Legislator Case Law & Legislation
1862/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for foreign judgment public order claim lacking procedural basis.

Case Number 1862/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final foreign judgment, ruling the public order objection inadmissible. The appellant argued the foreign decision lacked procedural details and violated Greek public order, but failed to demonstrate these facts were properly raised before the lower court. Consequently, the court held that since the argument was not legally admissible at the appellate level, it was rejected regardless of its merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument challenging a foreign judgment on public order grounds is inadmissible if the factual basis was not properly raised in the lower court proceedings.

Keywords

AI generated
foreign judgment recognition public order exception inadmissibility of appeal procedural history Code of Civil Procedure Greek public order appellate admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 323 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 15/2001
Supreme Court 17/1999
Supreme Court 662/2020
Supreme Court 2273/2009
Supreme Court 1066/2007
Supreme Court 630/2019
Supreme Court 2154/2013
Supreme Court 672/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1862 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1862/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αλέξιο Πελέκη και Ελισάβετ Τσέλιου.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. - Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Πετροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2019 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-12-2019 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1877/2020 μη οριστική και 1418/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5411/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνο, αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ. προθεσμία των δεκαπέντε ή εξήντα ημερών, αντίστοιχα, από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β` Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. β` περ. β Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ.ΑΠ 17/2013, Α.Π. 1104/2020). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (Α.Π. 486/2022).

Περαιτέρω, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, κατά το άρθρο 503 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 20-6-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 5259/527/21-6-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5411/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, ερήμην της εφεσίβλητης, ήδη αναιρεσίβλητης, κατοίκου της Πολιτείας Delaware των Η.Π.Α., κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. Κ.Πολ.Δ.), επιδόθηκε, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων και δεν αμφισβητείται, στις 27-3-2023. Επομένως, η προθεσμία των εξήντα ημερών για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της ερημοδικασθείσας εφεσίβλητης, άρχισε την επομένη (28-3-2023) και συμπληρώθηκε μετά την παρέλευση εξήντα ημερών, στις 26-5-2023.

Συνεπώς, η άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 21-6-2023, έλαβε χώρα εντός της νόμιμης τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία άρχισε μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την ανακοπή ερημοδικίας.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.1,566 παρ. 1-2, 144, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ). Ως εκ τούτου, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5411/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Με την από 13-11-2019 (αριθμ. έκθ. κατ. 100269/4357/15-11-2019) αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε να αναγνωριστεί στην Ελλάδα, κατ' άρθρο 905 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο της με στοιχεία File No ..., ...-2019 απόφασης διαζυγίου του Οικογενειακού Δικαστηρίου της Πολιτείας Ντέλαγουερ, Κάστλ, των Η.Π.Α., με την οποία λύθηκε αμετάκλητα ο μεταξύ αυτής και του συζύγου της, Γ.

Δ., ήδη αναιρεσείοντος, γάμος. Ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου την από 4-12-2019 (αριθμ. έκθ. κατ. 106691/4660/4-12-2019) κύρια παρέμβαση, με την οποία, επικαλούμενος ότι έχει έννομο συμφέρον ως αντίδικος της αιτούσας στη δίκη διαζυγίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης για τους αναφερόμενους ειδικότερα σ' αυτήν λόγους.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την κύρια παρέμβαση, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1877/2020 μη οριστική απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αιτούσας, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της έγγραφα.

Μετά την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1418/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση, έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η αίτηση και αναγνωρίσθηκε ότι έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και στην ελληνική επικράτεια η προαναφερόμενη απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας λύθηκε ο, μεταξύ της αιτούσας και του συζύγου της, γάμος.

Επί της από 2-9-2021 έφεσης που άσκησε ο κυρίως παρεμβαίνων, ήδη αναιρεσείων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη η υπ' αριθμ. 5411/2022 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν. Με τη Σύμβαση της Χάγης που υπογράφηκε στις 5/10/1961 και καταργεί την υποχρέωση επικύρωσης των αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων, η οποία κυρώθηκε με τον Ν. 1497/1984 και έχει την ισχύ που ορίζει η παράγραφος 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος, ορίζονται τα ακόλουθα:

Με το άρθρο 1 εδ. α` της ως άνω Σύμβασης, ορίζεται ότι η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στα δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου Κράτους και πρέπει να προσαχθούν στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου κράτους. Κατά την έννοια της παρούσας Συμβάσεως, ως Δημόσια έγγραφα θεωρούνται:

α) τα έγγραφα που προέρχονται από αρχή ή δημόσιο υπάλληλο δικαιοδοτικού οργάνου του Κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των εγγράφων που προέρχονται από την εισαγγελική αρχή, δικαστικό γραμματέα ή δικαστικό επιμελητή, β) τα διοικητικά έγγραφα, γ) τα συμβολαιογραφικά έγγραφα και δ) οι επίσημες βεβαιώσεις, όπως βεβαιώσεις καταχωρήσεως, θεωρήσεις για βέβαιη χρονολογία και επικυρώσεις υπογραφής που τίθεται σε ιδιωτικό έγγραφο.

Με το άρθρο 3 ορίζεται ότι η μόνη διατύπωση που είναι δυνατόν να απαιτηθεί για να βεβαιωθεί η γνησιότητα της υπογραφής, η ιδιότητα με την οποία ενήργησε ο υπογράφων το έγγραφο και, ενδεχομένως, η ταυτότητα της σφραγίδας ή του επισήματος που φέρει το έγγραφο, είναι η επίθεση της επισημειώσεως της προβλεπομένης στο άρθρο 4, που χορηγείται από την αρμόδια αρχή του Κράτους από το οποίο προέρχεται το έγγραφο.

Η επισημείωση τίθεται στο ίδιο το έγγραφο ή σε πρόσθεμα (άρθρο 4). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η σφραγίδα της Χάγης χορηγείται σε πρωτότυπα δημόσια έγγραφα ή σε ακριβή αντίγραφα της εκδούσας αρχής τα οποία έχουν ισχύ πρωτοτύπου και όχι επί ιδιωτικών εγγράφων και κατ` εξαίρεση μόνο επί ιδιωτικών εγγράφων που φέρουν βεβαιώσεις καταχωρήσεως, θεωρήσεις για βέβαιη χρονολογία και επικυρώσεις υπογραφής, που έχουν τεθεί από Δημόσια Διοικητική Αρχή, διότι με αυτόν τον τρόπο το ιδιωτικό έγγραφο, ως προς το σκέλος και μόνο της βεβαιώσεως του γνήσιου της υπογραφής από αρμόδιο διοικητικό υπάλληλο, φέρει την επίσημη σφραγίδα του Κράτους [Α.Π. 1347/2018 (Ποιν.), ΑΠ 1015/2018 (Ποιν.), Α.Π. 926/2014 (Ποιν)].

Σε περίπτωση που το γνήσιο της υπογραφής βεβαιώνεται από δικηγόρο δεν χρειάζεται σφραγίδα της Χάγης, διότι ο δικηγόρος δεν είναι Δημόσια Διοικητική Αρχή και ούτε σε ειδικές περιπτώσεις εξομειώνεται με αυτή (Α.Π. 926/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 439 Κ.Πολ.Δ. "έγγραφα συνταγμένα από αλλοδαπό δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, τα οποία θεωρούνται ως δημόσια έγγραφα στον τόπο όπου εκδόθηκαν, έχουν την αποδεικτική δύναμη που ορίζει το άρθρο 438". Οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 4-33 του Α.Κ. καθορίζουν το στοιχείο το οποίο δημιουργεί το σύνδεσμο ενός προσώπου ή μιας βιοτικής σχέσης με ορισμένη Πολιτεία και λόγω του συνδέσμου τούτου, η σχέση ή η κατάσταση του προσώπου υποβάλλεται στη ρύθμιση του δικαίου της Πολιτείας αυτής. Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν μέρος του εγχώριου ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1145/2003).

Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 323 αριθ.3 και 905 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., που είναι ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 687/2003), απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση του δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση που αφορά την προσωπική κατάσταση, είναι και το ότι ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε του δικαιώματος της υπεράσπισης με τη συμμετοχή του στη δίκη ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με τη διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το αλλοδαπό αυτό δικαστήριο. Η κρίση, όμως του δικαστηρίου της ουσίας, που δικάζει αίτηση για αναγνώριση δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση, ότι ο διάδικος δεν στερήθηκε του δικαιώματος υπεράσπισης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αφορώσα εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1255/2006, Α.Π. 672/1999).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2022, 2/2019, 6/2019, 7/2016, Α.Π. 708/2023).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, Α.Π. 6/2022, Α.Π. 1217/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1217/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 325/2022, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 64/2022, Α.Π. 68/2022, Α.Π. 1096/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 1497/1984, με τον οποίο κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης και με πλημμελή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της νομότυπης επίδοσης σ'αυτόν της αίτησης διαζυγίου, απέρριψε τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της από 2-9-2020 έφεσής του, με το να δεχθεί ότι η από 30-5-2017 υπ' αριθμ. 17-16093 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης εναντίον του για λύση του μεταξύ τους γάμου ενώπιον του Δικαστηρίου οικογενειακών υποθέσεων της Πολιτείας Ντέλαγουερ των Η.Π.Α., δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αλλά ιδιωτικό, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται για τη νομότυπη επίδοσή της να τεθεί σε αυτό η σφραγίδα της Χάγης (Apostille),παρά το γεγονός, όπως ισχυρίζεται, ότι:

α) το δικόγραφο της αίτησης διαζυγίου της αναιρεσίβλητης που επιδόθηκε σ' αυτόν, συνοδευόμενο από τη με ημερομηνία 8-10-2018 παραγγελία για την κλήτευσή του, ως εναγομένου αλλοδαπού, σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης, καθώς και με την περιεχόμενη σ' αυτήν από 11-10-2018 βεβαίωση ακριβούς αντιγράφου, υπογεγραμμένη από το γραμματέα του αλλοδαπού Δικαστηρίου στο οποίο κατατέθηκε η αίτηση, προέρχεται από δικαστικό γραμματέα και β) στο δικόγραφο της αίτησης διαζυγίου περιλαμβάνεται επίσημη βεβαίωση-επικύρωση της υπογραφής της αιτούσας- αναιρεσίβλητης από συμβολαιογράφο, διορισμένο στην Πολιτεία Delaware των Η.Π.Α., ήτοι από δημόσιο λειτουργό.

Ισχυρίζεται, επίσης, με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, ότι το δικάσαν Δικαστήριο, όφειλε να δεχθεί τον πρώτο λόγο της έφεσής του, κατά το πρώτο σκέλος του, και να κρίνει ότι η επίδοση της αίτησης διαζυγίου της αναιρεσίβλητης, χωρίς να φέρει την ειδική επισημείωση της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, δεν ήταν νομότυπη και επομένως δεν συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 323 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ, διότι ο αναιρεσείων στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής του στη δίκη.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης, δεχόμενο ότι: "...Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), με τον πρώτο λόγο της έφεσης, όσον αφορά το πρώτο σκέλος, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που έκρινε ότι η αίτηση, που η αιτούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε κατά του καθ'ου η αίτηση, συζύγου της, ενώπιον του Δικαστηρίου οικογενειακών υποθέσεων της πολιτείας Ντέλαγουερ (Delaware) του Νιούκαστλ (Νew Castle) των ΗΠΑ με αίτημα τη λύση του μεταξύ τους γάμου, λόγω διάστασης, είναι ιδιωτικό έγγραφο, και δεν απαιτούνταν για την επίδοσή του προς αυτόν (εκκαλούντα) να τεθεί σε αυτό σφραγίδα της Χάγης (Αροstille), καθώς πρόκειται για δημόσιο έγγραφο και βάσει της Σύμβασης επισημείωσης της σφραγίδας της Χάγης (5-10-1961) που κυρώθηκε με τον Ν. 1497/1984 (ΦΕΚ Α' 188/27-11-1984) έπρεπε να φέρει σφραγίδα της Χάγης (Αροstille), με συνέπεια η επίδοση σε αυτόν του σχετικού δικογράφου να μην είναι νομότυπη και συνακόλουθα να μην συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 323 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

για την αναγνώριση ουσιαστικού δεδικασμένου από την προαναφερόμενη αλλοδαπή απόφαση στην ημεδαπή έννομη τάξη. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και για το λόγο αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Ειδικότερα, η ασκηθείσα από την αιτούσα υπ' αριθμ. 17-16093 αίτηση διαζυγίου κατά του καθ' ου η αίτηση, συζύγου της, ενώπιον του προαναφερόμενου αλλοδαπού Δικαστηρίου, με αίτημα τη λύση του μεταξύ τους γάμου, είναι έγγραφο ιδιωτικό, καθώς προέρχεται από ιδιώτη και δη τη σύζυγο και όχι από δικαστικό γραμματέα ή δικαστικό επιμελητή και λόγω της φύσης του ως ιδιωτικού εγγράφου δεν απαιτούνταν για την επίδοσή του προς τον καθ' ου η αίτηση να τεθεί σε αυτό σφραγίδα της Χάγης (Αροstille), αλλά η αιτούσα (σύζυγος) όφειλε, όπως και ορθά έπραξε, να επιδώσει στον καθ' ου η αίτηση το αστικό αυτό δικόγραφο μέσω της Κεντρικής Αρχής λήψης δικογράφων της Ελλάδας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Σύμβαση της Χάγης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του κυρίως παρεμβαίνοντος-εκκαλούντος ως αβάσιμο, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε τον νόμο και πρέπει ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης όσον αφορά το πρώτο σκέλος να απορριφθεί ως αβάσιμος... Ο κυρίως παρεμβαίνων- εκκαλών κατά την εκδίκαση της αίτησης διαζυγίου της αιτούσας εναντίον του ενώπιον του Δικαστηρίου οικογενειακών υποθέσεων του Ντέλαγουερ (Delaware) των Η.Π.Α.

κατά τη συνεδρίαση της 17ης-7-2010 (σημ. προφανής παραδρομή αντί της ορθής ημερομηνίας, η οποία είναι: 17ης-7-2019, την οποία εκθέτει το Εφετείο σε προηγούμενο σημείο της απόφασής του) συμμετείχε στη δίκη εκείνη εκπροσωπούμενος από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του και προέβαλε όλα τα επιχειρήματά του αναφορικά με την έλλειψη καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση καθώς και τη νομιμότητα της κλήτευσής του στην Ελλάδα, ενώ του δόθηκε και η δυνατότητα να απαντήσει, μέσω υπομνήματος, στην αίτηση και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης και επομένως δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και της συμμετοχής στη δίκη εκείνη του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προαναφερόμενη αλλοδαπή απόφασης, της οποίας ζητείται η αναγνώριση στην ημεδαπή έννομη τάξη...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1497/1984, με τον οποίο κυρώθηκε η από 5/10/1961 Διεθνής Σύμβαση της Χάγης περί κατάργησης της υποχρεωτικής επικύρωσης αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων, καθώς, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αίτηση περί λύσης του μεταξύ των διαδίκων γάμου, δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αλλά ιδιωτικό, και συνεπώς δεν απαιτείτο για τη νομότυπη επίδοσή της στον αναιρεσείοντα η επίθεση της σφραγίδας της Χάγης (Apostille).

Και τούτο, διότι δεν συντάχθηκε από αρχή ή δημόσιο υπάλληλο δικαιοδοτικού οργάνου των Η.Π.Α.- κράτος που έχει προσχωρήσει στη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης της 5-10-1961-, ούτε πρόκειται για έγγραφο που συντάχθηκε από εισαγγελική αρχή, δικαστικό γραμματέα ή δικαστικό επιμελητή. Προσέτι, διέλαβε αναφορικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης που προαναφέρθηκε, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου και, έτσι.

δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ακόμη, σύμφωνα με την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του δικαιώματος της συμμετοχής στη δίκη και υπεράσπισης, αλλά, αντίθετα, παρέστη ενώπιον του Δικαστηρίου οικογενειακών υποθέσεων του Ντέλαγουερ των ΗΠΑ εκπροσωπούμενος από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του και άσκησε όλα τα νόμιμα δικαιώματά του.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβάλλονται με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι με τις αιτιάσεις του, περί μη συνδρομής της προϋπόθεσης του άρθρου 323 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 1226/2023, Α.Π. 1442/2021, Α.Π. 319/2017).

Με τον Κανονισμό αριθ. 2201/2003 (EE) του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον Κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, επήλθε μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτεπάγγελτη υποκατάσταση του εσωτερικού τους δικαίου από τις διατάξεις του στα σχετικά πεδία.

Στον εν λόγω Κανονισμό, που τέθηκε σε ισχύ από την 1-3-2005, καθορίζονται, μεταξύ άλλων, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α', 3, 4, 5, 6, 7 επ., κανόνες για τη διεθνή δικαιοδοσία που αφορούν στη λύση του συζυγικού δεσμού κατά τρόπο ενιαίο και ομοιόμορφο σε όλα τα κράτη μέλη της EE, ώστε να ενισχυθεί η δημιουργία του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην EE.

Ειδικότερα, στο 1ο Τμήμα του, που αφορά στο "διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό και ακύρωση γάμου" και ειδικότερα στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. α' του ως άνω Κανονισμού ορίζεται διαζευκτικά ότι: "Δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται η συνήθης διαμονή των συζύγων, ή η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων, εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτήν τη διαμονή, ή η συνήθης διαμονή του εναγομένου, ή σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων, ή η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτήν τη διαμονή επί τουλάχιστον έναν χρόνο αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής, ή η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτήν τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής και εάν είναι είτε υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, έχει εκεί "domicile" (Α.Π. 339/2021).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 323 και 905 αρ. 1, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση, όπως είναι και αυτή που απαγγέλλει το διαζύγιο (Α.Π. 1666/2006), ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, εφόσον: α) αποτελεί δεδικασμένο κατά το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε, β) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, γ) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε του δικαιώματος της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ίσχυε για τους πολίτες του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δ) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου και ε) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη, όπως η έννοιά τους προσδιορίζεται στη διάταξη του άρθρου 33 Α.Κ.

και αποτελείται από τους θεμελιώδεις κανόνες και αρχές που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στην χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή και τίτλων αλλοδαπού δικαίου, που μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο ρυθμό αυτό που κυριαρχεί στην χώρα και διέπεται από τις αρχές αυτές (Ολ.ΑΠ 6/1990, Α.Π. 108/2001).

Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση της διάταξης αυτής, η υπόθεση θεωρείται ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του αλλοδαπού κράτους, όταν τα ελληνικά δικαστήρια, υπεισερχόμενα υποθετικά στη θέση του δικαστηρίου του αλλοδαπού κράτους, θα είχαν δικαιοδοσία για την υπόθεση σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου (Α.Π. 1053/2003, Α.Π. 193/1983).

Εξάλλου ο Έλληνας Δικαστής, κατά την έρευνα των στοιχείων που θεμελιώνουν τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του αλλοδαπού κράτους, δεν λαμβάνει υπόψη τους δικονομικούς κανόνες του κράτους αυτού, ούτε και το πόρισμα του αλλοδαπού δικαστηρίου για τη δικαιοδοσία του. Μην έχοντας όμως εξουσία να αναδικάσει την υπόθεση, αναθεωρώντας κατ' ουσίαν την αλλοδαπή απόφαση, δεσμεύεται από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε ο αλλοδαπός δικαστής σε σχέση με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της ξένης πολιτείας και επομένως οφείλει ν' αποδεχθεί τη δικαιοδοσία αυτή, αν με βάση τα περιστατικά αυτά τα ελληνικά δικαστήρια θα είχαν δικαιοδοσία για την υπόθεση κατά τα άρθρα 3, 4 και 22 έως 44 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 812/77).

Σύμφωνα, μάλιστα, με το άρθρο 3 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα (κατά τόπον) ελληνικού δικαστηρίου. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του άρθρου 39 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το οποίο γαμικές διαφορές, όπως αυτές που αφορούν στη λύση του γάμου με διαζύγιο (άρθρο 592 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων. Ειδικά δε για τις γαμικές διαφορές, το άρθρο 601 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. θεσπίζει συντρέχουσα διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 Κ.Πολ.Δ. (που τη θεμελιώνει στη συνδρομή τοπικής αρμοδιότητας), με βάση την ελληνική ιθαγένεια των διαδίκων, υπάγοντας τις διαφορές αυτές στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, εφόσον ο ένας από τους συζύγους είναι Έλληνας και αν ακόμη δεν έχει ούτε κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση και στη δίκη διαζυγίου (άρθρο 592 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) αρμόδιο τυγχάνει και το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος κατ' άρθρο 22 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο διάδικος στερήθηκε του δικαιώματος της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής του στη δίκη, όταν δεν κλήθηκε καθόλου να μετάσχει σ' αυτήν ή όταν ο τρόπος κλήτευσης του ήταν πλημμελής ή η δοθείσα σ' αυτόν προθεσμία για υποβολή των απόψεων του και η υπεράσπιση του ήταν ελάχιστη και ανεπαρκής, ώστε η "κλήτευση" του αυτή να ισοδυναμεί ουσιαστικά με ανυπαρξία κλήτευσης. Η αναγνώριση του δεδικασμένου αλλοδαπής απόφασης ρυθμίζεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 323 και 905 του Κ.Πολ.Δ. στην περίπτωση έλλειψης διμερούς ή πολυμερούς σύμβασης μεταξύ της Ελλάδος και του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, διαφορετικά ισχύουν οι ρυθμίσεις της διμερούς ή πολυμερούς σύμβασης.

Εξάλλου, δεν υφίσταται διμερής σύμβαση που να διέπει τις σχέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και Η.Π.Α. (Α.Π. 386/2001) ως προς την αμοιβαία αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων που αφορούν στην προσωπική κατάσταση φυσικών προσώπων. Στην ερευνώμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 περί της διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (Βρυξέλλες ΙΙα), το οποίο ούτε καν μνημονεύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 323 αρ. 2 και 601 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με συνέπεια να κρίνει ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο Ντέλαγουερ των Η.Π.Α.

που εξέδωσε την απόφαση του διαζυγίου είχε διεθνή δικαιοδοσία, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 του ως άνω Κανονισμού, αποκλειστικά αρμόδια ήταν τα ελληνικά δικαστήρια, λόγω του ότι στην Ελλάδα (Εκάλη) βρισκόταν η τελευταία κοινή διαμονή τους, ως συζύγων, και επιπλέον να δεχθεί εσφαλμένα ότι συντρέχει η προϋπόθεση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 323 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ για την αναγνώριση δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου των Η.Π.Α., δεχόμενο, επί λέξει, τα ακόλουθα: "...Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), με το δεύτερο λόγο της έφεσης, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ότι στην ένδικη υπόθεση συνέτρεχε η προϋπόθεση του άρθρου 323 αρ. 2 ΚΠολΔ για την αναγνώριση ουσιαστικού δεδικασμένου από την προαναφερόμενη αλλοδαπή δικαστική απόφαση στην ημεδαπή έννομη τάξη, καθότι το αλλοδαπό (αμερικανικό) Δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το ελληνικό δίκαιο για την εκδίκαση της αίτησης διαζυγίου της αιτούσας εναντίον του, διότι η τελευταία κοινή τους κατοικία ήταν στην Ελλάδα.

Ως προς τον λόγο αυτό λεκτέα τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 323 αρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως δεύτερη προϋπόθεση για την αναγνώριση αλλοδαπού δεδικασμένου τίθεται η ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας του αλλοδαπού δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου. Ο Έλληνας δικαστής, όταν εξετάζει τη συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης πρέπει να φέρει τον εαυτό του στη θέση του αλλοδαπού δικαστή, εφαρμόζοντας όμως ελληνικό δικονομικό δίκαιο (...).

Έτσι, δε συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, όταν με βάση το ελληνικό δικονομικό δίκαιο αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία θα είχαν τα ελληνικά δικαστήρια ή το δικαστήριο τρίτης πολιτείας, διαφορετικής από αυτήν που εκδόθηκε η προς εκτέλεση απόφαση (...).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των ημεδαπών πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υφίσταται αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου [αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 39 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία γαμικές διαφορές, όπως αυτές που αφορούν στη λύση του γάμου με διαζύγιο (άρθρο 592 παρ. 1 ΚΠολΔ) μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων]. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 601 παρ. 1 ΚΠολΔ τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τις διαφορές του άρθρου 592 αρ. 1 ΚΠολΔ (στις οποίες ανήκει και το διαζύγιο) αν ο ένας από τους συζύγους είναι Έλληνας...". Με βάση τα προεκτεθέντα, εφόσον η αιτούσα είναι υπήκοος και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Ελλάδας, το αλλοδαπό (αμερικανικό) δικαστήριο της χώρας, όπου κατοικεί, είχε διεθνή δικαιοδοσία (αρμοδιότητα κατά τόπον) να επιληφθεί της εκδίκασης της υπόθεσης, ήτοι της αίτησης διαζυγίου κατά του εν διαστάσει συζύγου της, υπό το πρίσμα της ελληνικής έννομης τάξης. Μετά ταύτα, ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τον Κανονισμό (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27-11-2003, ο οποίος δεν ήταν εφαρμοστέος στην επίδικη περίπτωση, καθώς ισχύει και εφαρμόζεται μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 601 παρ. 1 , 39 και 323 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Και τούτο, διότι, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει σχετική διμερής σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Η.Π.Α., το αλλοδαπό Δικαστήριο (αμερικανικό) είχε διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει την αίτηση διαζυγίου της αναιρεσίβλητης κατά του εν διαστάσει συζύγου της, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, εφόσον η αιτούσα- αναιρεσίβλητη είναι υπήκοος και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, όπου κατοικεί, και κατά το άρθρο 601 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο θεσπίζει συντρέχουσα διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 Κ.Πολ.Δ., με βάση την ελληνική ιθαγένεια των διαδίκων, υπάγοντας τις διαφορές αυτές στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, εφόσον ο ένας από τους συζύγους είναι Έλληνας, το ελληνικό δικαστήριο, υπεισερχόμενο υποθετικά στη θέση του Δικαστηρίου των Η.Π.Α., θα είχε δικαιοδοσία για την υπόθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου.

Ενόψει των ανωτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επί διαφορών που δεν καταλαμβάνονται από διμερή σύμβαση της Ελλάδας με άλλο κράτος ή από την πολυμερή σύμβαση των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων (ν. 1814/1988), η εκκρεμοδικία ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 222 επομ.

του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 717/2006, ΑΠ 386/2001). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 222 και 221 παρ. 1 περ. α' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας και κατά τη διάρκεια αυτής, δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, και αν κατά τη διάρκειά της ασκηθεί μεταγενέστερη (δεύτερη) αγωγή για την ίδια επίδικη διαφορά, για την ύπαρξη της οποίας δεν αρκεί η σύμπτωση του αιτήματος των δύο αγωγών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής του αιτίας, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, η έναρξη της εκκρεμοδικίας που αποτελεί την πρώτη κατά σειρά δικονομική συνέπεια άσκησης της αγωγής εντοπίζεται στο χρονικό σημείο κατάθεσης του αγωγικού δικογράφου, εφόσον όμως ολοκληρώθηκε η άσκησή της με επίδοση αντιγράφου στον αντίδικο (Α.Π. 1528/2008). Επίσης, επειδή το άρθρο 222 του Κ.Πολ.Δ.

αποτελεί κανόνα δικονομικού δικαίου, η παραβίασή του δεν θεμελιώνει αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 911/2022, Α.Π. 751/2017). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του K.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του K.Πολ.Δ., εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του K.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 687/2024, Α.Π. 70/2022, Α.Π. 78/2022, Α.Π. 8/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 687/2024, Α.Π. 1230/2023, Α.Π. 136/2022). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 380/2023, Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,11 περ. γ', 20 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον τρίτο λόγο της έφεσής του : 1) παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 10 της Σύμβασης της Χάγης της 15ης-11-1965 σχετικά με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία έχει κυρωθεί από τις Η.Π.Α.

και την Ελλάδα (Ν. 1334/1983), σύμφωνα με την οποία η γνωστοποίηση δικαστικών πράξεων σε πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό μπορεί να γίνεται σε αυτά άμεσα, ταχυδρομικώς, εκτός αν το Κράτος προορισμού δηλώσει ότι αντιτίθεται στην πιο πάνω ταχυδρομική γνωστοποίηση, η Ελλάδα δε έχει δηλώσει ρητά αντίρρηση στην ταχυδρομική γνωστοποίηση δικαστικών πράξεων σε πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφός της, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης όφειλε να δεχθεί ότι η επίδοση της αίτησης διαζυγίου εναντίον του με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 9-6-2017:

α) δεν επέφερε εκκρεμοδικία ενώπιον του Δικαστηρίου της Πολιτείας Ντέλαγουερ σχετικά με την υπόθεση του διαζυγίου και β) το αμερικανικό δικαστήριο δεν είχε αποκτήσει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης διαζυγίου των διαδίκων μέχρι το χρόνο έκδοσης της από 20-8-2018 απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πολιτείας του Ντέλαγουερ, με την οποία κρίθηκε ότι η αρχική επίδοση της αίτησης διαζυγίου προς τον ήδη αναιρεσείοντα στις 9-6-2017 ήταν ανεπαρκής, 2) δεν έλαβε υπόψη του τη νομίμως, μετ' επικλήσεως, προσκομισθείσα από 20-8-2018 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πολιτείας του Ντέλαγουερ, μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα, 3) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, ήτοι:

α) του αντιγράφου της υπ' αριθμ. 17-16093 αίτησης διαζυγίου, που φέρει σημείωση περί επίδοσης με θυροκόλληση την 1-2-2019 και β) του αντιγράφου του με αριθμό πρωτοκόλλου 103/2019 πιστοποιητικού επίδοσης της αίτησης διαζυγίου, το οποίο πιστοποιεί ότι η εκ νέου επίδοση έλαβε χώρα την 1-2-2019 και όχι την 1-2-2015 που έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται, ότι λόγω των ανωτέρω πλημμελειών, το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα περί κτήσης διεθνούς δικαιοδοσίας του αμερικανικού δικαστηρίου και εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 323 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ, καθώς δέχθηκε ότι η 17-16093 αίτηση διαζυγίου της αναιρεσίβλητης κατατέθηκε στις 30-5-2017, προγενέστερα από τη δική του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 6-10-2017, δημιουργώντας τις συνέπειες της εκκρεμοδικίας που προβλέπονται στο άρθρο 222 Κ.Πολ.Δ., ενώ υπό τα άνω περιστατικά ιδρύεται κατ' άρθρο 562 παρ. 2 περ.γ Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 323 αρ.5 Κ.Πολ.Δ., διότι το αλλοδαπό δικαστήριο επιλήφθηκε της επίδικης υπόθεσης χωρίς να έχει διεθνή δικαιοδοσία και έτσι η απόφασή του αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη. Το Εφετείο, απέρριψε τον τρίτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δεχόμενο τα εξής: "...Ο εκκαλών με τον τρίτο λόγο της έφεσης, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ότι στην επίδικη περίπτωση συνέτρεχε η προϋπόθεση του άρθρου 323 αρ. 2 ΚΠολΔ για την αναγνώριση ουσιαστικού δεδικασμένου από την προαναφερόμενη αλλοδαπή απόφαση στην ημεδαπή έννομη τάξη για τον επιπρόσθετο λόγο ότι έχει επέλθει εκκρεμοδικία από την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκηση της προγενέστερης αγωγής διαζυγίου του κυρίως παρεμβαίνοντος κατά της εν διαστάσει συζύγου του (αιτούσας), η οποία απέκλειε τη διεθνή δικαιοδοσία του αμερικανικού δικαστηρίου για την εκδίκαση της υπόθεσης του διαζυγίου τους, καθότι τα ελληνικά δικαστήρια επιλήφθηκαν πρώτα της υπόθεσης αυτής.

Ως προς το λόγο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η αίτηση διαζυγίου της αιτούσας κατά του εν διαστάσει συζύγου της στο πολιτειακό δικαστήριο της Ντέλαγουερ (Delaware) των ΗΠΑ κατατέθηκε στις 30-5-2017 και ο καθ' ου η αίτηση έλαβε τη δέουσα γνωστοποίηση στην Ελλάδα το πρώτο στις 9-6-2017 και μετά από διάταξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου της προαναφερόμενης πολιτείας κλητεύθηκε εκ νέου στις 1-2-2015, ήτοι ασκήθηκε προγενέστερα της κατά την 6η-10-2017 ασκηθείσης αγωγής διαζυγίου του κυρίως παρεμβαίνοντος κατά της εν διαστάσει συζύγου του (αιτούσας) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και για το λόγο αυτό η ημεδαπή εκκρεμοδικία δεν ήταν σε θέση να επηρεάσει την εκδίκαση ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου της προγενέστερης αίτησης διαζυγίου μεταξύ των ίδιων διαδίκων και με το αυτό αντικείμενο.

Τούτων δοθέντων, πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Επί του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, οι δικονομικές συνέπειες της εκκρεμοδικίας και του αμετάβλητου της δικαιοδοσίας επήλθαν με μόνη την κατάθεση της αίτησης διαζυγίου από την αναιρεσίβλητη, η οποία, κατά τις παραδοχές, έλαβε χώρα στο πολιτειακό Δικαστήριο της Ντέλγουερ των Η.Π.Α στις 30-5-2017, και, εφόσον επακολούθησε νομότυπη, μετά από διάταξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου της ως άνω Πολιτείας, κλήτευση του αναιρεσείοντος την 1-2-2019, ολοκληρώθηκε η άσκηση της αίτησης, ενώ η αγωγή διαζυγίου του αναιρείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατατέθηκε, μεταγενέστερα, στις 6-10-2017.

Επομένως, η επίδικη αίτηση διαζυγίου, δεν κατατέθηκε, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που δημιούργησε η κατάθεση της δικής του αγωγής διαζυγίου ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Επιπλέον, η αιτίαση για παράβαση της διάταξης του άρθρου 10 της Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού σε κάθε περίπτωση μετά την άκυρη κοινοποίηση προς τον αναιρεσείοντα της αίτησης διαζυγίου με ηλεκτρονικό μήνυμα, επακολούθησε, σύμφωνα με τις παραδοχές, νομότυπη επίδοση του δικογράφου της αίτησης σ' αυτόν την 1-2-2019.

Περαιτέρω, η, από προφανή παραδρομή, αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εκ νέου κλήτευση του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα την 1-2-2015, αντί του ορθού, 1-2-2019, δεν μπορεί να θεμελιώσει πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λόγω της υπάρχουσας σ' αυτή σχετικής παραδοχής ότι μετά την άκυρη γνωστοποίηση στις 9-6-2017 ο αναιρεσείων κλητεύθηκε εκ νέου και ως εκ τούτου, κατά το οικείο σκέλος του ο λόγος είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πολιτείας Ντέλαγουερ των Η.Π.Α. και επομένως, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Ως προς την επικαλούμενη δε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 222 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει τις συνέπειες της εκκρεμοδικίας, ο λόγος είναι και απαράδεκτος κατά το οικείο μέρος του, επειδή το άρθρο 222 του Κ.Πολ.Δ. αποτελεί κανόνα δικονομικού δικαίου και η παραβίασή του δεν θεμελιώνει αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11 περ.γ και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ορθά έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 323 αρ. 2 και 5 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 περ. γ'του ίδιου Κώδικα, για την αναγνώριση του δεδικασμένου της αλλοδαπής απόφασης, η οποία δεν είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη και ο παραπάνω λόγος, πρέπει, ως προς όλα τα σκέλη του, να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Σημειώνεται, ότι κατά το μέρος που με το λόγο αυτό προβάλλεται αιτίαση για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 323 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος είναι, απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια του Εφετείου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, ούτε διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του Εφετείου ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Κατά το άρθρο 905 παρ. 1-4 του Κ.Πολ.Δ., για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, απαιτείται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε διεθνείς συμβάσεις, να κηρυχθεί εκτελεστή η απόφαση αυτή, με απόφαση του αρμόδιου στην Ελλάδα μονομελούς πρωτοδικείου, αν συντρέχουν οι όροι, που ορίζονται στο άρθρο 323 αριθμ. 2 έως 5 του αυτού Κώδικα.

Κατά τους όρους αυτούς, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, εφόσον: 1) αποτελεί δεδικασμένο, σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε, 2) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, 3) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, 4) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, και 5) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να έχει νομική ενέργεια απέναντι των αρμόδιων οργάνων της Ελληνικής Πολιτείας απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, η αλλοδαπή απόφαση δεν πρέπει να είναι αντίθετη προς το δεδικασμένο ημεδαπής απόφασης, κατά το υποκειμενικό και αντικειμενικό της όριο, είναι δε αδιάφορο αν η απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου είναι προγενέστερη ή μεταγενέστερη.

Πάντως, το δεδικασμένο της αλλοδαπής απόφασης δεν κωλύεται από την εκκρεμοδικία ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου. Αν δε σε άλλη δίκη ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου προβάλλεται το δεδικασμένο από την απόφαση του αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, το αρμόδιο για τη δίκη αυτή ημεδαπό δικαστήριο, μπορεί να ερευνήσει και παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των όρων αναγνώρισης του δεδικασμένου της απόφασης αυτής στην Ελλάδα (Α.Π. 711/2020, Α.Π. 1255/2006, Α.Π. 1314/1994, Α.Π. 1330/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 323 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ., με το να απορρίψει τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, δεχόμενο, επί λέξει, ότι: "...Ο εκκαλών, με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ότι στην ένδικη υπόθεση συνέτρεχε η προϋπόθεση του άρθρου 323 αρ. 4 ΚΠολΔ για την αναγνώριση ουσιαστικού δεδικασμένου από την προαναφερόμενη αλλοδαπή απόφαση στην ημεδαπή έννομη τάξη, καθότι η εκδοθείσα ημεδαπή απόφαση μεταξύ των ίδιων διαδίκων για διαφορά με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ήτοι τη λύση του μεταξύ τους γάμου με διαζύγιο, λόγω τεκμαιρόμενου κλονισμού της έγγαμης σχέσης από τη μεταξύ τους διάσταση για χρονικό διάστημα πλέον των έξι (6) μηνών και δύο ετών αντίστοιχα, δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, ένεκα του ότι εκκρεμούν τα ασκηθέντα από την αιτούσα κατ' αυτής τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης και ως εκ τούτου υφίσταται ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων.

Ως προς τον λόγο αυτό λεκτέα τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 323 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ένας από τους όρους ανάπτυξης δεδικασμένου στην ημεδαπή έννομη τάξη από αλλοδαπή απόφαση είναι η ανυπαρξία αντίθεσης αυτής προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η αλλοδαπή απόφαση.

Η ύπαρξη αντίθετης απόφασης ημεδαπού δικαστηρίου αποτελεί δικονομικό λόγο που εμποδίζει την ανάπτυξη δεδικασμένου της αλλοδαπής απόφασης, έστω και αν είναι μεταγενέστερη.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αλλοδαπής και της ημεδαπής δικαστικής απόφασης προκύπτει ότι τόσο το αμερικανικό όσο και το αλλοδαπό δικαστήριο απήγγειλαν τη λύση του υφιστάμενου μεταξύ των διαδίκων γάμου λόγω τεκμαιρόμενου κλονισμού της έγγαμης σχέσης από τη διάσταση μεταξύ τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών και δύο (2) ετών αντιστοίχως, ήτοι για την ίδια νομική αιτία και επομένως πρόκειται για αποφάσεις που ουσιαστικά ταυτίζονται. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...".

Με τις ανωτέρω παραδοχές και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 323 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, ενώ διέλαβε, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μη αντίθεσης της αλλοδαπής απόφασης προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση μεταξύ των ίδιων διαδίκων που εκδόθηκε η αλλοδαπή απόφαση, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σαφή, επαρκή και χωρίς λογικά κενά αιτιολογία, με συνέπεια να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης που προαναφέρθηκε, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου και δεν στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΟλΑΠ 15/2000).

Εξάλλου, από το άρθρο 905 παρ. 3 σε συνδυασμό προς το άρθρο 323 παρ. 5 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου απαιτείται, πλην άλλων, και να μην είναι αντίθετη προς τη "δημόσια τάξη". Η δημόσια τάξη νοείται στις διατάξεις αυτές υπό την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ.

Επομένως η κήρυξη απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου εκτελεστής στην Ελλάδα δεν συγχωρείται, όταν, εξαιτίας του περιεχομένου της, η εκτέλεσή της θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιικές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στη χώρα. Μόνο το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη.

Δεν επιτρέπεται όμως να εκτελεστεί στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, όταν από την εκτέλεσή της πρόκειται, λόγω της αντίθεσης που ενυπάρχει σ` αυτήν προς τις θεμελιώδεις ως άνω αντιλήψεις, να διαταραχθεί ο έννομος ρυθμός που κρατεί στη χώρα (Ολ.ΑΠ 17/1999, Α.Π. 662/2020, Α.Π. 2273/2009, Α.Π. 1066/2007). Μόνο η έλλειψη αιτιολογίας δεν καθιστά τις αλλοδαπές αποφάσεις των οποίων ζητείται η κήρυξη εκτελεστότητας στην Ελλάδα, αντίθετες στην ημεδαπή δημόσια τάξη, δοθέντος ότι η αναιτιολόγητη απόφαση, μη προσβληθείσα με ένδικα μέσα, παράγει εκτελεστότητα κατά το ελληνικό δίκαιο (Α.Π. 630/2019, Α.Π. 2154/2013, Α.Π. 672/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 323 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ., διότι η αλλοδαπή απόφαση της οποίας το δεδικασμένο ζητείται να αναγνωρισθεί στην Ελλάδα, έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική δημόσια τάξη, καθώς δεν εξειδικεύει αν εκδόθηκε από Επίτροπο ή Δικαστή, δεν αναφέρει αν υπήρξε ακροαματική διαδικασία ή όχι, αν ο καθ' ου η αίτηση- αναιρεσείων κλητεύθηκε και παρέστη στη δίκη, αν δικάσθηκε ερήμην, αν υποβλήθηκαν ενστάσεις και την κρίση της επ' αυτών και τέλος δεν έχει καμία αιτιολογία. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό, είχαν προταθεί νομίμως στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή μη αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.),όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 20-6-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5259/527/21-6-2023), αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5411/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ