Legislator Case Law & Legislation
1862/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against water company, ordering payment of damages to construction firm.

Case Number 1862/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by a construction company against a final judgment involving the Greek state and a water utility. The court rejected the appeal regarding the state but accepted the claim against the water company, ordering it to pay damages of approximately 79,273 euros. Consequently, the lower court's decision was set aside in part, and the case was remanded for further proceedings on the appeal against the water utility.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 179, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision is erroneous only in part, thereby setting aside the decision in that specific portion while retaining the remainder for further adjudication.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remand for retrial damages award civil procedure code set aside decision costs offsetting water utility liability

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1862 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1862/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ Μ., ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ, ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μάζη, που ανακάλεσε την από 8-4-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης ΑΕ" (ΕΥΔΑΠ), που εδρεύει στην Αθήνα (...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αικατερίνη Ηλιοπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...-2022 αίτηση και τους από ...-2023 προσθέτους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από ...-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. .../2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις, από 1-3-2020 (αριθ. εκθ. κατ. ...-2020) της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας Α. Μ. ΑΕ και από 26-11-2020 (αριθ.

εκθ. κατ. ...-2020) του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. .../2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την από ...-2014 (αριθ. εκθ. κατ. ...-2014) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας Α.

Μ. ΑΕ, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας, ΕΥΔΑΠ ΑΕ και την έκανε δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.

Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει, τόσο κατά τον χρόνο άσκησης, όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που έχε υποστεί ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου.

Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς, για τον νικήσαντα διάδικο συνέπειες, όπως και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης. Στην περίπτωση που το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1353/2017, ΑΠ 1663/2010).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναίρεσης, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναίρεσης και της διάταξης του άρθρου 577 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία, αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη και η αναίρεση, η οποία δεν περιέχει κάποιο λόγο, αν στρέφεται δε η αναίρεση κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς τους οποίους το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης δεν περιέχει κάποιο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 953/2023, ΑΠ 321/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας Α. Μ. ΑΕ, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου. Η αναιρεσείουσα, που νίκησε πρωτοδίκως και κατ' έφεση ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, αφού η αγωγή της έγινε δεκτή, στρέφει και κατ' αυτού την αναίρεση, χωρίς στο δικόγραφο της αίτησης να παραθέτει κάποιο λόγο αναίρεσης και ούτε επικαλείται βλάβη, που προκαλείται σ' αυτή, ώστε να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον της για την άσκησή της.

Επομένως, πρέπει, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτήν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ΕΥΔΑΠ ΑΕ, έχει ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση του δικογράφου την 13-9-2022 (αριθ.

εκθ. κατ. ...-2022) στην γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, εντός δύο (2) ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, την 4-7-2022, καθόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επίσης παραδεκτοί είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (άρθρο 569 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του Ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του Ν. 4842/2021, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων), που ασκήθηκαν με το από ...-2023 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, το οποίο κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου την 10-10-2023 (αριθ.

εκθ. κατ. ...-2023) και επιδόθηκε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη την 20-10-2023 (αριθ. έκθ. επίδοσης ...-2023 της δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Α. Κ.), τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μετ' αναβολή, δικάσιμο (ΑΠ 144/2024). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ΕΥΔΑΠ ΑΕ, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023) και να εξεταστούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την ένδικη αγωγή της ιστορούσε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία Α. Μ. ΑΕ, ότι είναι κυρία ακινήτου, που κείται στην περιοχή ..., εμβαδού 540,25 τ.μ., που απέκτησε με το νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο - καταστατικό, ως εισφορά σε είδος από τους άμεσους δικαιοπαρόχους της και ιδρυτές της, Φ. Μ. του Α. και Γ. Μ. του Α., συγκυρίους κατ' ισομοιρία ευρύτερου ακινήτου, του οποίου αποτελεί τμήμα, ότι με την νομίμως δημοσιευθείσα υπ' αριθ. ...-1996 απόφαση του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε απαλλοτριωτέα για δημόσια ωφέλεια εδαφική έκταση, που περιλαμβάνει το επίδικο ακίνητο, υπέρ και με δαπάνη της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας ΕΥΔΑΠ ΑΕ, ότι μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως δασικό στην από Ιουλίου 1997 έκθεση κτηματογράφησης, που συνοδεύει το κτηματολογικό διάγραμμα και τον πίνακα του αρμοδίως ορισθέντος για την απαλλοτρίωση τοπογράφου μηχανικού, ότι καθορίστηκε δικαστικά η προσωρινή τιμή μονάδας για το σύνολο της απαλλοτριωθείσας έκτασης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης στο ποσό των 50.000 δραχμών (146,73 ευρώ) ανά τ.μ., ότι στερήθηκε την αποζημίωση, που αντιστοιχεί στο επίδικο απαλλοτριωθέν τμήμα (540,25 τ.μ.) του ακινήτου κυριότητάς της, το οποίο θεωρήθηκε με την έκθεση κτηματογράφησης ως δημόσιο δασικό, με αποτέλεσμα να αποζημιωθεί μόνο για την υπόλοιπη (2.080,10 τ.μ.) απαλλοτριωθείσα έκταση κυριότητάς της (για την οποία καταβλήθηκε σ' αυτή την 22-10-1999 αποζημίωση 104.710.000 δραχμών), χωρίς όμως να αποζημιωθεί με την καθορισθείσα προσωρινή τιμή μονάδας και για το επίδικο ακίνητο, που χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και για το οποίο αντιστοιχεί αποζημίωση για την απαλλοτρίωσή του με βάση την καθορισθείσα προσωρινή τιμή μονάδας (50.000 δραχμές ανά τ.μ.

Χ 540,25 τ.μ. = 27.012.500 δραχμές) 79.273,66 ευρώ συνολικά. Επίσης ιστορούσε ότι μετά από την υποβολή αντιρρήσεων από τον απώτερο δικαιοπάροχό της, Π. Α. του Γ., κατά της έκθεσης κτηματογράφησης εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, που αναγνώρισε την ευρύτερη έκταση, από την οποία προήλθε το επίδικο ακίνητο, ως ιδιωτική αγροτική έκταση, ανήκουσα στον εν λόγω απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. ...-2005 πράξης διόρθωσης της διεύθυνσης δασών Ανατολικής Αττικής, να προβεί στην σχετική διόρθωση και του κτηματολογικού πίνακα της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Και, τέλος, ότι, προκειμένου να αποζημιωθεί η ενάγουσα και για το επίδικο απαλλοτριωθέν τμήμα των 540,25 τ.μ. της ιδιοκτησίας της, άσκησε κατά των εναγομένων, Ελληνικού Δημοσίου και ΕΥΔΑΠ ΑΕ, την από 22-9-2005 (αριθ. εκθ. κατ. ...-2005) αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, η οποία απορρίφθηκε τυπικά, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, με τις εκδοθείσες, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αποφάσεις υπ' αριθ. .../2007 και .../2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησε με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα, αφού αναγνωριστεί ότι κατά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν είχε κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου το πρώτο εναγόμενο, αλλά κυρία ήταν αυτή, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη, υπέρ ης η αναγκαστική απαλλοτρίωση και υπόχρεη καταβολής της καθορισθείσας αποζημίωσης, να της καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση, λόγω απαλλοτρίωσης, το συνολικό ποσό των (27.012.500 δραχμών) 79.273,66 ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδικο απαλλοτριωθέν ακίνητό της και επικουρικά στην νομιμότοκη καταβολή του κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο πραγματικός κύριος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, ή αυτός που αξιώνει άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου αυτού, μπορεί να προσφύγει στην τακτική διαδικασία και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας κατά το χρόνο προσδιορισμού της τιµής μονάδας αποζηµίωσης, αφού σύμφωνα µε το άρθρο 70 ΚΠολΔ, πρόδηλο είναι το έννοµο συµφέρον του, προκειμένου να προετοιμάσει άσκηση άλλου δικαιώµατος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 του Συντάγματος, 9 παρ. 3, 10 παρ. 1, 2, 17 παρ. 1, 26 και 27 παρ. 4 Ν.Δ/τος 797/1971, που είναι εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα άρθρα 31 παρ. 1 του ιδίου Ν.Δ/τος και 29 παρ. 2 εδ. α και β Ν. 2882/2001, που ορίζει ότι "Απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού", σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ συνάγεται ότι μετά τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για αναγκαστική απαλλοτρίωση και την αναγνώριση του δικαιούχου της είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν αγωγής επιδίκασης α) της από την ανωτέρω αιτία αποζημίωσης και β) νομίμων (δικονομικών) τόκων επί του ποσού αυτής από την επίδοση της σχετικής αγωγής στον εναγόμενο υπόχρεο καταβολής της ιδίας αποζημίωσης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης γεννάται απευθείας από το νόμο (ex lege) η ενοχή (άρθρο 287 ΑΚ) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και του καθ' ου αυτή, δυνάμει της οποίας ο καθ' ου, δανειστής, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπέρ ου, οφειλέτη, την καταβολή της πλήρους αποζημίωσής του.

Έτσι, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημίωσης, η οποία καθορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή του, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλη, λόγω ποσού, δικαστήριο, να στραφεί κατά του υπόχρεου και να ζητήσει την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Για την νομιμοποίηση του δικαιούχου, ως ενάγοντος, έναντι του υπόχρεου για καταβολή της αποζημίωσης, ως εναγομένου, δεν ερευνάται ούτε η δυνατότητα ολοκλήρωσης του έργου, το οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή (ΑΠ 1028/2017, ΑΠ 1037/2009, ΑΠ 145/2009, ΑΠ 1459/2003, ΑΠ 1132/2003). Το άρθρο 27 Ν. 797/1971 ορίζει, μεταξύ των άλλων, ότι το δικαστήριο προβαίνει σε αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης με έκδοση απόφασης ως προς τους αξιούντες δικαιώματα επί του απαλλοτριούμενου, ενώ απέχει να δικάσει εάν προκύπτει ότι πιθανολογείται κυριότητα του Δημοσίου, η οποία στην περίπτωση αυτή κρίνεται δικαστικώς κατά την τακτική διαδικασία.

Από την ισχύ του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) μεταβλήθηκε το παραπάνω νομικό καθεστώς. Ειδικότερα κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 26 Ν. 2882/2001 "Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος", ενώ κατά την παράγραφο 11 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 132 παρ. 2 Ν. 4070/2012, "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο Δημόσιο ...

Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού, κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία". Επομένως, στην περίπτωση αυτή ο δικαιούχος της αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση μπορεί να ασκήσει αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου του έναντι του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 1324/2023, ΑΠ 1067/2022).

Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από την δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν.Δ/τος 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος Ν. 2882/2001 (ως ίσχυαν κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατ' έφεση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ' ου η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μην μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.

Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί την διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που είχε αρθεί αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 Ν.Δ/τος 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 Ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη διεύθυνση απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.

Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αλλά στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α Ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 που ορίζει ότι "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν την διατήρηση της απαλλοτρίωσης, που έχει αρθεί αυτοδικαίως, λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.

Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή, που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Στο άρθρο 39 παρ. 3α εδ. στ και ζ του Ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ, εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί, λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4024/2011 (27-10-2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι την 31-12-2012.

Η αυτοδίκαιη ως άνω ανάκληση της απαλλοτρίωσης, αποβλέπουσα αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η κηρυχθείσα σε βάρος του απαλλοτρίωση επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του, μπορεί από αυτόν και μόνον να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση.

Κατά συνέπεια, η προθεσμία αυτή ούτε αποκλείει την, κατά τη διάρκειά της, υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε οριστικώς ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσής της, επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για τον δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη της καθορισθείσας αποζημίωσης (ΟλΑΠ 12/2018).

Επομένως, με βάση την γενικευμένη παραδοχή ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εξυπηρετεί μόνον το συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, γίνεται δεκτό ότι μόνον από αυτόν μπορεί να προταθεί η αυτοδίκαιη άρση της, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή από τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ 262/2023, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 209/2020, ΑΠ ΑΠ 423/2021, ΑΠ 868/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 616/2024, ΑΠ 69/2023, ΑΠ 1559/2022).

Από την επισκόπηση παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν, ως προς την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, τα εξής: Επί της από 22-9-2005 (αριθ. εκθ. κατ. .../2005) αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, την οποία άσκησε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία Α. Μ. ΑΕ κατά των εναγομένων, Ελληνικού Δημοσίου και ΕΥΔΑΠ ΑΕ, εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε, κατά μεν του Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτη, λόγω μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, κατά δε της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, επίσης ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας κατά την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, ακολούθως δε η από 5-12-2005 έφεση (αριθ.

εκθ. κατ. .../2007) της ενάγουσας απορρίφθηκε κατ' ουσία με την υπ' αριθ. .../2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ωστόσο, επί των από 13-9-1983 αντιρρήσεων (αριθ. εκθ. κατ. ...-1983) κατά της κτηματογράφησης της περιοχής ..., που είχε ήδη υποβάλει για την ευρύτερη ιδιοκτησία του, εμβαδού 8.000 τ.μ.

ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Π. Α. του Γ., ο οποίος είχε μεταβιβάσει τμήμα της (εμβαδού 1.738 τ.μ.), που περιλαμβάνει το επίδικο ακίνητο, (εμβαδού 540,25 τ.μ.), στους άμεσους δικαιοπαρόχους της, Φ. Μ. του Γ. και Γ. Μ. του Γ. με το νομίμως μεταγραφέν πωλητήριο συμβόλαιο υπ' αριθ. .../1965 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Μ., εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα. Η αμετάκλητη, σύμφωνα με το επισυναπτόμενο υπ' αριθ. πρωτ. ...-2000 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, αυτή απόφαση δέχθηκε κατ' ουσία τις αντιρρήσεις, αναγνωρίζοντας ότι η εν λόγω ευρύτερη έκταση δεν έχει δημόσιο δασικό χαρακτήρα, αλλά είναι ιδιωτική αγροτική έκταση και διατάσσοντας να διορθωθεί ως προς την έκταση αυτή ο σχετικός κτηματολογικός πίνακας της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δέχθηκε, ως προς την καταβολή αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου, τα εξής: " ... Δυνάμει της υπ' αριθ. ...-1996 απόφασης του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε νόμιμα (ΦΕΚ 49/Δ/19-1-1996), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για την κατασκευή δεξαμενής ύδρευσης Βορείων Προαστίων, υπέρ και με δαπάνη της δεύτερης εναγομένης σε έκταση συνολικά 9.339,20 τ.μ.

στην (τότε) κοινότητα ..., εκτός σχεδίου πόλεως [ ...]. Ειδικότερα, εντός της απαλλοτριούμενης έκτασης και δη στην θέση ... [ ... ] βρίσκεται τμήμα ιδιοκτησίας της ενάγουσας, εμβαδού 2.080,10 τ.μ., καθώς και το επίδικο τμήμα, εμβαδού 540,25 τ.μ., που εμφαίνεται στην από Ιουλίου 1997 έκθεση κτηματογράφησης του τοπογράφου μηχανικού Κ.

Φ. ως δασικό. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθ. .../1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας απαλλοτριώσεων, όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. .../1998 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης της απαλλοτριούμενης έκτασης στο ποσό των 50.000 δραχμών ανά τ.μ.

Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύτηκε στις 9-7-1997, ενώ η δεκαοκτάμηνη προθεσμία καταβολής της προσδιορισθείσας ως άνω αποζημίωσης έληξε στις 9-1-1999, χωρίς αυτή να έχει καταβληθεί μέχρι τότε. Μάλιστα, εντός έτους από τη λήξη της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας η ενάγουσα αναγνωρίστηκε με την υπ' αριθ. .../1999 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου δικαιούχος αποζημίωσης της ιδιοκτησίας της, εμβαδού 2.080,10 τ.μ., η οποία της καταβλήθηκε στις 22-10-1999.

Πλην όμως, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν υπέβαλε αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής αποζημίωσης για το επίδικο τμήμα, εμβαδού 540, 25 τ.μ., ούτε ότι το αίτημά της έγινε δεκτό, ώστε η απαλλοτρίωση να διατηρεί τις έννομες συνέπειές της και η αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση να υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, χωρίς να επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας.

Επισημαίνεται ότι στην μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3α, στ και ζ του Ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η διατήρηση των συνεπειών της απαλλοτρίωσης, υπό τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται, όχι μόνο επί ενεργών απαλλοτριώσεων, αλλά και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί, λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισυ έτους κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4024/2011 (27-10-2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31-12-2012.

Εν προκειμένω, η ένδικη απαλλοτρίωση, κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ως άνω άρθρου 39 παρ. 3α του Ν. 4024/2011 δεν ήταν ενεργής, αφού η προθεσμία καταβολής της προσδιορισθείσας κατά τα άνω αποζημίωσης έληξε την 9-1-1999.

Συνεπώς, η ενάγουσα όφειλε να υποβάλει αίτημα για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης το αργότερο μέχρι την 31-12-2012 και υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό το αίτημά της θα γινόταν δεκτό, θα διατηρούνταν τα έννομα αποτελέσματά της. Από την πλευρά της η ενάγουσα δεν υπέβαλε στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής σχετικό αίτημα διατήρησης της ένδικης απαλλοτρίωσης, με αποτέλεσμα στις 31-12-2012 να αρθεί αυτοδικαίως η ένδικη απαλλοτρίωση.

Κατά συνέπεια η ένδικη απαλλοτρίωση έχει αυτοδικαίως αρθεί για το επίδικο τμήμα των 540,25 τ.μ., δεκτού γενομένου ως ουσία βάσιμου του σχετικού προβαλλομένου ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου περί αυτοδίκαιης ανακλήσεως της ένδικης απαλλοτριώσεως, κατ' άρθρο 11 αριθ. 1 Ν.Δ/τος 797/1971 και άρθρο 11 αριθ. 3 ΚΑΑΑ (Ν. 2882/2001). ...".

Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, εκφέροντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς την καταβολή αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση ως προς την δεύτερη εναγομένη ΕΥΔΑΠ ΑΕ, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την κατ' αυτής αγωγή της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας Α.

Μ. ΑΕ. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως προς την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, τα εξής: "Συγκεκριμένα, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω απόφασης του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, διορθώθηκε με την υπ' αριθ. ...-2005 πράξη διόρθωσης της διεύθυνσης δασών Ανατολικής Αττικής ο εν λόγω προσωρινός κτηματολογικός χάρτης και ο συναφής προσωρινός κτηματολογικός πίνακας της κτηματικής μονάδας του δήμου Άνοιξης και αναγνωρίστηκε ότι το εν λόγω επίδικο τμήμα των 540,26 τ.μ.

περιέχεται στην προπεριγραφείσα ευρύτερη ως άνω ιδιωτική αγροτική έκταση. Μάλιστα, το επίδικο ακίνητο των 540,25 τ.μ. απεικονίζεται στο από Μαρτίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., προσαρτημένο στο υπ' αριθ 10274/1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα ..., [ ... ] περιλαμβανόμενη στο ακίνητο που περιήλθε στους άμεσους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, Φ.

Α. Μ. και Γ. Α. Μ., λόγω πώλησης από τον Π. Α. του Γ., ως τμήμα του κληροτεμαχίου με αριθμό ... της διανομής του έτους 1929 και της συμπληρωματικής του έτους 1936 του αγροκτήματος ..., με το υπ' αριθ. .../1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο ... και υπ' αριθ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα.

Επίσης ολόκληρο το ακίνητο των 1.738 τ.μ. απεικονίζεται στο ως άνω από Μαρτίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα [ ... ]. Προσέτι, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος ούτε ότι στερούνταν κυρίου, ήτοι αδέσποτη, για να αποκτήσει επ' αυτής κυριότητα το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με έκτακτη χρησικτησία.

Αντιθέτως, προκύπτει ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου των 540,25 τ.μ. με την υπ' αριθ. ...-1970 πράξη - καταστατικό ΑΕ του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ως εισφορά εις είδος εκ μέρους των δύο ιδρυτών της, Φ. Μ. του Α. και Γ. Μ. του Α., συγκυρίων κατ' ισομοιρία μείζονος αγροτικής έκτασης 15.511 τ.μ.

στη θέση ... κοινότητας .... [ ... ] ". Κατόπιν τούτων, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκφέροντας όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση ως προς το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την κατ' αυτού αγωγή της ανώνυμης εταιρίας Α.

Μ. ΑΕ, ενώ δεν ασκήθηκε αναίρεση κατά το μέρος αυτό.

Με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά την επιτρεπτή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 797/1971 και 11 παρ. 3 του Ν. 2882/2001, για την απόρριψη της απαίτησης αποζημίωσής της, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του επίδικου απαλλοτριωμένου ακινήτου κυριότητάς της.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης πλήττεται η παραδοχή του Εφετείου, το οποίο έκρινε ομοίως με το Πρωτοδικείο, ότι η αναιρεσείουσα απώλεσε το δικαίωμά της να αποζημιωθεί για το επίδικο ακίνητό της, λόγω της μη υποβολής εγκαίρως, ήτοι εντός της οριζόμενης από το νόμο δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, ούτε και αργότερα μέχρι την 31-12-2012, αίτησης για καταβολή της αποζημίωσής της και δήλωση για αναβίωση της απαλλοτρίωσης από την αυτοδίκαιη άρση της, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της δεύτερης αναιρεσίβλητης ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία τον (δεύτερο) λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο είχε προβάλει ότι το Πρωτοδικείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των μη εφαρμοστέων προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 797/1971 και 11 παρ. 3 του Ν. 2882/2001, αποφάνθηκε ότι απώλεσε την 31-12-2012 το δικαίωμα αποζημίωσής της για το λόγο ότι δεν υπέβαλε εγκαίρως, ήτοι εντός έτους από την παρέλευση της τασσόμενης με τις διατάξεις αυτές 18μηνης προθεσμίας από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, την προβλεπόμενη αίτηση και δήλωση (σελ. 3 και 4 του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας).

Μετά από αυτά, ο ισχυρισμός της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στις εμπροθέσμως κατατεθείσες, την 25-4-2023, προτάσεις της (άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ), περί απαραδέκτου του πρώτου λόγου αναίρεσης, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου η ενάγουσα εντός έτους από την λήξη της τασσόμενης δεκαοκτάμηνης προθεσμίας αναγνωρίστηκε δικαιούχος και εισέπραξε από την δεύτερη εναγομένη το ποσό της αποζημίωσης μόνο για το απαλλοτριωθέν ακίνητο κυριότητάς της, εμβαδού 2.080,10 τ.μ., ενώ δεν αναγνωρίστηκε δικαιούχος και δεν εισέπραξε αποζημίωση για το έτερο απαλλοτριωθέν ακίνητό της, εμβαδού 540,25 τ.μ., που αποτελεί τμήμα ευρύτερου ακινήτου της, εμβαδού 1.737 τ.μ.

στη θέση ... κοινότητας ... και έχει περιληφθεί στην απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση. Κατά τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης το Ελληνικό Δημόσιο, αμφισβητώντας το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας, στο επίδικο ακίνητο, παραχώρησε αυτό, ως δικό του δασικό, στην δεύτερη εναγομένη, η οποία το χρησιμοποίησε για τον σκοπό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ήδη όμως αναγνωρίστηκε δικαστικά η ενάγουσα ως κυρία του επίδικου απαλλοτριωμένου ακινήτου της.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι εξαιτίας της αμφισβήτησης από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας της ενάγουσας, δεν είχε η δεύτερη εναγομένη υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και αντιστοίχως η ενάγουσα δεν διατηρούσε δικαίωμα είσπραξης αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση, που να τελεί υπό την οριζόμενη προθεσμία των δέκα οκτώ μηνών από τον δικαστικό καθορισμό της, ότι η τυχόν αίτηση για αναγνώριση της ενάγουσας ως δικαιούχου αποζημίωσης του επίδικου ακινήτου της, θα είχε αποκρουστεί από το Ελληνικό Δημόσιο, που είχε τότε εγείρει αξιώσεις κυριότητάς του επ' αυτού και ότι οι προαναφερόμενες δικαστικές ενέργειες τόσο της ενάγουσας για αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, όσο και του απώτερου δικαιοπαρόχου της για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, που πράγματι διορθώθηκε ως προς τον αγροτικό χαρακτήρα της ευρύτερης έκτασης, που το περιλαμβάνει, υποδηλώνουν διατήρηση της απαλλοτρίωσης αυτού.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, η οριζόμενη προθεσμία καταβολής της αποζημίωσης από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, ούτε αποκλείει την, κατά τη διάρκειά της, υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε δικαστικώς από την υπόχρεη δεύτερη εναγομένη, ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσής της, επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για την δικαιούχο ενάγουσα, η οποία, όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης.

Ανεξαρτήτως και πέραν τούτων, τον ισχυρισμό ότι η κηρυχθείσα απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11 Ν. 2882/2001, μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον προτείνει μόνο η καθ' ης η απαλλοτρίωση ενάγουσα, διότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η, σε βάρος του, κηρυχθείσα απαλλοτρίωση, επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του, όχι δε και η υπέρ ης η απαλλοτρίωση δεύτερη εναγομένη.

Μετά από αυτά, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα έχει απαίτηση για αποζημίωση, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου της, εμβαδού 540,25 τ.μ., με βάση την δικαστικά καθορισμένη τιμή μονάδας (50.000 δραχμών ανά τ.μ.), συνολικού ποσού (540,25 τ.μ. Χ 50.000 δραχμές ανά τ.μ.= 27.012.500 δραχμές) 79.273,66 ευρώ, που οφείλει να της καταβάλει η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Συνακολούθως, το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του ΝΔ/τος 797/1971 και 11 παρ. 3 του Ν. 2882/2001, 39 παρ. 3α εδ. στ και ζ του Ν. 4024/2011, που δεν ήταν εφαρμοστέες και με την μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 3, 4, 13, 14, 19, 26, 29 Ν. 2882/2001, 287, 346 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες για την επιδίκαση αποζημίωσης στην αναιρεσείουσα, λόγω αναγκαστικής αποζημίωσης του επίδικου ακινήτου της.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Συνακολούθως, κατά παραδοχή του ανωτέρω γενόμενου δεκτού ως βάσιμου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων του κύριου και του πρόσθετου δικογράφου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, όταν μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας και υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης και το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 343/2023, ΑΠ 784/2021, ΑΠ 259/2021, ΑΠ 466/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της έφεσης, πλην όμως δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης από το εφετείο, καθόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Ειδικότερα, η υπόθεση αφορά μόνον την καταβολή του ποσού της καθορισθείσας δικαστικά αποζημίωσης από την κηρυχθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον κατά το μέρος που αφορά την υποχρέωση νομιμότοκης καταβολής του ποσού της αποζημίωσης για το επίδικο απαλλοτριωθέν ακίνητο, Κατ' ακολουθία τούτων, κατά παραδοχή του ανωτέρω γενόμενου δεκτού ως βάσιμου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων του κύριου και του πρόσθετου δικογράφου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.

Μετά από αυτά, η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα έχει απαίτηση για αποζημίωση, λόγω αναγκαστικής αποζημίωσης του επίδικου ακινήτου της, ύψους 79.273,66 ευρώ, που οφείλει να της καταβάλει η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επομένως, πρέπει, κατά το αναιρεθέν αυτό μέρος, που αφορά την υποχρέωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να δικαστεί η έφεση κατά το μέρος αυτό, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά την κύρια βάση της, να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος αυτό, να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγομένη - δεύτερη εφεσίβλητη και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα - εκκαλούσα - το ποσό των 79.273,66 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα για τη δίκη ενώπιον των πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίων, οι διατάξεις των οποίων περί επιβολής αυτών σε βάρος της ενάγουσας εκκαλούσας και υπέρ της δεύτερης εναγομένης εφεσίβλητης εξαφανίζονται αναγκαίως μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και της παραδοχής της αίτησης αναίρεσης ως προς τις διαδίκους αυτές καθώς και τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ της αναιρεσείουσας - ενάγουσας - εκκαλούσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης - δεύτερης εναγομένης - δεύτερης εφεσίβλητης, καθόσον η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, σύμφωνα με τα άρθρα, 179 και 183 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2022 (αριθ. εκθ. κατ. ...-2022) αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας Α. Μ. ΑΕ για αναίρεση της υπ' αριθ. .../2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το αναιρεσίβλητο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ.

Δέχεται την αίτηση αναίρεσης ως προς την αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία ύδρευσης και αποχέτευσης πρωτεύουσας ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. .../2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 1-3-2020 (αριθ. εκθ. κατ. ...-2020) έφεσης της εκκαλούσας Α. Μ. ΑΕ, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εφεσίβλητης ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

Δέχεται κατ' ουσία την έφεση ως προς την εφεσίβλητη ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

Εξαφανίζει την υπ' αριθ. .../2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την εφεσίβλητη ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από ...-2014.(αριθ. εκθ. κατ. ...-2014) αγωγής της ενάγουσας Α. Μ. ΑΕ, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εναγομένης ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

Δέχεται την αγωγή ως προς την εναγομένη ΕΥΔΑΠ ΑΕ.

Υποχρεώνει την εναγομένη ΕΥΔΑΠ ΑΕ να καταβάλει στην ενάγουσα Α. Μ. ΑΕ το ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (79.273,66 €) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα, που αφορούν την αναιρεσείουσα και την αναιρεσίβλητη, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ