Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague legal errors and failure to cite specific statutory provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a commercial lease dispute. The appellant argued that the trial court erred in assessing damages and failed to consider specific legal provisions, but the court found these arguments vague and lacking the required specificity. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under the Civil Procedure Code, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 8, 13, 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 281 of the Civil Code: An appeal alleging legal error must specify the exact provision violated and the precise circumstances constituting the error; otherwise, it is inadmissible as vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1863 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1863/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπατσίκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ", που εδρεύει στην Πρέβεζα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Γερασίμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουλίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 539/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Ιουνίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 14 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ.10 γ' του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", Μισθώσεις αναφερόμενες στα άρθρα 1 και 2 του ν.813/1978μ οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.1962/1991 και την 13992/1992 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 132 Β) έληγαν στις 30-4-1992, παρατείνονται αυτοδικαίως, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 59 του παρόντος ως ακολούθως:...
γ) μέχρι την 31 Αυγούστου 1997μ αν ο μισθωτής έχει συμπληρώσει στη χρήση του μισθίου χρονικό διάστημα τουλάχιστον δώδεκα (12) ετών". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ίδιου ως άνω Π.Δ/τος, "ο μισθωτής σε περίπτωση βαριάς νόσου του, η οποία συνεπάγεται πλήρη ανικανότητά του να συνεχίσει την επιχείρηση που ασκεί στο μίσθιο, έχει το δικαίωμα να μεταβιβάσει ολοκληρωτικά τη μισθωτική σχέση σε τρίτο μέσα σε ένα έτος από την επέλευση της νόσου.
Σε περίπτωση θανάτου του μισθωτή, το δικαίωμα αυτό μπορούν να ασκήσουν ο σύζυγος ή τα τέκνα του μέσα σε ένα (1) έτος από την αποδοχή της κληρονομίας. Για τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης απαιτείται σύμβαση μεταξύ του μισθωτή και εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση καθώς και έγγραφη αναγγελία της σύμβασης από εκείνου που μεταβιβάζει προς τον εκμισθωτή που να περιέχει τους όρους της σύμβασης".
Τέλος, από τα άρθρα 489, 495 και 574 επ. ,ΑΚ και 6 παρ.1 του ν.813/1978 με το τελευταίο από τα οποία ορίζεται ότι απαγορεύεται η παραχώρηση, εν όλων ή εν μέρει, της χρήσεως του μισθίου σε άλλον εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, συνάγεται ότι, αφού η παροχή της χρήσεως του μισθίου που οφείλεται από τη σύμβαση της μισθώσεως είναι αδιαίρετη, γεννάται, αν υπάρχουν περισσότεροι συμμισθωτές, ενεργητική ενοχή εις ολόκληρον ως προς αυτούς και κάθε ένας από αυτούς δικαιούται να απαιτήσει από τον εκμισθωτή τη χρήση ολοκλήρου του μισθίου και επομένως η αποχώρηση από το μίσθιο ενός ή μερικών από τους συμμισθωτές ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει αυτόν ή αυτούς που μένουν ούτε επηρεάζει τη θέση του εκμισθωτή, ο οποίος έχει πάντοτε την υποχρέωση να παράσχει ολόκληρη τη χρήση του μισθίου είτε σε όλους τους μισθωτές είτε σ'αυτούς που απομένουν (ΑΠ 998/1987), ενώ οι παραμένοντες στο μίσθιο θα είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν εκείνοι ολόκληρο το συμπεφωνημένο μίσθωμα (ΑΠ 812/1986, ΑΠ 767/87).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων τα εξής: Κατόπιν νομίμως διενεργηθέντος πλειοδοτικού διαγωνισμού αναδείχθηκαν συμμισθωτές του ενδίκου μισθίου (πρόκειται για το τουριστικό περίπτερο του ενάγοντος Λιμενικού Ταμείου Πρέβεζας που βρίσκεται στην παραλία της Πρέβεζας), η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) και ο .....
οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο μίσθιο των 11-7-1973 και το εκμεταλλεύομταν από κοινού σύμφωνα με τον προορισμό του μέχρι την 14-10-1992, οπότε απεβίωσε ο δεύτερος από αυτούς. Στη συνέχεια και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (κατάθ. 29-7-1999) η εναγομένη, λόγω μη τηρήσεως από τους κληρονόμους που αποβιώσαντος συμμισθωτή της του από το άρθρο 12 του ΠΔ 34/1995 παρεχόμενου δικαιώματος μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως κατά το μέρος που του αφορούσε, σε τρίτον, εκμεταλλεύτηκε μόνη το μίσθιο, γεγονός που δεν είχε αποκλεισθεί από τη μισθωτική σύμβαση.
Η μίσθωση επομένως, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν.2041/1992 (4-5-1992) είχε συμπληρώσει διάρκεια μεγαλύτερη των 12 και μικρότερη των 20 ετών, ως τοιαύτη δε παρατάθηκε αναγκαστικώς μέχρι της 31ης Αυγούστου 1997 (άρθρα 58 παρ.10 γ' Π.Δ./τος 34/1995) χωρίς να παραταθεί νομίμως πέραν από το τελευταίο αυτό χρονικό σημείο και χωρίς να υπάρχει νομική δυνατότητα σιωπηρής παράτασής της για αόριστο χρόνο.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο εφάρμοσε σωστά τις ανωτέρω διατάξεις αφού πράγματι από τη μη τήρηση από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος συμμισθωτή της αναιρεσείουσας ..... των διατυπώσεων του άρθρου 12 του Π.Δ. 34/1995 δεν καταρτίσθηκε σιωπηρώς νέα μίσθωση μεταξύ αυτής και του ενάγοντος αλλά συνεχίσθηκε η ίδια μεταξύ αυτής και τούτου στην οποία, ενόψει του χρόνου ενάρξεώς της (11-7-1973) είχε συμπληρώσει κατά την έναρξη ισχύος του ν.2041/1992 (4-5-1992) συνολικό χρονικό διάστημα άνω των 12 ετών και επομένως αυτής (μίσθωση) παρατάθηκε αναγκαστικώς μέχρι την 31 Αυγούστου 1997.
Κι' αυτό ανεξάρτητα από το ότι κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 47 του ΠΔ 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει...", σιωπηρά αναμίσθωση 9στις εκμισθώσεις ακινήτου ανηκόντων σε ΝΠΔΔ) δεν χωρεί. Επομένως είναι αβάσιμοι οι λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ :
α) αριθ.1. Οτι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.2 του ΠΔ 34/1995 με το να μη δεχθεί ότι εκ της μη ασκήσεως εκ μέρους των κληρονόμων του αποβιώσαντος συμμισθωτή της του δικαιώματός των εκ του άρθρου αυτού μέσα στην νόμιμη προθεσμία (1έτος) καταρτίσθηκε σιωπηρώς έκτοτε μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου νέα μίσθωση και β) αριθ. 8:
Ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα από αυτήν και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό της αυτόν (ότι δηλαδή μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου καταρτίσθηκε νέα μίσθωση λόγω μη τηρήσεως από τους κληρονόμους που αποβιώσαντος συμμισθωτή της του τον εκ του άρθρου 12 παρ.2 του Π.Δ/τος 34/1995 δικαιώματος των να μεταβιβάσουν σε τρίτο τη μισθωτική σχέση κατά το μέρος που τον αφορούσε).
Εξάλλου ο προβαλλόμενος από αυτήν (αναιρεσείουσα) λόγος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας παρέβη τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (εκ του λόγου ότι δέχτηκε ότι η μίσθωση συνεχίστηκε στο πρόσωπο της η αυτή, χωρίς να χωρήσει εκ μέρους των κληρονόμων του αποβιώσαντος συμμισθωτή της σύμβαση μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως καθ' όσον τον αφορούσε και έγγραφη αναγγελία αυτής στον εκμισθωτή) είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού, κατά τα άνω εκτιθέμενα, το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι η μίσθωση συνεχίστηκε κατά νόμον στο πρόσωπο μόνης της συμμισθώτριας (αναιρεσείουσας) μετά την άπρακτη παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως σε τρίτο εκ μέρους των κληρονόμων του αποβιώσαντος συμμισθωτή της και όχι γιατί μεταβιβάστηκε σ'αυτήν το δικαίωμα του αυτό, χωρίς να τηρηθεί για τη μεταβίβαση αυτή ο προβλεπόμενο από το νόμο ως άνω συστατικός (έγγραφος) τύπος.
Περαιτέρω η διάταξη αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (περί συνεχίσεως της μισθώσεως στο πρόσωπο μόνης της αναιρεσείουσας) δεν αντιφάσκει με τη διάταξή της ότι η μίσθωση αυτή (ίδια) στην οποία ενόψει του χρονου ενάρξεως της (11-7-1973), η αναιρεσείουσα (μισθώτρια) είχε συμπληρώσει κατά την έναρξη ισχύος του ν.2045/1992 (4-5-1992) συνολικό χρονικό διάστημα άνω των δώδεκα (12) ετών, παρατάθηκε αναγκαστικώς μέχρι την 31 Αυγούστου 1997.
Επομένως ο προβαλλόμενος σχετικώς λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.17 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 557 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα : α) Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή σε ποιό σημείο βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα β) για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο κατά τρόπο ορισμένο ποια ήσαν τα υπό της ανωτέρω διατάξεως καθοριζόμενα "πράγματα", ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός παραδεκτά προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμος γ) Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ.13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποιο σημείο εντοπίζεται η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως και δ) Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης, ποιες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκείς και για ποιο λόγο καθώς και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ΑΠ 920/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, δεχθείσα ότι "από την εκτίμηση και των υπόλοιπων αποδείξεων, (βλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συζητήσεως), δεν αποδεικνύεται ότι νόμιμοι εκπρόσωποι του ενάγοντος διαβεβαίωσαν, κατά οποιοδήποτε τρόπο, την εναγομένη ότι δεν θα την αποβάλλουν από το μίσθιο, γεγονός που την εξώθησε να προβεί σε σημαντικές δαπάνες βελτιώσεώς του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεν είναι καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ...", και ότι "περαιτέρω από την εκτίμηση των ίδιων αποδείξεων αποδεικνύεται ότι από των αρχών του έτους 1999 η εναγομένη προέβη σε σημαντικές δαπάνες βελτιώσεως του μισθίου..." έσφαλε, διότι δεν έλαβε υπόψη ότι κι ο ίδιος ο μάρτυρας του αντιδίκου .....
κατέθεσε εξεταζόμενος ενόρκως ότι "η εναγομένη έκανε το τελευταίο διάστημα εργασίες στο κατάστημα, το οποίο σήμερα είναι σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι με τα έξοδα που έκανε θα παραμείνει στο μαγαζί" και ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν είναι δυνατόν ένας μισθωτής να υποβάλλεται σε δαπάνες εκατομμυρίων δραχμών για τέτοιου είδους βελτιώσεις, χωρίς να έχει συγκατάθεση του εκμισθωτή του με οποιοδήποτε τρόπο, όπως συνέβη και στην κρινόμενη περίπτωση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περ.1, 8, 13 και 19 ΚΠολΔ".
Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης, έτσι όπως διατυπώνεται, χωρίς δηλαδή να αναφέρονται σ'αυτόν τα απαιτούμενα, κατά τα άνω, για κάθε επί μέρους επικαλούμενη εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ περίπτωση πλημμέλειας στοιχεία που τον καθιστούν ορισμένο, είναι αόριστος και γι'αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Με τον τελευταίο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι "δεχθείσα ότι δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία της επιχείρησής της το ποσό που αντιστοιχεί σε δέκα έξι (16) μηνιαία μισθώματα έσφαλε, αφού έπρεπε, σε κάθε περίτπωση, και εν όψει των δαπανών που δέχθηκε ότι ενήργησε στο μίσθιο, να επιδικάσει το ανώτατο ποσό που προβλέπεται στο νόμο". 'Ετσι όμως όπως διατωπώνεται ο λόγος αυτός, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους το άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, είναι αόριστος και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ΄ακολουθίαν των παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της 118/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ