Legislator Case Law & Legislation
1863/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding interpretation of marital settlement clauses.

Case Number 1863/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a marital property settlement. The appellant argued the lower court failed to interpret ambiguous declarations under Articles 173 and 200 of the Civil Code, while the respondent maintained the settlement was valid. The court ruled that such interpretation is a matter of substantive law reviewable only if the lower court's position remains unclear, which it was not, and that the appeal arguments were inadmissible or unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The Supreme Court's review of the lower court's application of interpretative rules is limited to cases where the lower court's position on the existence of a gap or ambiguity remains unclear.

Keywords

AI generated
Civil Code interpretation marital settlement validity Supreme Court review inadmissible appeal substantive law review

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 150 of the Civil Code
Articles 361 and 454 of the Civil Code
Articles 1400 and 454 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1863 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1863/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Καπελλίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρτεμισία Κομπάρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 31-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο τούτο περιπτώσεως προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν από όσα το δ/ριο εκείνο δέχεται δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην παραπάνω δήλωση, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση σε αυτό θα κριθεί αν ήταν ή όχι εφαρμοστέοι οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες.

Εν προκειμένω, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι, κατά την αποδοχή της ενστάσεως εκ του άρθρου 454 ΑΚ, που πρότεινε ο εναγόμενος, περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την αξίωσή της προς διεκδίκηση ποσοστού πέραν του 50% επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αποτελεί απόκτημα του εναγομένου (συζύγου της), της εν λόγω παραιτήσεως γενομένης με σχετικό όρο διαληφθέντα στο από 7-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως συναινετικώς του γάμου τους, στο οποίο περιέλαβαν ρυθμίσεις ως προς την επιμέλεια και διατροφή των τέκνων του και ως προς τις περιουσιακές του σχέσεις, αυτό (Εφετείο) δεν προέβη σε ερμηνεία των περιεχόμενων στο συμφωνητικό δηλώσεων βουλήσεως διαδίκων, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε στην απόρριψη της άνω ένστασης του εναγομένου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ανελέγκτως έκρινε ότι δεν υπήρξε, ούτε και εμμέσως συναγόμενο, κενό ή ασάφεια στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων και έτσι ορθώς δεν προέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επειδή, η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, 174, 150, 881, 1400 ΑΚ, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου, με συνέπεια να μη χωρεί παραίτηση εκ των προτέρων, δεν αποκλείεται όμως από τη διάταξη αυτή, όπως το ζήτημα των αποκτημάτων γίνει αντικείμενο των διαπραγματεύσεων των συζύγων για να καταλήξουν στην κατά το άρθρο 1441 ΑΚ συμφωνία συναινετικού διαζυγίου, με τον όρο ότι η συμφωνία τους και για τα αποκτήματα τελεί υπό την αίρεση της, εκ του λόγου αυτού διαζυγίου, λύσεως του γάμου.

Περαιτέρω, εφόσον μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δευσμετικό για το δικαστή λόγο διαζυγίου, έπεται ότι και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτό της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, είναι ισχυρή, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις όπως η διάταξη του άρθρου 150 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, το οποίο έκρινε επί αγωγής της αναιρεσείουσας για συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσίβλητου και ειδικώτερα επί του οικοπέδου με την υπάρχουσα σε αυτό διώροφη οικοδομή που βρίσκεται στα ... στην οδό ..., δέχθηκε, ανελέγκτως, α)ότι οι διάδικοι με το από 7-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους κει ενόψει της συνεναιτικής λύσεως του γάμου τους, ρύθμισαν εν μέρει τις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις και, μεταξύ άλλων, συμφώνησαν με τον σχετικό όρο με άρθ. 1 του εν λόγω συμφωνητικού, ότι η ενάγουσα "(δεύτερη συμβαλλομένη) αναγνωρίζει με το παρόν ότι η υπάρχουσα κατοικία που βρίσκεται στα ...

στην Οδό ... αποτελουμένη από ισόγειο όροφο και σοφίτα και η οποία αποτελεί (πλην της γκαρσονιέρας του ισογείου) ενιαία κατοικία ανήκει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και στους δύο συμβαλλομένους" και β)ότι η συμφωνία τους αυτή περιέχει παραίτηση της ενάγουσας - εκκαλούσας από την ένδικη αξίωσή της και είναι έγκυρη και ενεργός, διότι πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της λύσεως του γάμου τους, υπό την οποία τελούσε, δεδομένου ότι ο γάμος τους λύθηκε συναινετικώς με την υπ' αριθμ. 101/20-3-2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που κατέστη αμετάκλητη στις 22-4-2002.

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας περί ακυρωσίας του κρίσιμου συμβατικού όρου κατ' άρθρο 150 ΑΚ ως αποτελούν το προϊόν απειλής αυτής από τον αναιρεσίβλητο, έκρινε, κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού από τα άρθρα 361 και 454 του ΑΚ ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου), ότι η αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας ως προς το επίδικο ακίνητο έχει αποσβεσθεί.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1400 και 454 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.

Επομένως ο 4ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων.

Εν προκειμένω, με τον 2ο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 7-5-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού και ειδικώτερα του σχετικού όρου με αριθ. 1, δεχθέν ότι, με την ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων, η ενάγουσα παραιτήθηκε από την ένδικη αξίωσή της στο επίδικο ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την εκ μέρους του Εφετείου αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του άνω εγγράφου.

Εειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως ή τα επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον 3ο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με τους οποίους αυτή αρνείτο την περί παραιτήσεώς της από την ως άνω ένδικη αξίωσή της ένσταση του εναγομένου συζύγου της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε ισχυρισμούς που αποτελούν άρνηση της εν λόγο ένστασης και συνεπώς δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να απορρφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2007 αίτηση, της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 405/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, οφειλόμενα σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ