Supreme Court dismisses appeal on false accusation claim, ruling civil claim was timely filed and statute of limitations interrupted.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding false accusation charges. The civil plaintiff had filed a claim for moral damages in 2004 and again in 2007, which legally interrupted the statute of limitations. The court rejected the argument that the civil claim was time-barred, noting that the interruption rules of the Civil Code applied to the criminal proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the criminal procedure and the civil party's legal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 229(1) of the Penal Code; Articles 362 and 363 of the Penal Code; Articles 510(1)(a) and 261 of the Civil Code; Article 937 of the Civil Code; Article 270 of the Civil Code; Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure; Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure: The court held that a civil claim for moral damages filed during criminal proceedings interrupts the statute of limitations, and such interruption prevents the claim from being time-barred even if the initial filing occurred years prior to the current appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1863 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1863/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή, περί αναιρέσεως της 295/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Ι., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πρωτοπαππά. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 471/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ.6 του Ν.3327/2005, όποιο εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυριστεί ή να διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους. χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός.
Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στη Ρόδο, στις 23-4-2002, εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα, Γ.
Ι. Π., ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Ειδικότερα ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ρόδου, της Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου και των προανακριτικών υπαλλήλων, που διενήργησαν ακολούθως την προανάκριση, δηλαδή ενώπιον τρίτων, γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος, τα δε γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε την αναλήθειά τους καθ' όσον, υπέβαλε εις βάρος του τελευταίου ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου την από 22-4-2002 μήνυση, στην οποία μεταξύ άλλων, ανέφερε επί "....Ύστερα από έντοκο δανεισμό μου από τον μηνυόμενο Γ.
Π. στα μέσα Οκτωβρίου 2000 παρέδωσα προς αυτόν για εξασφάλιση του την υπ' αριθμ. ... επιταγή μου της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ Ρόδου (όπου διατηρούσα τον υπ' αριθμ. ... Λογαριασμό όψεως) την οποία εξέδωσα στη Ρόδο σε διαταγή του, ποσού δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών και με ημερομηνία πληρωμής 30 Απριλίου 2001. Την παραπάνω επιταγή μου κατέθεσε ο μηνυόμενος για προεξόφληση στο υπ' αριθμ. 6585 πινάκιο του στην εδρεύουσα στη Ρόδο (Πλατεία Ακαδημίας) ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, προκειμένου να λάβει το "καθαρό" προϊόν της προεξόφλησης, ύψους 9.000.000 δρχ.
Μάλιστα, αφού ο μηνυόμενος κατέθεσε στην παραπάνω Τράπεζα την επιταγή μου, μου παρέδωσε το από 31/10/2000 έγγραφο που πιστοποιούσε την προεξόφληση της. Στις 30/4/2001 κατέθεσα στον λογαριασμό του μηνυομένου το ποσό των 10.000.000 δρχ. και εκείνος ανέλαβε την υποχρέωση να μου επιστρέψει το σώμα της επιταγής μου μόλις θα το ανελάμβανε από την παραπάνω Τράπεζα.
Βέβαιος ων ότι η επιταγή μου είχε εξοφληθεί και ότι ήταν θέμα ημερών η επιστροφή της σε μένα δεν επεδίωξα να την αναζητήσω αφού ο αρμόδιος υπάλληλος της ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ρητά με διαβεβαίωσε ότι επί του σώματος της επιταγής θα ετίθετο η σχετική σφραγίδα εξόφλησης και ένα ερυθρό κεφαλαίο "Ε", το οποίο σύμφωνα με την Τραπεζική τακτική τίθεται μόλις η προεξοφλημένη επιταγή εξοφληθεί....Στις 3/12/2001 δέχθηκα τηλεφώνημα από το Υποκατάστημα της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ ΡΟΔΟΥ όπου διατηρούσα τον προαναφερόμενο λογαριασμό όψεως και μου δηλώθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο ότι εμφανίστηκε προς πληρωμή μία επιταγή μου ποσού 10.000.000 δρχ.
από την ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔ/ΣΟΥ. Γνωρίζοντας ότι δεν είχα εκδώσει παρόμοια επιταγή έσπευσα αμέσως στο Υποκατάστημα της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ όπου με έκπληξη μου αλλά και αγανάκτηση διαπίστωσα ότι η εμφανισθείσα προς πληρωμή επιταγή μου δεν ήταν άλλη από την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία πληρωμής 30/4/2001 την οποία είχα κανονικά και εμπρόθεσμα εξοφλήσει στην ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔ/ΣΟΥ σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Ζήτησα να μου επιδείξουν το σώμα της επιταγής αυτής και τότε διαπίστωσα ότι ο μηνυόμενος εν αγνοία μου και με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ενόθευσε την ημερομηνία πληρωμής της (ήδη εξοφλημένης) επιταγής μου από 30/4/2001 σε 30/11/2001 σβήνοντας με ΒLANCΟ τον αριθμό "4" που παρίστανε τον μήνα Απρίλιο ενώ με το ίδιο διορθωτικό υγρό είχε σβήσει όσα στοιχεία φανέρωναν στην εμπρόσθια και οπίσθια πλευρά της την αρχική προεξόφληση της στην ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ εκτός από το ερυθρό κεφάλαιο γράμμα "Ε" (στην δεξιά κάτω πλευρά) που όπως προανέφερα ήταν ενδεικτικό για την Τράπεζα της Ε Ξ Ο Φ Λ Η Σ Η Σ της.......Όμως εκείνο που κυριολεκτικά με αγανάκτησε ήταν το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή μου με τη νοθευμένη ημερομηνία πληρωμής είχε προεξοφληθεί από την ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ στο ίδιο πινάκιο για ΔΕΥΤΕΡΗ φορά παρά το γεγονός ότι ήταν νοθευμένη και ότι δεν ήταν δυνατό να προεξοφληθεί ή ακόμη και να παραληφθεί προς είσπραξη.
Πόσο μάλλον όταν η επιταγή που κατευθύνεται για προεξόφληση και παραλαμβάνεται από την Τράπεζα ως αξία λόγω "ενεχύρου"......Στις 17/4/2002 ο μηνυόμενος μου εκοινοποίησε αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αριθμ. 98/2002 Διαταγής Πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου Πρωτοδίκου κ. Ευαγγελίας Γεωργίτση επιτάσσοντας με την από 16/4/2002 επιταγή του προς πληρωμή να του καταβάλω το συνολικό ποσό των 31.153,31 ευρώ (δηλ, σε δρχ.
το ποσό των 10.615.490) για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα!!! Από το φωτοαντίγραφο της επίδικης επιταγής μου που επισυνάφθηκε στη σχετική αίτηση που υπέβαλε ο μηνυόμενος για την έκδοση της παραπάνω Διαταγής Πληρωμής προκύπτει η ά μ ε σ η "συνεργεία" του αρμοδίου υπαλλήλου της ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΩΔ/ΣΟΥ ο οποίος προκειμένου να καλύψει την ημερομηνία της αρχικής κατάθεσης για την πρώτη προεξόφληση έθεσε με την ίδια σφραγίδα την νέα ημερομηνία του έτους 2001 ακριβώς στο ίδιο σημείο δημιουργώντας ένα δυσανάγνωστο "σύμπλεγμα" ημερομηνιών!!! Όπως γίνεται αντιληπτό ο μηνυόμενος (και όσοι από την Τράπεζα Δωδ/σου τον βοήθησαν) έχει τελέσει σωρεία άδικων και αξιόποινων πράξεων από ιδιοτέλεια αφού η όλη του προσπάθεια κατευθύνετο να προσπορίσει στον εαυτό του (και σε βάρος μου) παράνομο περιουσιακό όφελος τουλάχιστον 10.000.000 δρχ.
δηλ. ποσό ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας,...". Βάσει της μήνυσης αυτής ασκήθηκε εις βάρος του ήδη εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος, με παραγγελία για την διενέργεια προανάκρισης, ποινική δίωξη για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσης και της απάτης στο Δικαστήριο. Μετά το πέρας της διενεργηθείσας αυτής προανάκρισης ο τελευταίος παραπέμφθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2588/2004 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ρόδου, για να δικαστεί ως υπαίτιος των ανωτέρω πράξεων ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Η πρώτη από τις πράξεις αυτές δηλαδή το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσης, φερόταν ότι συνίστατο στη νόθευση της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής από 30-4-2001 σε 30-11-2001 και στη χρήση της νοθευμένης κατ' αυτόν τον τρόπο επιταγής αφενός με την προσκομιδή της προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα στις 3-12-2001, οπότε και σφραγίστηκε, και αφετέρου με την υποβολή - στη συνέχεια - αίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής ενώπιον του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Την δεύτερη από τις εν λόγω πράξεις εξάλλου, ήτοι το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο, ο τότε προσφεύγων - κατηγορούμενος φερόταν ότι τέλεσε παριστάνοντας ψευδώς, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που επελήφθη της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής ότι αυτός (τότε προσφεύγων - κατηγορούμενος) ήταν νόμιμος κομιστής της συγκεκριμένης, υπ* αριθμ. ..., επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας και ότι αυτή έφερε την ως άνω ημερομηνία έκδοσης, και πείθοντας τον εν λόγω Δικαστή να εκδώσει την υ αριθμ. 98/2002 διαταγή πληρωμής, με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή και ο τότε εγκαλών και ήδη κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον τότε κατηγορούμενο και ήδη εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, ή 29.347,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 4-12-2001 μέχρι την εξόφληση.
Κατά του πιο πάνω κλητηρίου θεσπίσματος ο ήδη εγκαλών - πολιτικώς ενάγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Δωδεκανήσου, ο οποίος με την υπ' αριθμ. 11/2005 διάταξη του δέχθηκε ότι, προκειμένου ν' αποφευχθούν δυσμενείς συνέπειες εις βάρος τόσο του τότε εγκαλούντος και ήδη κατηγορουμένου, που ήταν ο εκδότης της επιταγής όσο και του τότε προσφεύγοντος - κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος που μεταβίβασε την επιταγή αυτή στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου λόγω ενεχύρου, κατόπιν συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ τους δηλαδή κατόπιν συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ του τότε προσφεύγοντος - κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος και του τότε εγκαλούντος και ήδη κατηγορουμένου, η εν λόγω επιταγή εξοφλήθηκε στις 4/5/2001 από τον ίδιο τον τότε προσφεύγοντα - κατηγορούμενο και ήδη εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα με κατάθεση στην Εμπορική Τράπεζα τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών σε μετρητά και με μεταφορά του χρηματικού ποσού των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δραχμών από τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό που ο ίδιος (τότε προσφεύγων -κατηγορούμενος και ήδη εγκαλών - πολιτικώς ενάγων) διατηρούσε στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, η δε ημερομηνία της επιταγής στα πλαίσια αυτής ακριβώς της συμφωνίας και όχι αυθαιρέτως διορθώθηκε από "30/4/2001" σε "30/11/2001", προκειμένου να καταστεί δυνατή η πληρωμή της μετά πάροδο επτά (7) μηνών από τον τότε εγκαλούντα και ήδη κατηγορούμενο.
Η προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε δεκτή και παραγγέλθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, η εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, το οποίο, αποφάνθηκε με το υπ' αριθμ.80/2005 βούλευμα ότι δεν προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εις βάρος του τότε κατηγορούμενου και ήδη εγκαλούντος και, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις.
Το βούλευμα αυτό κατέστη αμετάκλητο, δεδομένου ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτού κανένα ένδικο μέσο όπως αυτό προκύπτει από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 15-2-2006 βεβαίωση της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Πρωτοδικείου Ρόδου. Μετά από αυτά λόγω του απαλλακτικού χαρακτήρα του εν λόγω βουλεύματος και επειδή η αιτιολογία του στηρίχθηκε στο ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο τότε κατηγορούμενος και ήδη εγκαλών - πολιτικώς ενάγων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες εκατηγορείτο, τα γεγονότα που ο τότε εγκαλών και ήδη κατηγορούμενος ισχυρίστηκε με από 22-6-2002 έγκληση του εις βάρος του τότε κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος και συνιστούν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσης και β)της απάτης στο Δικαστήριο, θεωρούνται, κατ' αμάχητο τεκμήριο, ψευδή (αρθρ. 366 παρ. 2 ΠΚ, ΑΠ 813/2008 ΑΠ 441/2008, ΑΠ 1627/1998 ΠΧΡ.ΜΘ 925, ΑΠ 797/1996 ΠΧΡ ΜΖ 972).
Σε κάθε περίπτωση όμως, η αναλήθεια των ιδίων αυτών γεγονότων, ήτοι των περιστατικών που φέρεται ότι συνιστούν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις προκύπτει και από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται, από το σύνολο δε του ιδίου τούτου αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι ο τότε εγκαλών και ήδη κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των όσων εξέθετε στην από 22-4-2002 έγκληση του.
Συγκεκριμένα, η πιο πάνω, υπ' αριθμ. ..., μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού δέκα εκατομμυρίων(10.000.00)ή 29.347,02 ευρώ, που εκδόθηκε από τον ήδη κατηγορούμενο Ε. Ν. Χ., εις διαταγήν του πολιτικώς ενάγοντα Γ. Ι. Π., περί τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2000, με αναγραφόμενη αρχική ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2001, μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον τελευταίο στην ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΣΥΝ.ΠΕ.
ως αξία σε ενέχυρο την 31-10-2001, ο ίδιος δε αυθημερόν με προεξόφληση της συγκεκριμένης επιταγής έλαβε το ποσό των εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) δραχμών, το οποίο δάνεισε στον κατηγορούμενο, στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας, για την αγορά ενδυμάτων. Περί τα τέλη του μηνός Απριλίου του έτους 2001, που η επιταγή έπρεπε να πληρωθεί, ο πολιτικώς ενάγων ειδοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο ότι αδυνατούσε να την εξοφλήσει, έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον τηρούμενο στην Εμπορική Τράπεζα υπ' αριθμ....
λογαριασμό του. Ενόψει του ότι ευθύνη για την πληρωμή της επιταγής έφερε και ο πολιτικώς ενάγων, ως ενεχυριάσας, και έχων προεξόφληση την επιταγή στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ και προκειμένου ο κατηγορούμενος να διευκολυνθεί και η επιταγή να μην σφραγισθεί ως ακάλυπτη, συμφώνησαν μεταξύ τους να μην σφραγισθεί ως απλήρωτη η επιταγή γιατί θα έμπαινε στον Τειρεσία ο κατηγορούμενος και αυτό θα ήταν η καταστροφή του ως έμπορος ενδυμάτων στο επάγγελμα, να τον διευκολύνει οικονομικά για επτά μήνες ο πολιτικώς ενάγων για να πληρωθεί τον Νοέμβριο του ιδίου έτους η επιταγή, έτσι ώστε την 4.5.2001 να πληρωθεί από τον πολιτικώς ενάγοντα η επιταγή και να διορθωθεί η αναγραφόμενη ημερομηνία της έκδοσης της από τον 4° μήνα Απρίλιο στον 11° μήνα Νοέμβριο.
Δυνάμει της συμφωνίας αυτής, ο πολιτικώς ενάγων εξόφλησε την επιταγή στις 4-5-2001, με κατάθεση στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ τεσσάρων εκατομμυρίων Εμπορική Τράπεζα τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών σε μετρητό και συμψηφιστικό με μεταφορά του χρηματικού ποσού των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δραχμών από τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό ταμιευτηρίου που ο ίδιος (πολιτικώς ενάγων) τηρούσε στην ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, όπως αυτό προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο και βρίσκεται στην δικογραφία υπ' αριθμ. ΤΑΔ 314963/4.5.2001 γραμμάτιο είσπραξης ως άνω ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, Επίσης, η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής άλλαξε από "30/4/2001" σε "30/11/2001", προκειμένου να δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να πληρώσει αυτήν μετά πάροδο επτά (7) μηνών από την ημερομηνία που είχε τεθεί αρχικώς.
Η επιταγή, ακολούθως, κατατέθηκε εκ νέου, δυνάμει νέας ενεχυρίασης από τον πολιτικώς ενάγοντα στην ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, για δε τη νέα αυτή ενεχυρίαση τέθηκε η ημερομηνία 10.5.2001 πάνω από την ημερομηνία 31.10.2000 της πρώτης ενεχυρίασης η οποία δεν απαλείφθηκε, ενώ επιπλέον καταχωρίσθηκε από την ενεχυρούχο Τράπεζα σε πινάκιο με το νέο αριθμό 19961.
Η επιταγή, ακολούθως παρέμεινε στη ενεχυρούχο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, την οποία στις 3-12-2001, δηλαδή εμπροθέσμως την εμφάνισε προς πληρωμή στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ. Η επιταγή όμως δεν πληρώθηκε και σφραγίσθηκε ως ακάλυπτη, "ελλείψει επαρκούς υπολοίπου". Ο κατηγορούμενος απολογούμενος στο ακροατήριο αρνήθηκε την κατηγορία, υποστηρίζοντας όσα και στην παραπάνω από 22-4-2002 μήνυσή του και ισχυριζόμενος ότι τα εκτιθέμενα σ' αυτήν είναι αληθή και όχι ψευδή.
Στα πλαίσια αυτά ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι την επιταγή πλήρωσε ο ίδιος στις 4.5.2001, παραδίδοντας στον ήδη εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα, εντός του Καταστήματος της ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, το οποίο και ο τελευταίος κατέβαλε για την εν λόγω αιτία, Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν επιβεβαιώνεται ούτε ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και δεν κρίνεται πειστικός καθόσον αν πράγματι είχε αυτός καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών για την εξόφληση της επιταγής στις 4.5.2001 τότε αναμφίβολα το ποσό αυτό θα το κατέβαλε στον υπ' αριθμ....
λογαριασμό του στην πληρώτρια Εμπορική Τράπεζα για να πληρωθεί η επιταγή και δεν θα χρειαζόταν το ποσό των 10.000.000 δραχμών να το καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα και να πόνε μαζί στην ενεχυρούχο Τράπεζα Δωδεκανήσου στην οποία είχε προεξοφληθεί η επιταγή για να εξοφληθεί η επιταγή στην ενεχυρούχο Τράπεζα.
Αντιθέτως η κρίση ότι τα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αποδεικνύεται κυρίως από το γεγονός της πληρωμής του ποσού της επιταγής από τον πολιτικώς ενάγοντος στις 4-5-2001 με τον προεκτιθέντα τρόπο, δηλαδή με κατάθεση στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών σε μετρητά στην οποία ΤΡΑΠΕΖΑ ευρίσκεται η επιταγή με οπισθογράφηση από τον πολιτικώς ενάγοντα ως αξία σε ενέχυρο λόγω της προμνημονευομένης προεξόφλησης την 31.10.2000 και 6.000.000 δραχμές με ανάληψη από τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό του τον οποίο τηρούσε στην ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, (βλ. το αναγνωσθέν στο ακροατήριο που βρίσκεται στη δικογραφία υπ' αριθμ.8569/13.7.2007 έγγραφο της ενεχυρούχου Τράπεζας Δωδεκανήσου, που υπογράφεται από τον Διευθυντή Εργασιών, Ν. Δ., και τον Διευθυντή Καταστήματος Ακαδημίας Σ. Β., το υπ' αριθμ.
ΤΑΖ215349/4,5.2001 ένταλμα πληρωμής ποσού έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δραχμών, και το υπ' αριθμ. ΤΑΔ314963/4.5.2001 γραμμάτιο είσπραξης ποσού δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, της ιδίας Τράπεζας. Με το ανωτέρω έγγραφο η ενεχυρούχος Τράπεζα, απαντώντας σε αίτηση του ήδη εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος αναφέρει επί λέξει μεταξύ άλλων ".....η με αριθμ. ...
επιταγή, ποσού από δραχμές δέκα εκατομμύρια (10.000.000) συρμένη επί του αριθμ. ... λογαριασμού της Εμπορικής Τράπεζας μας παρεδόθη από μέρους σας ως ενέχυρο......σε εξασφάλιση χρηματοδότησης σας και προεξοφλήθηκε στο εγκεκριμένο όριο του λογαριασμού σας όπως συμβαίνει κατά την πάγια τακτική για όλα τα ενεχυριασμένα αξιόγραφα.
Η ανωτέρω επιταγή εξακολούθησε να παραμένει ενεχυριασμένη, εωσότου καταβλήθηκε ποσό από δραχμές έξι εκατομμύρια (6.000.000) συμψηφιστικά με ανάληψη από λογαριασμό επονόματί σας ταμιευτηρίου με αριθμ. .... Το υπόλοιπο ποσό από δραχμές τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) καταβλήθηκε με μετρητά χρήματα, στο Ταμείο της Τράπεζας.....".
Από το υπ' αριθμ. ΤΑΖ215349/4-5.3001 ένταλμα πληρωμής της ενεχυρούχου Τράπεζας Δωδ/σου, προκύπτει η μεταφορά του ποσού των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δραχμών, και από το υπ' αριθμ. ΤΑΔ314963/4.5.2002 γραμμάτιο είσπραξης προκύπτει ο ανωτέρω τρόπος εξόφλησης της επιταγής. Ο κατηγορούμενος, στην απολογία του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι στις 4.5.2001 και ώρα 10:30 έδωσε το χρηματικό ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών για την πληρωμή της επιταγής, στα χέρια του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος και προέβη στην εξόφληση της, ενώ στην ανωτέρω από 22.4.2002 μήνυση του βάσει της οποίας ασκήθηκε η εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος προμνημονευομένης ποινικής δίωξης αναφέρει επί λέξει: "Στις 30.4.2001 κατέθεσα στον λογαριασμό του μηνυμένου (δηλαδή του πολιτικώς ενάγοντος) το ποσό των 10.000.000 δρχ, και εκείνος ανέλαβε την υποχρέωση να μου επιστρέψει το σώμα της επιταγής μου μόλις θα το ανελάμβανε από παραπάνω Τράπεζα Δωδεκανήσου".
Επίσης στην υπ' αριθμ. καταθ. 99/24.4.2002 ανακοπή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά της υπ' αριθμ. 98/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε εις βάρος του μετά από αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος βάσει της ως άνω τραπεζικής επιταγής, ισχυρίστηκε ότι το ποσό για την πληρωμή της κατέθεσε ο ίδιος αυτοπροσώπως σε λογαριασμό του ήδη εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος.
Στην ανακοπή του αυτή, ισχυρίζεται επί λέξει ".....Κατά την ημέρα πληρωμής της επιταγής αυτής κατέθεσα αυτοπροσώπως στον λογαριασμό του καθ' ου επί της Συνεταιριστικής Τράπεζας το ισόποσο της επιταγής, δέκα εκατομμύρια δραχμές εις εξόφληση της ανωτέρω επιταγής μου.....". Τα ίδια ακριβώς επανέλαβε και στην από 17-12-2004 και υπ' αριθμ.καταθ.277/2004 έφεσή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά της υπ' αριθμ. 167/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία η πιο πάνω ανακοπή του απορρίφθηκε.
Στην έφεση του αυτή, ο κατηγορούμενος εξέθετε επί λέξει ".......κατέθεσα αυτοπροσώπως στον λογαριασμό που διατηρούσε ο αντίδικος στην Συνεταιριστική Τράπεζα το ισόποσο της επιταγής, δηλ. δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δρχ.....". Η θέση αυτή, που ο ίδιος ο κατηγορούμενος εξέφρασε με τα ανωτέρω δικόγραφα του αναφορικά με τις συνθήκες πληρωμής της συγκεκριμένης επιταγής, έρχεται σε αντίθεση με όσο στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου υποστήριξε, η αντίθεση δε αυτή, που αφορά αυτό καθεαυτό το επικαλούμενο από τον ίδιο και καθοριστικό για την ουσία της υπόθεσης γεγονός της πληρωμής, δεν δικαιολογείται.
Άλλωστε δεν προσκομίστηκε από τον ίδιο κάποιο παραστατικό από το οποίο να προκύπτει η κατάθεση του ποσού των 10.000.000 δρχ. σε τραπεζικό λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος ούτε κάποιο παραστατικό από το οποίο να προκύπτει προηγηθείσα ανάληψη του ως άνω υψηλού χρηματικού ποσού των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, προκειμένου αυτό να διατεθεί στη συνέχεια για την εν λόγω πληρωμή.
Περαιτέρω όσον αφορά αλλαγή της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής του με την αναγραφή του "11" που αντιστοιχούσε στον μήνα Νοέμβριο πάνω στο "4", που αντιστοιχούσε στο μήνα Απρίλιο, σε "11", αυτή συμφωνεί με τα ανωτέρω, έγινε εν γνώσει και με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου, ο οποίος και, ως εκδότης, ήταν το πρόσωπο που αποκλειστικά ωφελείτο από την μη σφράγιση της επιταγής κατά την αναγραφόμενη αρχική ημερομηνία, δηλαδή "30-4-2001" για να μην περάσει στον Τειρεσία και καταστραφεί ως έμπορος στο επάγγελμα.
Αυτό πρέπει να επισημανθεί, ανεξαρτήτως του αν στην εν λόγω διόρθωση, την οποία χάραξε πρόσωπο που γραφολογικά δεν έχει ταυτοποιηθεί, προέβη ο ίδιος, διό χειρός του, ή άλλο πρόσωπο. Τέλος αβάσιμα είναι και όσα ο κατηγορούμενος υποστηρίζει περί απόσβεσης με διορθωτικό υγρό των στοιχείων, τόσο στην εμπρόσθια όσο και στην οπίσθια όψη της επιταγής, που αποδείκνυαν την διενεργηθείσα, κατά τους ισχυρισμούς του, πληρωμή της.
Ειδικότερα και πέραν του ότι ο κατηγορούμενος δεν προσδιορίζει ούτε στην παραπάνω μήνυση του ούτε σε κάποιο από τα δικόγραφο του, που αφορούσαν την ανοιγείσα με την ανακοπή πολιτική δίκη, ούτε στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ποια ακριβώς ήταν αυτά τα στοιχεία τα οποία φέρεται να αποσβέστηκαν.
Από την επισκόπηση του ιδίου του σώματος της επιταγής της οποίας το πρωτότυπο για πρώτη φορά προσκομίστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ήδη ευρίσκεται στην δικογραφία ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και αναγνώστηκε, προκύπτει ότι δεν υφίστατο κάποια ένδειξη που να αφορά σε προηγούμενη εξόφληση της, και μάλιστα από τον κατηγορούμενο, και η οποία να καλύφθηκε με διορθωτικό υγρό.
Συγκεκριμένα, στην εμπρόσθια όψη της, στο κάτω αριστερό άσπρο μέρος της επιταγής, έχει αποσβεσθεί με διορθωτικό υγρό ο προηγούμενος αριθμός πινακίου 16526 και έχει γραφεί ο νέος αριθμός 19961, με τον οποίο καταχωρήθηκε η επιταγή στην ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ όταν ενεχυριάστηκε εκ νέου από τον πολιτικώς ενάγοντα.
Η κατά τον τρόπο αυτό αναγραφή του αριθμού πινακίου της Τράπεζας στο κάτω αριστερό άσπρο μέρος της επιταγής έγινε λόγω της εκ νέου ενεχυρίασης της επιταγής από τον τελευταίο και δεν συνιστούσε, με βάση τα παραπάνω, κάποια αυθαίρετη και αδικαιολόγητη ενέργεια από μέρους του πολιτικώς ενάγοντος. Στην εμπρόσθια πλευρά της επιταγής, επίσης, στο κάτω μέσο άσπρο μέρος της υφίσταται απόσβεση με διορθωτικό υγρό των αριθμών 3 2 Ο 1 4 και έχουν αφεθεί οι αριθμοί 6 1, οι οποίοι προηγούνται των αμέσως προαναφερόμενων, Η απόσβεση των εν λόγω αριθμών, ωστόσο, που με τη βοήθεια φακού διακρίνονται ευχερώς κάτω από το υφιστάμενο διορθωτικό υγρό, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι συνδυάζεται με απόκρυψη στοιχείων πληρωμής και αλλοίωση της επιταγής.
Τέλος, στο κάτω δεξιό άσπρο μέρος της εμπρόσθιας όψης αυτής (επιταγής) έχει τεθεί, με ερυθρή μελάνη, και δεν έχει με οποιονδήποτε τρόπο αποσβεσθεί το κεφαλαίο γράμμα "Ε", το οποίο το βάζει η Τράπεζα Δωδεκανήσου στις επιταγές που δίνονται για ενεχυρίαση και δεν υποδηλώνει εξόφληση της επιταγής (βλ. σχετ. και τις καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων Σ.
Κ. και Δ. Ν. Διευθυντές της Τράπεζα Δωδεκανήσου). Οποιαδήποτε αναγραφεί αριθμών ή λέξεων στην εμπρόσθια όψη στο κάτω άσπρο μέρος της επιταγής αφορά κωδικούς της ενεχύρου Τράπεζας Δωδεκανήσου και ουδεμία επίδραση έχουν με τα αναγραφόμενα στο σώμα της επιταγής και το έγκυρο αυτής. Όσον αφορά, την οπίσθια όψη του σώματος της επιταγής, έχει μεν τεθεί με σφραγίδα η ημερομηνία της εκ νέου ενεχυρίασης 10.5.2001 πάνω ακριβώς από την ημερομηνία της πρώτης ενεχυρίασης 31.10.2000, όμως αυτή η μέσω σφραγίδας αναγραφή, εκτός του ότι είναι εμφανής και δεν συνοδεύεται από απόσβεση της προηγούμενης ημερομηνίας με διορθωτικό υγρό, έγινε εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω μεταγενέστερης ενεχυρίασης και όχι αυθαιρέτως και με σκοπό την απόκρυψη οποιουδήποτε στοιχείου αναφορικά με την πληρωμή της επιταγής.
Τέλος, στην οπίσθια όψη της επιταγής αυτής υφίσταται μεν, μετά τη βεβαίωση "ΕΞΟΦΛΗΘΗΚΕ ΣΥΜΨΗΦΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ 30 ΝΟΕ 2001 ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΣΥΝ.Π.Ε. ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΡΟΔΟΥ" και πριν από την έντυπη σφραγίδα σφράγισης ως απλήρωτης της επιταγής με ημερομηνία 3-12-2001, έχει αποσβεστεί με διορθωτική υγρό μιας έντυπης σφραγίδας της οποίας το περιεχόμενο καθίσταται άμεσα εμφανές με τη διάχυση φωτός (με χρήση φακού ή άλλον τρόπο), η οποία τέθηκε από υπαλλήλους της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ, δηλαδή της πληρώτριας Τράπεζας προφανώς εκ παραδρομής και δεν αφορά την πληρωμή.
Η έντυπη αυτή σφραγίδα που έχει αποσβεσθεί με διορθωτικό υγρό είναι η εξής: "Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΠΙΤΑΓΗ ΕΜΦΑΝΙΣΘΕΙΣΑ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΘΗΚΕ ΑΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΧΕ ΕΠΑΡΚΕΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟ, ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΠΟ..........ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΕΝΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΠΕΡΙ ΜΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ", ενώ η επιταγή σφραγίσθηκε ακάλυπτη ελλείψει επαρκούς υπολοίπου. Και αυτή όμως η απάλειψη, με διορθωτικό υγρό δεν συνδέεται με την επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο εξόφληση.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη διαγραφή από τον πολιτικώς ενάγοντα της λόγω ενεχύρου οπισθογράφησής του, ήτοι της υπογραφής που έχει τεθεί στην οπίσθια όψη της επιταγής και κάτω από την έντυπη σφραγίδα "Πληρώσατε σε διαταγή ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ ΣΥΝ. Π.Ε. αξία σε ενέχυρο Καταστήματος Ρόδου", αυτή, ως ενέργεια, ήταν εύλογη, αφού ο τελευταίος, αναλαμβάνοντας πλέον το σώμα της επιταγής μετά τη σφράγιση της ως ακάλυπτη στις 3-12-2001, είχε έννομο συμφέρον να διαγράψει την υπογραφή του στην οπισθογράφηση, αφού αυτός και μόνο ήταν πλέον δικαιούχος να πληρωθεί από την επιταγή αυτή.
Βέβαια, πρέπει να επισημανθεί, ότι με την υπ' αριθμ. 155/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου έγινε δεκτή η κατά τα ανωτέρω έφεση του κατηγορουμένου και, αφού η υπ' αριθμ. 167/2004 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και διακρατήθηκε η υπόθεση, έγινε δεκτή η ανακοπή του ιδίου κατά της υπ' αριθμ. 98/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του αμέσως προαναφερόμενου Δικαστηρίου.
Με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτό ότι η υπ' αριθμ. ... επιταγή νοθεύτηκε, δηλαδή αλλοιώθηκε χωρίς τη συναίνεση του ήδη κατηγορουμένου, αφενός με τη μεταβολή της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσής της από "30-4-2001" σε "30-11-2001" και αφετέρου με την απόσβεση διαφόρων εγγραφών (αριθμών πινακίου, σφραγίδων κ.λ.π..), στο δε σκεπτικό της αναφέρεται ότι το ποσό της επιταγής καταβλήθηκε απευθείας στην ενεχυρούχο δανείστρια Τράπεζα (ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ) δια χειρός του ανακόπτοντος (κατηγορουμένου) και προς τούτο τέθηκε και η υπογραφή του τελευταίου στο υπ' αριθμ.
ΤΑΔ314963/4-5-2001 γραμμάτιο είσπραξης ενώ η υπογραφή στο γραμμάτιο αυτό είσπραξης είναι εντελώς διαφορετική από την υπογραφή του κατηγορουμένου που έχει θέσει στην προαναφερθείσα από 22.4.2002 μήνυσή του. Όμως ανεξαρτήτως της δεσμευτικότητας που, κατά τα ανωτέρω, δημιουργείται από τις παραδοχές του υπ' αριθμ. 80/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, η απόφαση αυτή, ως απόφαση πολιτικού δικαστηρίου που έχει σχέση με την προκείμενη ποινική δίκη, εκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις (αρθρ. 62, 177 και 178 ΚΠΔ), ενόψει του ότι στην ποινική δίκη προσκομίστηκε για πρώτη φορά το πρωτότυπο σώμα της επιταγής, με αποτέλεσμα το πρώτον να δύναται να διαγνωσθεί τι υπάρχει κάτω από τις αποσβέσεις με διορθωτικό υγρό, και ποια ήταν η απαλειφθείσα έντυπη σφραγίδα στην οπίσθια όψη της επιταγής, μεταξύ της έντυπης σφραγίδας "ΕΞΟΦΛΗΘΗΚΕ ΣΥΜΨΗΦΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ 30 ΝΟΕ 2001 ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΣΥΝ.Π.Ε.
ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΡΟΔΟΥ" και πριν από την έντυπη σφραγίδα σφράγισης ως απλήρωτης της επιταγής με ημερομηνία 3-12-2001. Και τούτο είναι προεχόντως σημαντικό για την επί της παρούσας ποινικής υπόθεσης κρίση, αφού η απλή μόνο φωτοτυπία του σώματος της επιταγής δεν επέτρεπε τις ανωτέρω διαπιστώσεις στο Πολιτικό Εφετείο Δωδεκανήσου και δημιουργούσε, με τη μη καθαρότητα της, κρίση για αποσβέσεις κρίσιμων και ουσιωδών εγγραφών, δηλαδή για σοβαρές αλλοιώσεις.
Επιπροσθέτως ειδικώς όσον αφορά την παραδοχή στην υπ' αριθμ. 155/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου παραδοχή ότι το ποσό της επιταγής πληρώθηκε απευθείας στην ενεχυρούχο δανείστρια Τράπεζα (ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΆΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ) από τον ίδιο τον ανακόπτοντα (κατηγορούμενο) και ότι ο τελευταίος, ενόψει αυτής της καταβολής υπέγραψε δια χειρός του το με υπ' αριθμ.
ΤΑΔ314963/4-5-2001 γραμμάτιο είσπραξης το γεγονός όμως αυτό ανατρέπεται από την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απολογία του, κατά τα προαναφερθέντα. Και τούτο διότι ο τελευταίος όπως και πιο πάνω επισημαίνεται, κατά την επ' ακροατηρίου απολογία του ισχυρίσθηκε ότι το ποσό της επιταγής δεν το πλήρωσε αυτοπροσώπως, αλλά στις 4.5.2001 περί ώρα 10:30 έδωσε το ποσό των 10.000.000 δραχμών στα χέρια του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος και προέβην στην προεξόφληση της.
Συνακόλουθα όλων των προεκτιθεμένων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γι' αμφότερες τις πράξεις που καταδικάσθηκε και πρωτοδίκως". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως έντεκα (11) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 §1 και 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα αναφέρει ότι: α) ότι ο κατηγορούμενος καταμήνυσε τον πολιτικώς ενάγοντα ότι ετέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας (νόθευση) μετά χρήσεως και της απάτης στο δικαστήριο, οι οποίες συνίσταντο στη νόθευση της χρονολογίας εξοφλημένης ήδη επιταγής εκδόσεως του ήδη κατηγορουμένου και στη χρησιμοποίησή της στη συνέχεια στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, για έκδοση διαταγής πληρωμής και με την ψευδή παράσταση ότι οφείλετο το ποσό αυτής (10.000.000 δραχμές), β) ότι ο ήδη εγκαλών απαλλάχτηκε των ανωτέρω κατηγοριών με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, γ) ότι ο κατηγορούμενος συκοφάντησε τον εγκαλούντα, ισχυρισθείς ενώπιον των δικαστικών αρχών της Ρόδου, ότι ετέλεσε τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, δ) ότι τα γεγονότα που περιέλαβε στη μήνυσή του και ισχυρίσθηκε ενώπιον των ανωτέρω Αρχών ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά τους από δική του αντίληψη και γνώριζε και τα αληθή γεγονότα.
Τα ανωτέρω προκύπτουν από τον παραδοχή ότι, επειδή ο κατηγορούμενος κατά την ημερομηνία πληρωμής της προαναφερθείσης επιταγής (30-4-2001) δεν είχε τη δυνατότητα να την πληρώσει και προκειμένου να μην περιληφθεί στον κατάλογο "Τειρεσίας", συμφώνησε με τον εγκαλούντα να αλλάξουν την χρονολογία πληρωμής από 30-4-2001 σε 30-11-2001, πράγμα που έγινε και επειδή απέναντι στην Τράπεζα στην οποία είχε παραδοθεί η επιταγή λόγω ενεχύρου, δεν θα ίσχυε η αλλαγή της χρονολογίας, ο εγκαλών κατέβαλε στην ενεχυρούχο Τράπεζα, την αξία της επιταγής και την ανέλαβε και στη συνέχεια ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής και ε) ότι ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να διωχθεί ποινικά ο εγκαλών και να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, προκύπτει δε ο σκοπός αυτός από το ότι υπέβαλε τη μήνυση και ισχυρίστηκε τα ανωτέρω γεγονότα, αν και γνώριζε ότι ήταν ψευδή και ότι είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.
Ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα εξής: 1) Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα αλλά μερικά από αυτά, είναι αβάσιμη, γιατί αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και το γεγονός ότι εξαίρονται μερικά από αυτά δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν τα άλλα, 2) η αιτίαση ότι υπήρχε έλλειψη αιτιολογίας, επειδή κατά την επιμέτρηση της ποινής αναφέρονται μόνο τα στοιχεία του άρθρου 79 του ΠΚ, χωρίς ειδικότερα περιστατικά, είναι απαράδεκτη, γιατί δεν απαιτείται η αναφορά επιπλέον περιστατικών, 3) η αιτίαση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένως δέχτηκε ότι τα από μέρους του καταγγελθέντα ήταν ψευδή, τη στιγμή που αυτός ως εγκαλών απαλλάχτηκε από τα δικαστικά έξοδα, πράγμα που σημαίνει μη ψευδή μήνυση, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και 4) η αιτίαση ότι δεν παρατίθενται στην απόφαση τα αληθή γεγονότα, είναι αβάσιμη, γιατί αυτά παρατίθενται, σε αντιπαραβολή με τα ψευδή.
Επομένως, είναι αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ που στηρίζονται στις ανωτέρω αιτιάσεις. Περαιτέρω, επικαλείται ο αναιρεσείων έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 170 §2 του ΚΠΔ), συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, λόγω συνδρομής δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτού να μην πληρώσει εξοφλημένη ήδη επιταγή (άρθρ. 367 §1γ του ΠΚ).
Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απαράδεκτος όταν προβάλλεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως (άρθρ. 367 §2α του ΠΚ) και έτσι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 §2 του ΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα όμως αυτή, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ, προκαλείται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες, όπως και αυτή κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, εκτός και ο κατηγορούμενος προτείνει τη σχετική ένσταση παραγραφής, οπότε το ποινικό δικαστήριο έχει υποχρέωση να την εξετάσει.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η διακοπείσα δε με την τρόπο αυτόν παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ κατά το άρθρο 270 του ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε, δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή, αρχίζει νέα παραγραφή.
Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τη βασιμότητα προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων με την από 12-1-2004 έγκλησή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου την 16-1-2004, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 1.000 Ευρώ, με επιφύλαξη για πλήρη ικανοποίηση από το πολιτικό δικαστήριο.
Επομένως, κατά τη χρονολογία αυτή, διακόπηκε η παραγραφή της αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντος και άρχισε έκτοτε νέα παραγραφή, η οποία διακόπηκε και πάλι τον Δεκέμβριο του 2007 με τη δήλωση παραστάσεως, στο πρωτοβάθμιο ποινικό δικαστήριο και δεν συμπληρώθηκε έκτοτε. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει απόλυτη ακυρότητα λόγω του ότι ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, επειδή κατά το χρόνο της δηλώσεως της παραστάσεώς του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είχε παραγραφεί η αξίωσή του από την αδικοπραξία, είναι αβάσιμη και επίσης είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ, που στηρίζεται στην αιτίαση αυτή. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 §1 του ΚΠΔ και 183, 176 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2010 αίτηση του Ε. Χ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 295/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ