Legislator Case Law & Legislation
1862/2022 AI generated

1862/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1862/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 12.5.2021 και αριθ. κατάθ. 3457/480/19.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 6039/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 468/2021 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.

Legislator headnote

AI generated

1862/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1862 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1862/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... και το δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Γρατσία, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Μπουκουβάλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. που

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1783/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6039/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που διορθώθηκε οίκοθεν με την 468/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 12.5.2021 και αριθ. κατάθ. 3457/480/19.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 6039/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 468/2021 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.

Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 26.9.2019 και αριθ. κατάθ. 82459/6422/26.9.2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τεχνικής εταιρείας κατά της υπ' αριθ. 1783/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποίαν και εξαφάνισε, κράτησε και δίκασε την από 18.6.2015 και με αριθ.

κατάθ. 67758/2183/22.6.2015 αγωγή και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε ακύρως την 1.4.2015 και εκ του λόγου αυτού η τελευταία είναι υποχρεωμένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής, όπως επίσης είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 45.346,75 ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από δε το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην, κατ' έφεση, δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, άρα και ενόρκων βεβαιώσεων, που έχουν ληφθεί, πριν και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Έτσι, ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν δοθεί, πριν τη συζήτηση στο πρώτο βαθμό, νόμιμα λαμβάνονται υπόψη, αν με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 421 επομ.

ΚΠολΔ προσκομιστούν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν δοθεί μετά την συζήτηση στον πρώτο βαθμό και μέσα στην προθεσμία, για την προσθήκη και αντίκρουση ή προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκπρόθεσμα μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιόν του, έστω και αν απαραδέκτως προσκομίζονται ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νόμιμα λαμβάνονται υπόψη, αν, με την τήρηση των διατυπώσεων των ως άνω άρθρων 421 επ.

ΚΠολΔ, προσκομιστούν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (ΑΠ 1510/2018, 284/2018, 692/2017, 927/2017, 1356/2017, 1114/2011). Η δήλωση δε του διαδίκου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ότι θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με την πάροδο δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών πριν από τη βεβαίωση, επέχει θέση κλητεύσεως του παρισταμένου διαδίκου και η ένορκη βεβαίωση που έγινε ύστερα από τέτοια δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νόμιμα λαμβάνεται υπόψη από το Εφετείο (ΑΠ 1910/2006, ΑΠ 457/2005).

Τα αποδεικτικά δε αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 315/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ.γ` Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κακώς έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 8015/2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Π. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και την υπ' αριθ. 661/2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αυτής Π. Ξ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ., η οποία έγινε με επιμέλειά της (αναιρεσίβλητης) και με νομότυπη κλήτευση της ίδιας με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της (αναιρεσίβλητης), η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με τις υπ' αριθ. 1040/2018 (μη οριστική) και 1783/2019 (οριστική) αποφάσεις πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αντίστοιχα, σχετικά με πραγματικά γεγονότα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πλην όμως προσκομίσθηκαν με επίκληση από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 11.10.2018, με την κατατεθείσα μέσα στη νόμιμη προθεσμία προσθήκη των προτάσεών της, και τις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε θεωρήσει απαράδεκτες.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα ύστερα από κλήτευση της αναιρεσείουσας με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσιβλήτου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τις δικασίμους της 26.11.2016 και 11.10.2018, αντίστοιχα, νομίμως λήφθηκαν υπόψη, ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατ' άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, από το Εφετείο, ενώπιον του οποίου νομίμως προσκομίστηκαν με επίκληση με τις προτάσεις της αναιρεσιβλήτου. 3.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αίτηση, κατά την ανωτέρω έννοια αποτελεί και η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 567/2009, 1586/2008).

Επίσης, τέτοια αίτηση είναι αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2017, 123/2016). Το παραδεκτό της πρότασης του λόγου, προϋποθέτει ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1093/ 2014 ).

Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ, κατά την οποίαν "Ο εργοδότης, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού", συνάγεται ότι ο εργοδότης έχει έναντι του εργαζόμενου αξίωση και αντίστοιχα ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη υποχρέωση πληροφορήσεως απορρέουσα από την από το άρθρο 288 ΑΚ ιδρυόμενη γενική αρχή της καλής πίστης.

Και τούτο διότι κατά κανόνα ο εργοδότης αδυνατεί να γνωρίζει τα σχετικά με την απασχόληση του εργαζόμενου πραγματικά περιστατικά, όπως τους εργοδότες, στους οποίους απασχολήθηκε ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της υπερημερίας ή το ύψος της αμοιβής του, ώστε να επικαλεστεί στο δικαστήριο συγκεκριμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν τη σχετική ένστασή του.

Εάν ο εργαζόμενος δεν παρέχει στον εργοδότη τις αναγκαίες πληροφορίες, δύναται ο τελευταίος να προβάλει την κατά τις διατάξεις των άρθρων 325 και 374 ΑΚ ένσταση επισχέσεως της καταβολής των μισθών υπερημερίας. Εξάλλου, κατά το προαναφερθέν άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ "Κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την επίδειξή τους.

Σπουδαίος λόγος συντρέχει ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται να αρνηθεί κανείς να μαρτυρήσει". Η εν λόγω αξίωση του διαδίκου αποδεικτικής συνεπικουρίας του από τον αντίδικο υπό την μορφή της επιδείξεως των κρίσιμων εγγράφων, τα οποία κατέχει, ως μόνου αποδεικτικού μέσου για την υποστήριξη των ουσιωδών ισχυρισμών του απορρέει άμεσα από το κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος ιδρυόμενο δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ακροάσεως και το συνακόλουθο δικαίωμα αποδείξεως ως και το από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα για δίκαιη δίκη.

Το δικαίωμα αυτό του διαδίκου συνίσταται στο να επικαλεσθεί, να προσαγάγει και να χρησιμοποιήσει όλα τα πρόσφορα αποδεικτικά μέσα προκειμένου να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του διαδίκου να αποκτήσει και να εξασφαλίσει από τον αντίδικό του ή και τρίτο όλα τα μέσα που θεωρεί πρόσφορα για την επίτευξη του ως άνω σκοπού.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 85 Ν. 2238/1998 "Οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από το φορολογούμενο στον οποίον αφορούν αυτά", συνάγεται ότι το φορολογικό απόρρητο νομιμοποιούνται να το επικαλεστούν οι φορολογικές αρχές που ως κάτοχοι των αναζητουμένων πληροφοριών δεσμεύονται από την υποχρέωση εχεμύθειας και όχι ο διάδικος προς τον οποίον στρέφεται η αίτηση επίδειξης.

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι εάν ο εργοδότης προβάλει την ένσταση ότι ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της υπερημερίας έχει απασχοληθεί σε άλλη εργασία αλλά για λόγους αντικειμενικούς αδυνατεί να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία καλυπτόμενα από το φορολογικό απόρρητο αιτούμενος την επίδειξη των σχετικών εγγράφων, νόμιμα δύναται το δικαστήριο να δεχθεί το εν λόγω αίτημα και να διατάξει την επίδειξη ή την προσκόμιση των στοιχείων, στα οποία ο εργαζόμενος έχει πρόσβαση (ΑΠ 1210/2022, ΣτΕ 1585/2009).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα νομίμως αίτησή της να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιδείξει : α) την αναγγελία πρόσληψής της από εργοδότη, μετά την διακοπή της συνεργασίας της με αυτή, β) τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, που εξέδωσε μετά την διακοπή της συνεργασίας της με αυτή στα τέλη του έτους 2014 και ιδία για τις διαχειριστικές χρήσεις των ετών 2014, 2015 και 2016 και γ) αντίγραφο της φορολογικής δήλωσής της και του εκκαθαριστικού σημειώματός της για εκάστη από τις ως άνω διαχειριστικές χρήσεις, έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της και για την επίδειξη των οποίων έχει έννομο συμφέρον.

Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του εν λόγω δικαστηρίου κατά τις δικασίμους της 28.11.2016 και 11.10.2018, υπέβαλε, εκτός των άλλων: 1) την κατ' άρθρο 656 εδ.

β' ΑΚ προβληθείσα ένστασή της περί συμψηφισμού των αποδοχών που έλαβε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη από άλλη απασχόλησή της, την οποίαν περαιτέρω ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις και 2) το κατά τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ αίτημά της περί επίδειξης και προσκομιδής από την αναιρεσίβλητη των προαναφερόμενων εγγράφων, τα οποία η τελευταία κατέχει.

Την ως άνω ένσταση, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστη, επανέφερε η εναγομένη- εκκαλούσα με τον έκτο λόγο της έφεσής της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού την έκρινε ορισμένη, την απέρριψε ως ουσιαστικά βάσιμη. Ωστόσο, το Εφετείο ουδόλως αποφάνθηκε επί της κατά ως άνω αιτήσεως της αναιρεσείουσας περί επιδείξεως των προαναφερόμενων εγγράφων, κατ' άρθρο 450 και 451 ΚΠολΔ, την οποίαν, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, υπέβαλε νομότυπα με τις από 7.1.2020 προτάσεις της ενώπιόν του, ενώ είχε σχετική υποχρέωση να χωρήσει στην εξέταση της βασιμότητας της αιτήσεως επιδείξεως εγγράφων και σε περίπτωση αποδοχής της να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, χωρίς να προβεί στην ουσιαστική έρευνα της ενστάσεως του άρθρου 656 εδ.

β'ΑΚ (ΟλΑΠ 1/2019).

Συνεπώς, το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη και ως εκ τούτου υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο ως άνω λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, 659/2015).

Στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη, κατ` ουσία και όχι μόνο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Ειδικότερα, ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος, αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), δηλ. η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλAΠ 2/2013, 25/2008, 20/2005, ΑΠ 319/2017, 532/2017, 275/2017).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ` αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015, 1788/2013).

Με το τρίτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946, δεχόμενο ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της φύσης της συνδέουσας αυτήν και την αναιρεσίβλητη εργασιακής σχέσης ότι "......Η αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε σε ένα χρηματικό ποσό που της καταβαλόταν σε ετήσια βάση σε τραπεζικό λογαριασμό μισθοδοσίας, αντιστοιχούσε όμως σε δεκατέσσερις μηνιαίους μισθούς, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, τα οποία στη συνέχεια περικόπηκαν, ενώ από 1.7.2013 δεν της καταβαλλόταν ο μισθός του Αυγούστου, αντιστοίχως δε, η ενάγουσα εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη, όχι μηνιαίως, αλλά κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, αναγράφοντας ως αιτία πληρωμής συγκεκριμένο συνήθως έργο, πάντοτε κατά τις υποδείξεις της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας, όπως δε αποδείχθηκε το ύψος αυτού (μισθού) ανερχόταν σε μηνιαία βάση στο ποσό των 1.818,18 ευρώ (ακαθάριστα, πλέον ΦΠΑ)", δηλαδή δέχτηκε αντιφατικά ότι αφενός μεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης ετήσια αμοιβή και αφετέρου ότι δεν καταβαλλόταν στην τελευταία ο μισθός του μηνός Αυγούστου από 1.7.2013 και εφεξής, ενώ στη συνέχεια γίνεται λόγος για μηναία αμοιβή, ύψους 1.818,18 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, και απορριπτέος, καθότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν περιλαμβάνεται αυτούσιος ο συλλογισμός με βάση τον οποίον το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην κρίση του αναφορικά με τη φύση της συμβατικής σχέσης, που συνέδεε τους διαδίκους, ήτοι αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο την θεωρητική ανάλυση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και μόνο την ως άνω μία (1) εντελώς αποσπασματική και επιλεκτική, πραγματική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορά μόνο τον τρόπο καταβολής της αμοιβής της και μάλιστα με αναφορά σε συγκεκριμένη σελίδα και στίχο αυτής (6ο φύλλο, στοιχ. 16- 26), ο οποίος (τρόπος καταβολής) σε κάθε περίπτωση άλλωστε δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και χωρίς καμία άλλη παραδοχή ως προς τα λοιπά γενόμενα δεκτά περιστατικά, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση του περί ύπαρξης στην συγκεκριμένη περίπτωση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

5. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αρ. 3 και 5 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές - προηγουμένως άρθρο 663 επ. του ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 12.5.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 6039/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 468/2021 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ` αριθ. 37731599895107190077/21 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική διαφορά, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο περί συμψηφισμού των αποδοχών της αναιρεσίβλητης- ενάγουσας και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ την από 12.5.2021 και αριθ. κατάθ. 3457/480/19.5.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 6039/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 468/2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

ΑΝΑΙΡΕΙ την ως άνω απόφαση, όπως διορθώθηκε, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΤΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον καταθέσαντα του υπ' αριθ. 37731599895107190077/21 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Νοεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ