθρου 79 του ΠΚ και χωρίς να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί αυτού, είναι αβάσιμοι.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠοινΔ) και να καταδικαστεί αυτός (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του πολιτικώς ενάγοντος, Γ. Τ. του Α., ο οποίος κλήθηκε και παραστάθηκε νόμιμα (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-6-2019), και τους από 25-9-2019 πρόσθετους αυτής λόγους του Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 80/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Και

Καταδικάζει αυτόν (αναιρεσείοντα) στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, Γ. Τ. του Α., κατοίκου ομοίως Τρικάλων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ