Legislator Case Law & Legislation
1862/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against life sentence, striking down permanent political rights deprivation due to lack of statutory basis.

Case Number 1862/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a life sentence, striking down the provision for permanent deprivation of political rights. The court found that while the conviction for intentional homicide and weapon use was upheld, the specific penalty of lifelong political rights deprivation lacked a current legal basis under the Penal Code. Consequently, the court ordered the removal of this specific penalty from the verdict and remitted the case for a new sentencing hearing on the remaining criminal charges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 para. 1 of the Constitution; Art. 7 para. 1 of the ECHR; Art. 2 para. 1 of the Penal Code; The deprivation of political rights for life is not automatically imposed upon a life sentence and requires explicit statutory authorization; in the absence of such authorization, the penalty must be struck down and the case remitted for new sentencing.

Keywords

AI generated
permanent deprivation of political rights life imprisonment sentence principle of legality non-retroactivity of law remittal for new sentencing constitutional protection of rights penal code provisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 para. 1 of the Constitution
Art. 7 para. 1 of the ECHR
Art. 2 para. 1 of the Penal Code
Art. 511 para. d' of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1862 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1862/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 114, 117, 137, 156, 169, 173/2017 και 10, 15, 24, 36, 54, 58, 66, 84, 92, 98, 105, 106, 109, 116, 117, 118/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ν. Χ. του Ι., 2)Ι. Χ. του Ν. και 3)Α. Χ. Ν., άπαντες κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μαντά.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2019 αίτησή του αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22 Μαΐου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5995/2019, ως και στους από 12-7-2019 πρόσθετους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 996/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής και περί απόρριψης της ελαφρυντικής περίστασης άρθρου 84 παρ. 2α και ε ΠΚ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 22-05-2019 (αρ. πρωτ. 5995/22-5-2019) αίτηση και οι επ' αυτής από 12-7-2019 (κατατεθέντες αρμοδίως στις 26-09-2019) πρόσθετοι λόγοι του Π. Τ. του Ε., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 114, 117, 137, 156, 169, 173/2017, 10, 15, 24, 36, 54, 58, 66, 84, 92, 98, 105, 106, 109, 116, 117, 118/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.

Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".

Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).

Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα, η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Στις διατάξεις περί ανθρωποκτονίας με πρόθεση (Π.Κ. 299) ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα και στη συνέχεια, μετά την κατάργησή τους, ορίζονται στο νέο Ποινικό Κώδικα τα ακόλουθα: i) Στις περί ανθρωποκτονίας διατάξεις του άρθρου 299 Π.Π.Κ., που είχε τον τίτλο "Ανθρωποκτονία με πρόθεση", ορίζετο, ότι "1.

Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Σημειωτέον, ότι η θανατική ποινή καταργήθηκε με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993, το οποίο ορίζει τα εξής: "Η ποινή του θανάτου καταργείται.

Όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται για ορισμένη αξιόποινη πράξη αποκλειστικώς η ποινή του θανάτου, νοείται ότι απειλείται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Αν η ποινή του θανάτου προβλέπεται διαζευκτικώς με άλλη ποινή, νοείται ότι απειλείται μόνο η τελευταία." Στο αντίστοιχο άρθρο 299 του Ν.Π.Κ., που φέρει τον τίτλο "Ανθρωποκτονία με δόλο", ορίζεται, ότι "1.

Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη". Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 1 παρ. 2 β' και δ' του Ν. 2168/1993, "2. Όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα:

α. ... β) Μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση", κατά δε το άρθρο 14 του ίδιου ως άνω νόμου, "Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών".

Ακόμη, με το άρθρο 463 παρ. 2 του Ν.Π.Κ., "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα". Από τη σύγκριση των προαναφερθεισών διατάξεων, κατά την τυποποίησή τους στον Π.Π.Κ. και στο Ν.Π.Κ., και του συνόλου των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, προκύπτει, ότι οι διατάξεις του Ν.Π.Κ.

είναι επιεικέστερες, οπότε είναι εφαρμοστέες, με βάση την αρχή της αναδρομικότητας της επιεικέστερης διάταξης από της τέλεσης της πράξης μέχρι της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης. Έτσι για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, για την οποία προβλεπόταν ποινή θανάτου ή ισόβιας κάθειρξης, προβλέπεται πλέον ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη δέκα έως δεκαπέντε ετών (άρθρα 52 και 299 παρ. 1 Ν.Π.Κ.).

Για την πράξη της παράνομης οπλοχρησίας για την οποία προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, παρέχεται πλέον, με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 του Ν.Π.Κ, η διαζευκτική δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής. Επίσης, ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 590 παρ. 1 Ν.ΚΠοινΔ, ότι "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα.

Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους", κατά δε το άρθρο 514 δ' (β') του ίδιου Κώδικα, ότι "...Κατ` εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α).... και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)" και στο τελευταίο άρθρο (511 ΚΠοινΔ) στο εδ.

δ' επαναλαμβάνεται, με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο Άρειος Πάγος "...Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Εξάλλου, κατά το άρθρο 299 του Ν.Π.Κ. " Ανθρωποκτονία με δόλο. 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2.

Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου.

Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστη και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου. Επίσης, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 Π.Κ.

συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 Π.Κ.

για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον πέντε ετών. Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της απόφασής του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά.

Ακόμη, κατά το άρθρο 1 παρ. 2β' του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται, μεταξύ άλλων, τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα "μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση", κατά δε το άρθρο 14 του ίδιου νόμου, "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών".

Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι το έγκλημα της οπλοχρησίας αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου της πράξης που τελέσθηκε με αυτήν και δεν είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από αυτήν, αλλά παρεπόμενό της, για το λόγο ότι προϋποθέτει καταδικαστική απόφαση για την πράξη και δεν νοείται τέλεσή του χωρίς να τιμωρείται η κύρια πράξη.

Ως χρήση όπλου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το μαχαίρι (άρθρο 1 παρ. 2 β' του άνω Ν. 2168/1993), νοείται η χρησιμοποίηση αυτού προς πραγματοποίηση του επιδιωκομένου εγκληματικού σκοπού. Έτσι, οπλοχρησία συνιστά και η επίθεση με μαχαίρι και η θανάτωση με αυτό του παθόντος (τέλεση ανθρωποκτονίας).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ακόμη, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

IΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 114, 117, 137, 156, 169, 173/2017, 10, 15, 24, 36, 54, 58, 66, 84, 92, 98, 105, 106, 109, 116, 117, 118/2018, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος (Π.

Τ.), ηλικίας 27 ετών κατά το χρόνο του συμβάντος, ήταν συγγενής εξ' αγχιστείας με το θύμα (Β. Χ.), αφού η σύζυγος του κατηγορουμένου (Δ. Δ.) ήταν δεύτερη εξαδέλφη του θύματος. Υπηρετούσε στην ΕΛ.ΑΣ. στην οποία είχε εισέλθει από ηλικίας 18 ετών. Το 2013, η οικογένεια του παθόντος, ιδίως ο πατέρας του, ενδιαφερόταν για την επαγγελματική αποκατάστασή του (παθόντος), αποβλέποντας στην δημιουργία επιχείρησης που θα τον ενδιέφερε επαγγελματικά.

Τούτο, δε, διότι ο παθών, Β. Χ., ηλικίας κατά το χρόνο του συμβάντος 31 ετών, δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη σχολή χημικών μηχανικών στην … όπου παρέμεινε περίπου 6,5 χρόνια επειδή δεν τον ικανοποιούσε η ως άνω σχολή, και αφότου επέστρεψε εργάσθηκε για μικρό διάστημα στο φαρμακείο του πατέρα του, χωρίς όμως και αυτή η απασχόληση να τον ικανοποιεί.

Στη συνέχεια δε, κληρώθηκε και παρακολουθούσε μαθήματα στο ανοικτό πανεπιστήμιο στο τμήμα φυσικών επιστημών, αντικείμενο που τον ενδιέφερε. Το ως άνω ενδιαφέρον του πατέρα του θύματος Ν. Χ. για τη δημιουργία επιχείρησης συμμερίσθηκε και ο πεθερός του κατηγορουμένου και νονός του θύματος, ο οποίος πλησίασε τον Ν.

Χ. και του ζήτησε να συνεργαστούν, δημιουργώντας μία επιχείρηση, στην οποία θα συμμετείχε η κόρη του και εξαδέλφη του Β. Χ. και σύζυγος του κατηγορουμένου, Δ. Δ., για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυψαν στην οικογένεια της στις αρχές του 2013, όταν ο σύζυγος της (κατηγορούμενος) τέθηκε σε κατάσταση αυτοδίκαιης αργίας, διότι, όταν υπηρετούσε στο Α.Τ.

… κατηγορήθηκε για παθητική δωροδοκία και λαθρεμπορία, πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά και αθωώθηκε από το Εφετείο Πειραιά κατά πλειοψηφία με τη με αριθμό 609/2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Όταν πληροφορήθηκαν ότι επωλείτο επιχείρηση … ενδιαφέρθηκαν και έτσι απέκτησαν το πρακτορείο επί της οδού ...

στον …, στο οποίο ναι μεν η άδεια ανήκε στον παθόντα Β. Χ., ουσιαστικά όμως συμμετείχε σε αυτό και η σύζυγος του κατηγορουμένου και μάλιστα κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας από αυτούς. Στην θέση της συζύγου του και αντ' αυτής, εργαζόταν στην ως άνω επιχείρηση πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ ο κατηγορούμενος, ο οποίος συμμετείχε κατά το ποσοστό που αντιστοιχούσε στη σύζυγό του και όχι με υπαλληλική σχέση.

Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους δεν αποκαλύφθηκε από οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του κατηγορουμένου στο θύμα ή την οικογένεια του (θύματος) η θέση του κατηγορουμένου σε αργία σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν θα προχωρούσε δε η συνεργασία εάν εγνώριζαν το γεγονός αυτό (βλ. κατάθεση Ν. Χ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου).

Ο δε κατηγορούμενος, δικαιολογούσε το γεγονός ότι ο ίδιος εργαζόταν με πλήρες ωράριο στο πρακτορείο, υποστηρίζοντας ότι είχε τοποθετηθεί σε υπηρεσία φύλαξης αποθήκης σε νυκτερινή βάρδια. Κατά τη λειτουργία του ως άνω πρακτορείου ο κατηγορούμενος παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτό κατά κανόνα πρωί, το δε θύμα κατά κανόνα το απόγευμα, εκτός από μια κατά κανόνα φορά την εβδομάδα που το θύμα επιθυμούσε να πραγματοποιήσει βραδινή έξοδο, οπότε κατόπιν συνεννόησης άλλαζαν την βάρδια, όπως επίσης άλλαζαν τη βάρδια αν υπήρχε κάποια έκτακτη ανάγκη είτε στον κατηγορούμενο είτε στο θύμα.

Οι σχέσεις αυτών (κατηγορουμένου και θύματος) αρχικά κατά την λειτουργία του πρακτορείου ήταν καλές χωρίς εντάσεις. Το πρακτορείο είχε αρκετή πελατεία και έσοδα και οι δύο πλευρές, αφού πραγματοποίησαν περιοδικές εκκαθαρίσεις, αναλάμβαναν το ποσό που τους αντιστοιχούσε. Παρ' όλα αυτά όμως, το πρακτορείο, ένα έτος περίπου μετά την έναρξη λειτουργίας, άρχισε να εμφανίζει οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η έγκαιρη εξόφληση των οφειλών προς τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, έτσι δύο φορές και δη στις 11-07-2014 και στις 11-11-2014 είχε δοθεί η εντολή για διακοπή ρεύματος λόγω οφειλών (η δεύτερη για οφειλές προηγούμενες της 23/10/2014), ενώ δύο φορές και κατά το διάστημα από Φεβρουάριο του 2014 έως Σεπτέμβριο του 2014 οι δύο τηλεφωνικές συνδέσεις του εν λόγω πρακτορείου μπήκαν σε καθεστώς προσωρινής φραγής, ομοίως λόγω ανεξόφλητων λογαριασμών.

Τα εν λόγω οικονομικά προβλήματα, κατά τον κατηγορούμενο οφείλονται κυρίως στο γεγονός ότι το θύμα χρησιμοποιούσε χρήματα του πρακτορείου για να παίξει στο καζίνο και σε τυχερά παιχνίδια. Το γεγονός ότι το θύμα επισκεπτόταν το καζίνο επιβεβαιώνεται από μαρτυρικές καταθέσεις. Τα εν λόγω οικονομικά προβλήματα διογκώθηκαν το καλοκαίρι, αρχές φθινοπώρου του 2014, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αναγκασθεί εξακολουθητικά να δανεισθεί από τον αδελφό του και τον Σ.

Κ. συνολικά το ποσό των 16.000 ευρώ περίπου. Αποτέλεσμα του οικονομικού αυτού προβλήματος ήταν να ενταθούν οι σχέσεις μεταξύ του κατηγορουμένου και του θύματος. Χαρακτηριστικά για την ένταση της σχέσης μεταξύ του θύματος και του κατηγορουμένου καταθέτει ο μάρτυρας Χ. Χ., φίλος του θύματος, ο οποίος αναφέρει ότι σε κοινή έξοδό του με το θύμα στις 22-10- 2014, προκειμένου να δουν τον αγώνα Ολυμπιακού - Γιουβέντους, το θύμα ήταν ιδιαίτερα αγχωμένο και απέδωσε την κατάστασή του αυτή σε κάποια θέματα του πρακτορείου.

Κάπνιζε δε συνέχεια και σε κάποια στιγμή τον ρώτησε "... λες να μου κάνει κακό ο Π.;..." χωρίς να δώσει όμως περαιτέρω διευκρινίσεις σ' ερώτηση του φίλου του. Είχε δε ζητήσει ο κατηγορούμενος από το θύμα, να απευθυνθούν στον πατέρα του θύματος Ν. Χ., προκειμένου να καλύψει τα ως άνω οικονομικά προβλήματα, καθότι σε αυτόν απέβλεπε για τη διευθέτηση του εν λόγω προβλήματος, καθώς, αφενός είχε την οικονομική ευχέρεια και το ως άνω ποσό δεν ήταν σημαντικό γι' αυτόν, αφετέρου από την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου είχε αναλάβει σχετικό ρόλο δηλαδή της διευθέτησης οποιωνδήποτε προβλημάτων εμφανίζονταν από την λειτουργία του πρακτορείου.

Το θύμα όμως απέφευγε κάτι τέτοιο γιατί δεν ήθελε να εκτεθεί στον πατέρα του, ζητώντας και πάλι την βοήθειά του για την κάλυψη και επιβίωση της επιχείρησης που η οικογένειά του είχε δημιουργήσει για αυτόν. Παρά τις αντιρρήσεις του υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο να διευθετηθεί το θέμα με την επιστροφή του πατέρα του από την Κρήτη (στις 24-10-2014).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 23-10-2014 ο κατηγορούμενος, ζήτησε από το θύμα να αλλάξουν βάρδια, διότι υπήρχε πρόβλημα ως προς τη φύλαξη του παιδιού του και εκείνος συμφώνησε. Το μεσημέρι ο κατηγορούμενος έστειλε μήνυμα στον Ι. Δ., συνάδελφο, φίλο και κουμπάρο του για να πάει στο πρακτορείο όπου είχε βάρδια.

Πράγματι ο Ι. Δ., όταν έλαβε το μήνυμα πήγε στο πρακτορείο του κατηγορουμένου, αφού προηγούμενα είχε αφήσει στο σπίτι του κατηγορούμενου τη γυναίκα και το παιδί του. Εκείνο το βράδυ υπήρχαν αρκετοί πελάτες στο πρακτορείο, διότι είχε αγώνα Europa League που μεταδιδόταν ζωντανά στο πρακτορείο που έληγε κατά τις 10:00 μ.μ.

και κατά τη διάρκεια του υπήρχαν συνήθως πελάτες που έπαιζαν. Ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια του εν λόγω απογεύματος επικοινώνησε με το θύμα για να ρωτήσει πως παίζει η μητέρα του …, η οποία σημειωτέον είχε προηγούμενα επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το πρακτορείο για το λόγο αυτό. Αργότερα και κατά τις 7:30 μ.μ., ο πατέρας του θύματος Ν.

Χ.ς, πέρασε από το πρακτορείο για να παίξει ένα δελτίο και να πληρώσει το δελτίο που προηγούμενα έπαιξε η σύζυγός του, δεν είδε εκεί το γιο του όπως πίστευε, αφού δεν γνώριζε για την αλλαγή της βάρδιας. Ο κατηγορούμενος, βλέποντας τον πατέρα του θύματος, αντιλήφθηκε ότι το θύμα επικαλούμενο διάφορες προφάσεις, όπως την απουσία του πατέρα του, προσπαθούσε να αποφύγει την συνάντηση μαζί του και εντεύθεν η επίλυση των οικονομικών προβλημάτων απομακρυνόταν.

Μετά τις ως άνω διαπιστώσεις ο κατηγορούμενος, επιδιώκοντας την άμεση λύση των υφισταμένων οικονομικών προβλημάτων, κάλεσε εκ νέου τηλεφωνικά το θύμα, μάλιστα για το λόγο αυτό βγήκε έξω από το πρακτορείο, ενώ τα περί του αντιθέτου εκτιθέμενα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στην απολογία του Πρωτοδίκως και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι δηλαδή το θύμα τον κάλεσε, τυγχάνουν αβάσιμα, αφού ο κατηγορούμενος είχε λόγο, μετά την διαπίστωση ότι το θύμα του είχε πει αναλήθειες σχετικά με την απουσία του πατέρα του στην Κρήτη και ότι κατ' αυτό τον τρόπο απέφευγε τη συνάντηση με αυτόν (πατέρα του), να επιδιώξει επικοινωνία με το θύμα και όχι αντίστροφα.

Μετά την ολοκλήρωση της επικοινωνίας, ο κατηγορούμενος εισήλθε και πάλι εντός του πρακτορείου, είπε δε στον I. Δ. που ήταν εκεί, ότι στο τηλέφωνο ήταν το θύμα Β. Χ., ο οποίος ήταν αναστατωμένος και ότι τον καλούσε σε βοήθεια, λέγοντας του "βοήθεια, βοήθεια..." και ότι θα πήγαινε στο σπίτι του Β. να δει τι γίνεται με αυτόν (Β.), του ζήτησε δε να κλείσει αυτός το πρακτορείο, να συγκεντρώσει τις εισπράξεις και να πάει τα χρήματα στο σπίτι του και ακολούθως έφυγε με τη μηχανή του, για το σπίτι του Β..

Τα ως άνω προκύπτουν από τις προανακριτικές καταθέσεις του μάρτυρα Ι. Δ., όπου ρητά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε στο τηλέφωνο εκτός καταστήματος και όταν μπήκε μέσα του είπε ότι τον πήρε ο Β. και του έλεγε "βοήθεια, βοήθεια", θα πήγαινε δε (ο κατηγορούμενος) να δει τι γίνεται με τον Β. και αυτός (μάρτυς) να κλείσει το μαγαζί και να φύγει, όπως κατέθεσε ο ίδιος (μάρτυρας).

Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ο μάρτυρας, διαφοροποιούμενος από τις ως άνω καταθέσεις, κατέθεσε ότι δεν κατάλαβε να διέτρεχε κίνδυνο ο Β. αλλά η βοήθεια αναφερόταν μάλλον σε οικονομικά θέματα, χωρίς όμως να δώσει πειστική αιτιολογία για τις διαφοροποιήσεις αυτές που του επισημάνθηκαν από το παρόν Δικαστήριο με την ανάγνωση των αντίστοιχων περικοπών από τις προανακριτικές καταθέσεις του εν λόγω μάρτυρα.

Άλλωστε και από τις καταθέσεις της συζύγου του κατηγορουμένου επιβεβαιώνονται ο προανακριτικές καταθέσεις του Ι. Δ. αλλά και από τις καταθέσεις του Ν. Χ. και της Ε. - Γ. Μ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος έφυγε από το πρακτορείο, κατευθυνόμενος με τη μηχανή του προς το σπίτι του Β. Χ.υ. Σκοπός της επίσκεψης ήταν η άμεση διευθέτηση του υφισταμένου οικονομικού προβλήματος με οποιαδήποτε συνέπεια ακόμα και με την αφαίρεση της ζωής του θύματος.

Για το σκοπό αυτό, προετοίμασε τέτοια κατάσταση για οποιοδήποτε ενδεχόμενο, δημιουργώντας μία εικόνα υφιστάμενης ήδη επικινδυνότητας για το θύμα, πριν ο κατηγορούμενος να κατευθυνθεί προς το σπίτι του (θύματος). Ο κατηγορούμενος, πηγαίνοντας προς το σπίτι του θύματος φορούσε παντελόνι φόρμας, ζακέτα, σκούφο και μάλλινο περιλαίμιο που ανεβαίνει μέχρι το μέσο του προσώπου κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται μόνο τα μάτια, δημιουργώντας μαζί με το σκούφο την εικόνα ότι πρόκειται για κουκούλα τύπου full face.

Κατά τη διαδρομή του προς το σπίτι του θύματος είχε ατύχημα προσκρούοντας με την μηχανή σε κάδο απορριμμάτων, παρά ταύτα συνέχισε την πορεία του προκειμένου να φθάσει στον προορισμό του προς επίτευξη του σκοπού του. Φθάνοντας έξω από το σπίτι του θύματος Β. Χ., επί της οδού ..., στάθμευσε τη μηχανή. Στη μηχανή κάτω από το κάθισμα υπήρχε μία πτυσσόμενη μεταλλική ράβδος (γκλόπ) και ένα μαχαίρι ασημί χρώματος, με μήκος λάμας 18 εκ.

και συνολικού μήκους 28 εκ. με την ένδειξη μεταξύ άλλων "METALTEX" με διάφανη κολλητική ταινία γύρω από τη λαβή και ένα μαχαίρι συνολικού μήκους 25 εκ. με μήκος λάμας 12 εκ. και με πλαστική λαβή χρώματος μαύρη - μπλε. Πήρε το δεύτερο μαχαίρι και ανέβηκε στο διαμέρισμα του θύματος. Με την είσοδο του κατηγορουμένου υπήρξε φιλονικία, η οποία στη συνέχεια ήταν έντονη και ακολούθησε συμπλοκή, πράγματα έπεφταν στο πάτωμα και ακολούθως επαναλαμβανόμενα κτυπήματα σε σώμα όπως προκύπτει από καταθέσεις ενοίκων της πολυκατοικίας.

Ιδίως ο μάρτυρας Α. Ζ. που ήταν ένοικος του γ' ορόφου κατέθεσε ότι επέστρεψε στο σπίτι του κατά τις 9:10 μ.μ. και λίγο μετά, περί τις 9:15 μ.μ., άκουσε ανδρικές φωνές οι οποίες εντάθηκαν και εν συνεχεία ακούσθηκαν θόρυβοι από έπιπλα που μετακινούντο και έπεφταν. Ακολούθως, ελαττώθηκε σχεδόν σταμάτησε η μικρής διάρκειας λογομαχία και ακουγόταν σαν χτυπήματα σε ανθρώπινο σώμα και παράλληλα ακουγόταν μια ανδρική φωνή να εκλιπαρεί "σε παρακαλώ μην το κάνεις αυτό" αυτός δε που εκλιπαρούσε ήταν ένας και ήταν ο ίδιος όπως κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας.

Η συμπλοκή που έλαβε χώρα προκύπτει από τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες, την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας, αλλά και την αναγνωσθείσα από 15-06-2015 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του τμήματος ανάλυσης βιολογικών υλικών της Ελληνικής Αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία στο περιλαίμιο που έφερε ο κατηγορούμενος, εσωτερικά εντοπίσθηκαν γενετικά στοιχεία του θύματος (βλ.

συμπεράσματα από την ανάλυση DNA των δειγμάτων υπό στοιχεία 8Α). Το ως άνω συμβάν δεν είχε πολύ μεγάλη διάρκεια. Όλοι οι μάρτυρες (ένοικοι της πολυκατοικίας) τοποθετούν χρονικά την έναρξη του προαναφερόμενου συμβάντος περί ώρα 9:15 μ.μ. που συμπίπτει σχεδόν με την ώρα άφιξης του κατηγορουμένου στο σπίτι του θύματος.

Αυτό προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Δ. ενώπιον του παρόντος και του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος αναχώρησε από το πρακτορείο περίπου 9:10 μ.μ., και η απόσταση πρακτορείου και οικίας του θύματος ήταν 5 λεπτά περίπου, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στην απολογία στο παρόν Δικαστήριο.

Από τα ως άνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και το θύμα αρχικά είχαν έντονη στιχομυθία και εν συνεχεία ακολούθησε σωματική συμπλοκή σχεδόν αμέσως με την είσοδο του κατηγορουμένου στην οικία του θύματος, απορριπτομένου έτσι του, προβληθέντος ενώπιον του παρόντος αλλά και του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι παρέμεινε ικανό διάστημα στο διαμέρισμα του θύματος προσπαθώντας να κάμψει τις αντιρρήσεις του τελευταίου για άμεση επίσκεψη στον πατέρα του.

Περαιτέρω, κατά την προεκτιθέμενη συμπλοκή, αρχικά το θύμα τραυμάτισε τον κατηγορούμενο, κτυπώντας σε αιχμηρή επιφάνεια του χώρου (βλ. κατάθεση ιατροδικαστή Β. Δ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), προκαλώντας μώλωπα διαστάσεων 4 Χ 1,5 εκ. περίπου στη μεσότητα της οπίσθιας βρεγματικής χώρας. Ο κατηγορούμενος ανταπέδωσε, κτυπώντας τον με γροθιά στην περιοχή του δεξιού οφθαλμού (βλ.

επισκοπηθείσες φωτογραφίες θύματος σε συνδυασμό με κατάθεση ιατροδικαστή Β. Δ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου). Ακολούθως, εξακολουθώντας η συμπλοκή, έσπασαν αντικείμενα όπως το τραπεζάκι του σαλονιού, βγήκε η πρίζα του τηλεφώνου και γενικά προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση (βλ. φωτογραφίες του διαμερίσματος του παθόντος που επισκοπήθηκαν) και έπεσαν στο πάτωμα.

Ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε θέση υπεροχής, όντας εφοδιασμένος με μαχαίρι όπως προεκτέθηκε, χρησιμοποίησε αυτό και έπληξε το θύμα 53 φορές και σταμάτησε να τον πλήττει μόλις είδε να μην κουνιέται το θύμα που βρισκόταν στο δάπεδο σε εμβρυϊκή στάση, όπως ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά "μόλις είδα ότι δεν κουνιέται, σηκώθηκα, έβαλα το μαχαίρι στη μέση μου..." παρότι στις μεταγενέστερες απολογίες διαφοροποιήθηκε ως προς την ως άνω αρχική κατάθεση του, όπως του επισημάνθηκε από το παρόν Δικαστήριο με την ανάγνωση των αντίστοιχων περικοπών των προανακριτικών καταθέσεων, προκειμένου να δώσει διευκρινίσεις, χωρίς όμως να δώσει για την διαφοροποίηση του αυτή πειστική αιτιολογία.

Με τις ως άνω πλήξεις ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο θύμα τα ακόλουθα τραύματα σύμφωνα με την έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Β. Δ., κατά την οποία διαπιστώθηκαν συνολικά [53] τραύματα από νύσσον και τέμνον όργανο [μαχαίρι] σε όλη την έκταση του σώματος, εκ των οποίων τα [14] στο τριχωτό της κεφαλής, το πρόσωπο και τις τραχηλικές χώρες.

Τα άλλα [39] καταγράφηκαν στη μεσότητα και την αριστερή πρόσθια θωρακική χώρα, την αριστερή πλαγία και σε εκτεταμένη έκταση της οπίσθιας θωρακικής χώρας, καθώς και το αριστερό άνω άκρο. Οι διαστάσεις των τραυμάτων κυμαίνονται από 1 εκ. έως 5 εκ. εκτός αυτού στην αριστερή πρόσθια τραχηλική χώρα [περί τα 9 εκ.] και αφορούν το δέρμα, το υποδόριο, τους εν τω βάθει ιστούς, όργανα και αγγεία.

Διαπιστώθηκαν επίσης υποσημαινόμενες πτωματικές υποστάσεις στη ραχιαία επιφάνεια του σώματος και πολλαπλά τραύματα από νύσσον και τέμνον όργανο. Κατά την ιατροδικαστική έκθεση όλα τα καταγραφέντα τραύματα παρέχουν χαρακτήρες ως εκ αμφίστομου μαχαιριού προκληθέντα. Κατά δε την νεκροτομή διαπιστώθηκαν στην κεφαλή από τα μαλακά μόρια δύο υποδόρια αιματώματα συστοίχως δύο εκ των ως άνω τραυμάτων στο τριχωτό της κεφαλής μέσης διαμέτρου 3 εκ.

και 6 εκ. αντιστοίχως, στον τράχηλο διαπιστώθηκαν πολλαπλά τραύματα δέρματος και υποδορίου σε αμφότερες τις τραχηλικές χώρες, τρώση του δεξιού στερνοκλειδομαστοειδούς μυός με συνοδό τρώση και πλήρη διατομή της δεξιάς κοινής καρωτίδας αρτηρίας και στους πνεύμονες πολλαπλά τραύματα στο παρέγχυμα αμφοτέρων των πνευμόνων τραυματικής αιτιολογίας, εκ των οποίων συνολικά [10] στον κάτω λοβό του δεξιού πνεύμονος και [3] στον άνω λοβό και τη βάση του αριστερού πνεύμονος.

Επίσης διαπιστώθηκε στο ήπαρ ένα πολύ μικρό τραύμα στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού λοβού και δεξιό ημιδιάφραγμα, [4] στο αριστερό ημιδιάφραγμα 2 εκ. έως 4,5 εκ. περίπου και στη σπλήνα [2] τραύματα άνω και κάτω πόλου 2 εκ. και 1,5 εκ. περίπου. Κατά την ιατροδικαστική έκθεση ο θάνατος του Β. Χ. επήλθε βαρέων κακώσεων δεξιάς τραχηλικής χώρας και θώρακος από νύσσον και τέμνον όργανο [μαχαίρι] προκληθείσες ως μόνης ενεργού αιτίας, τις οποίες επέφερε σε αυτόν ο κατηγορούμενος.

Ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι ενόψει των υφισταμένων οικονομικών προβλημάτων, το ακριβές μέγεθος των οποίων έμαθε την επίμαχη ημέρα από το θύμα, του ζητούσε επίμονα να επισκεφθούν άμεσα τον πατέρα του (θύματος), αφού γι' αυτόν (κατηγορούμενο) ήταν η μόνη ελπίδα λύσης του προβλήματος το οποίο αντιμετώπιζαν.

Το θύμα δε που με επίμονες προσπάθειες δέχθηκε να επισκεφθούν τον πατέρα του, αφού ετοιμάσθηκε (καθότι κατά τα εκτιθέμενα από τον κατηγορούμενο όταν εισήλθε στο διαμέρισμα ήταν με τα εσώρουχά του) κατά την πορεία του προς την έξοδο από το διαμέρισμα του (θύματος) και ενώ ο κατηγορούμενος προηγείτο και είχε στραμμένη την πλάτη του προς αυτόν (θύμα), ο τελευταίος τον έπληξε (κατηγορούμενο) με γκλόπ στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να ξαφνιασθεί, να ζαλιστεί, να πονέσει και στη συνέχεια, στρεφόμενος προς το θύμα τον χτύπησε με δύο γροθιές στο πρόσωπο, τότε το θύμα κάνοντας δύο βήματα πίσω πήρε μαχαίρι που ήταν τοποθετημένο σε παρακείμενο αριστερά του γραφείο και προσπάθησε να του επιτεθεί στην κοιλιά.

Αυτός αντέδρασε, αντιστάθηκε και κατόρθωσε να του αποσπάσει το μαχαίρι, πιάνοντας όμως αυτό από τη λάμα τραυματίσθηκε στη βάση του δεξιού αντίχειρα και στη ραχιαία επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου και μετά τελώντας σε κατάσταση φόβου και πανικού άρχισε να κτυπά με το μαχαίρι τον παθόντα. Αναφορικά με τα τραύματα του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε από τις προσκομιζόμενες και αναγνωσθείσες ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστή Β.

Δ., ότι αυτός έφερε (1) επίμηκες τραύμα 2,5 εκ. περίπου στη βάση της παλαμιαία επιφάνειας του δεξιού αντίχειρα με σχεδόν ομαλά χείλη, (2) τραύμα μέσης διαμέτρου 0,3 εκ. ραχιαίας επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου (πλησίον του καρπού) εκ του οποίου εκτείνεται γραμμοειδής εκδορά 10 εκ. περίπου στο κάτω ήμισυ της ραχιαίας επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου, (3) τραύμα μέσης διαμέτρου 0,3 εκ.

περίπου στη βάση της ραχιαίας επιφάνειας του παράμεσου δακτύλου της δεξιάς χειρός, (4) δύο εκδορές μέσης διαμέτρου 4 εκ. περίπου και 8 Χ 3 εκ. περίπου, στη ραχιαία επιφάνεια του δεξιού αγκώνος και τη ραχιαία επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, (5) εκδορά διαστάσεων 8 Χ 4 εκ. περίπου στο δεξιό πλάγιο τοίχωμα της κάτω κοιλίας και (6) δύο μικροεκδορές μέσης διαμέτρου 1,5 εκ.

και 2 εκ. αντίστοιχα στην έξω πλάγια επιφάνεια του δεξιού γόνατου (βλ. την από 20-11-2014 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Β. Δ.). Σύμφωνα με την εν λόγω ιατροδικαστική έκθεση, τα τρία πρώτα τραύματα έχουν χαρακτηριστικά ως εκ νύσσοντος και τέμνοντος οργάνου, προκληθέντα και δύνανται να έχουν προκληθεί με το αμφίκοπο μαχαίρι που κατασχέθηκε ως το όργανο της ερευνώμενης ανθρωποκτονίας, οι δε λοιπές κακώσεις χαρακτηρίζονται ως προκληθείσες από προστριβή σε σκληρή επιφάνεια.

Με συμπληρωματική ιατροδικαστική έκθεση του ιδίου ως άνω ιατροδικαστή αναφέρεται ότι ο Π. Τ. κατά την ως άνω εξέταση του έφερε μώλωπα διαστάσεων 4 Χ 1,5 εκ. περίπου στη μεσότητα της οπίσθιας βρεγματικής χώρας της κεφαλής, που συνάδει ως εκ πλήξεως με θλων όργανο. Αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα εντός της οικίας του θύματος, σχετικά με τις δράσεις των εμπλεκομένων προσώπων, από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, οδηγείται στις ακόλουθες κρίσεις το Δικαστήριο.

Ο προεκτιθέμενος ισχυρισμός του κατηγορουμένου δεν επιβεβαιώνεται από τα προεκτιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία. Και τούτο διότι πρωτίστως στην υπάρχουσα μεταλλική ράβδο "γκλοπ" δεν υπήρχαν ίχνη γενετικού υλικού του θύματος, πράγμα που θα συνέβαινε εάν είχε κάνει χρήση της εν λόγω ράβδου (βλ. συμπεράσματα της από 15-06-2015 έκθεσης εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Ελληνικής Αστυνομίας με αρ. 82 δείγμα).

Πέρα του ότι το είδος, η έκταση και η ένταση του τραύματος του κατηγορουμένου στο κεφάλι το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως ελαφρύ (βλ. την ως άνω ιατροδικαστική έκθεση) δύσκολα αντιστοιχεί σε τραύμα που προκλήθηκε από γκλοπ όσο και αν απορροφήθηκε η ισχύς του κτυπήματος από το σκούφο που έφερε ο κατηγορούμενος.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεχόμενο ότι το τραύμα στο κεφάλι του κατηγορουμένου δεν επήλθε από "γκλοπ", σε αντίθεση με την κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που δέχθηκε ότι το τραύμα στο κεφάλι του κατηγορουμένου επήλθε από "γκλοπ" δεν καθιστά χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου αφού δεν μεταβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά που είχαν αποτελέσει στοιχεία του κατηγορητηρίου, μεταβάλλοντας επί το δυσμενέστερο το νομικό χαρακτήρα της αποδοθείσης πράξεως (...).

Ακόμη, αναφορικά με τον προεκτιθέμενο ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι το θύμα ήταν εφοδιασμένο με μαχαίρι το οποίο μάλιστα άμεσα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, όντας τοποθετημένο επάνω στο έπιπλο του υπολογιστή που βρισκόταν στο χώρο υποδοχής, αυτός (ισχυρισμός) τυγχάνει αβάσιμος διότι όπως προέκυψε από την κατάθεση της μητέρας του θύματος και της εξετασθείσας μάρτυρος L.

F. οι οποίες καθάριζαν το σπίτι του θύματος δεν υπήρχε τέτοιο μαχαίρι στο εν λόγω σπίτι, μάλιστα το θύμα ήταν ένας φιλήσυχος άνθρωπος που δεν είχε σχέση με μαχαίρια. Εξάλλου, αν το θύμα είχε χρησιμοποιήσει το μαχαίρι θα υπήρχαν στη λαβή του (μαχαιριού) γενετικά στοιχεία αυτού (θύματος) πράγμα όμως που δεν συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει με την από 15-06-2015 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του τμήματος ανάλυσης βιολογικών υλικών της Ελληνικής Αστυνομίας, αφού στα συμπεράσματα της ως άνω έκθεσης, στα δείγματα υπ' αριθμόν 1 (δείγμα που αφορά περιμετρικά τις ακμές πλαστικής λαβής μαχαιριού μπλε - μαύρου) και υπ' αριθμόν 2 (δείγμα που αφορά καστανέρυθρη κηλίδα επί της πλαστικής λαβής του μαχαιριού) δεν βρέθηκε γενετικός τύπος που να ταυτίζεται με του θύματος.

Και, ναι μεν βρέθηκαν στα ως άνω δείγματα μη αξιοποιήσιμα γενετικά στοιχεία, αυτά όμως δεν μπορούν να αποδοθούν στο θύμα. Τούτο, διότι, όπως διευκρίνισε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η διενεργήσασα την ως άνω εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη, Υπαστυνόμος Α', βιοχημικός, Σ. Γ., όταν τα υπάρχοντα γενετικά στοιχεία δεν επαρκούν ποσοτικά ή ποιοτικά για να αποδοθούν σε ένα τυχαίο άτομο του πληθυσμού, όπως στην κρινόμενη υπόθεση τα ως άνω γενετικά στοιχεία, τότε δεν μπορούν να αποδοθούν σε συγκεκριμένο άτομο όπως εδώ στο θύμα, από το γεγονός και μόνο ότι αυτό (θύμα) βρισκόταν στο χώρο που έλαβε χώρα η πράξη, διότι τότε η έρευνα θα ήταν κατευθυνόμενη και το αποτέλεσμα προκατειλημμένο.

Ενώ ο διενεργήσας την από 21-11-2017 γνωμοδότηση, μάρτυρας Γ. Φ., καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μη αξιοποιήσιμα γενετικά στοιχεία που βρέθηκαν στη λαβή του μαχαιριού, ήτοι στην καστανέρυθρη κηλίδα επί της πλαστικής λαβής του μαχαιριού, (πειστήριο 2 στην ως άνω έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Ελληνικής Αστυνομίας) και περιμετρικά στην ως άνω λαβή (πειστήριο 1 στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη) συνιστούν μετρίως ισχυρή ένδειξη ότι ανήκουν στο θύμα στο πειστήριο 2 και είναι μη αξιοποιήσιμα στο πειστήριο 1.

Καταλήγει όμως στο συμπέρασμα ότι, με δεδομένο ότι στο σύνολο των 171 δειγματοληψιών που έχουν πραγματοποιηθεί τα μόνα άτομα που έχουν ανιχνευθεί είναι ο Τ. Π. και ο Χ. Β.ς, δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αμφιβολίας πως τα μη αξιοποιήσιμα γενετικά στοιχεία των ως άνω πειστηρίων είναι του θύματος. Όμως, πέραν του ότι ο διενεργήσας την γνωμοδότηση με το ως άνω συμπέρασμά του δεν είναι απολύτως σίγουρος ότι τα μη αξιοποιήσιμα γενετικά στοιχεία ανήκουν στο θύμα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω από την πραγματογνώμονα της Ελληνικής Αστυνομίας, το συμπέρασμα αυτό της ως άνω από 21/11/2017 γνωμοδότησης δεν είναι ασφαλές.

Κατ' ακολουθία, τα μη αξιοποιήσιμα γενετικά στοιχεία των ως άνω πειστηρίων (1, 2) δεν μπορούν να αποδοθούν στο θύμα. Περαιτέρω, τα προπεριγραφόμενα τραύματα του κατηγορουμένου στη βάση του δεξιού αντίχειρα και στην επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου, που κατ' αυτόν (κατηγορούμενο) ήταν αποτέλεσμα της απόκρουσης του στην ως άνω επίθεση του θύματος με το μαχαίρι, δεν είχαν αμυντικό χαρακτήρα (βλ.

κατάθεση ιατροδικαστή Β. Δ. ενώπιον του παρόντος και του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Και τούτο διότι το με δεύτερο εξ' αυτών στο αριστερό χέρι θα ήταν πολύ πιο σοβαρό και μεγαλύτερης έκτασης (βλ. κατάθεση ως άνω μάρτυρα). Όσον αφορά το άλλο τραύμα στη βάση της παλαμιαίας επιφάνειας του δεξιού αντίχειρα, εάν εξ' αρχής υπήρχε αυτό το σοβαρό τραύμα σε αυτό το σημείο, όπως αυτό του κατηγορουμένου δεν θα μπορούσε να επιφέρει 53 πλήγματα στο θύμα και ορισμένα εξ' αυτών πολύ σοβαρά.

Η εξήγηση για το τραύμα αυτό δίδεται από τον ιατροδικαστή Β. Δ. ενώπιον του παρόντος και του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον οποίο, κατά την διάρκεια που ο κατηγορούμενος έπληττε το θύμα με το μαχαίρι, κατά τις τελευταίες πλήξεις, κτύπησε σε οστό κάτω από τους μαλακούς ιστούς, με αποτέλεσμα να ξεφύγει το χέρι του κατηγορουμένου από τον προφυλακτήρα στη βάση της λαβής του μαχαιριού "να γλιστρήσει" και να αυτοτραυματισθεί.

Την άποψη αυτή υιοθετεί και ο εξετασθείς από πλευράς της πολιτικής αγωγής, ιατροδικαστής Κ. Κ.. Ο μάρτυρας υπεράσπισης Σ. Τ. (ιατροδικαστής) αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά του τραύματος του κατηγορουμένου στη βάση του δεξιού αντίχειρα υποστηρίζει ότι το τραύμα έχει σχήμα V και δεν είναι ένα επίμηκες όπως το χαρακτηρίζει ο ιατροδικαστής Β.

Δ.ς. Το εν λόγω σχήμα του τραύματος του κατηγορουμένου δικαιολογεί την επέλευση αυτού (τραύματος) κατά τον τρόπο που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος κατά την απολογία και δεν έγινε στα πλαίσια αυτοτραυματισμού γλιστρώντας το μαχαίρι όπως υποστηρίζει ο ιατροδικαστής Β. Δ.ς. Όμως δεχόμενος την άποψη του κατηγορουμένου δεν εξηγεί επαρκώς πως με ένα σοβαρό τραύμα κατόρθωσε να πλήξει 53 φορές ένα άτομο εύσωμο όπως ήταν το θύμα.

Κατ' ακολουθία η κρίση του μάρτυρος για τον τρόπο επέλευσης του τραύματος την οποία στηρίζει στο σχήμα αυτού (τραύματος) για το οποίο έχει διαφορετική άποψη από τον διενεργήσαντα την ιατροδικαστική έκθεση ιατροδικαστή Β. Δ. δεν κρίνεται πειστική. Έτσι ο προεκτιθέμενος ισχυρισμός του κατηγορουμένου αναφορικά με τα λαβόντα χώρα στην οικία του θύματος αποδομείται από τα ως άνω στοιχεία.

Μετά τα ως άνω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στο διαμέρισμα του θύματος διαπληκτίσθηκε έντονα με αυτόν και ακολούθησε πάλη μεταξύ τους κατά την οποία τραυματίσθηκαν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, προκαλώντας τα προμνημονευόμενα τραύματα, κατά τη διάρκεια της πάλης (έσπασε το τραπεζάκι, ξηλώθηκε η πρίζα τηλεφώνου κλπ.) και πέφτοντας στο πάτωμα ο κατηγορούμενος άρχισε να πλήττει το θύμα με το μαχαίρι που έφερε μαζί του, παρά τις εκκλήσεις του θύματος, τον έπληξε δε 53 φορές και συνέχισε να τον πλήττει μέχρι που το θύμα σταμάτησε να κουνιέται όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά τα ως άνω χαρακτηριστικά κατέθεσε.

Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, βάζοντας το μαχαίρι στη μέση έριξε μια μπλούζα για να μη φαίνεται και προσπάθησε να διαφύγει χωρίς να αναγνωρισθεί και να συγκαλύψει οτιδήποτε μπορούσε να συνδέσει τον ίδιο με την συγκεκριμένη ως άνω πράξη. Πήγε στην πόρτα για να φύγει, κοίταξε από το ματάκι ότι υπήρχε φως και τότε σκέφτηκε ότι από τις φωνές και το θόρυβο μπορεί να έχει μαζευτεί κόσμος, έτσι πήγε στο υπνοδωμάτιο του θύματος βγήκε στο μπαλκόνι για να δει εάν υπήρχε τρόπος διαφυγής, είδε όμως ότι ήταν ψηλά, επέστρεψε στο σαλόνι για να φύγει από την πόρτα εισόδου, άνοιξε την πόρτα φορώντας πάντα τον σκούφο και το περιλαίμιο και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται μόνο τα μάτια, δίδοντας την εντύπωση κουκούλας τύπου full face, κατέβηκε τη σκάλα αρχικά με σβηστό φως, το οποίο ακολούθως άναψε διότι δεν μπορούσε να κατέβει.

Φθάνοντας στην εξώπορτα της πολυκατοικίας, διαπίστωσε ότι ήταν κλειδωμένη, τότε πήρε μια γλάστρα που ήταν δίπλα στην εξώπορτα και την έριξε πάνω στη τζαμαρία για να την σπάσει και να διαφύγει. Όμως το τζάμι ήταν ασφαλείας και δεν έσπασε, τότε θεωρώντας τον εαυτό του εγκλωβισμένο άρχισε να ανεβαίνει πάλι τους ορόφους μήπως βρει κάποια δυνατότητα εξόδου από κάποιο παράθυρο φωταγωγού, πλην όμως σε ένα παράθυρο υπήρχε σιδεριά που καθιστούσε ανέφικτη την έξοδο.

Ανεβοκατεβαίνοντας τη σκάλα, κρατώντας το μαχαίρι και αιμορραγώντας από το τραύμα του αντίχειρα που έφερε, βρέθηκε μπροστά στο μάρτυρα Μ. Κ., από τον οποίο παίρνει τα κλειδιά, ξεκλειδώνει την είσοδο και φεύγει πριν τις 21:38 μ.μ. οπότε περίπου έφτασαν οι πρώτοι αστυνομικοί (βλ. καταθέσεις Ζ. Α. και Γ. Κ.), ένα ακόμη στοιχείο από το οποίο επιβεβαιώνεται η μικρής διάρκειας παραμονή του κατηγορουμένου στο διαμέρισμα του θύματος.

Ακολούθως, εγκαταλείπει το μαχαίρι, τα κλειδιά, το σκούφο και το περιλαίμιο, όχι όλα μαζί στο ίδιο σημείο αλλά σταδιακά. Το μαχαίρι και τα κλειδιά βρέθηκαν σε θαμνώδη περιοχή δίπλα στην ταβέρνα επί της οδού ..., το περιλαίμιο στο πεζοδρόμιο μπροστά στην ταβέρνα, ο σκούφος σε θάμνους στο πάρκο στη συμβολή των οδών...

και .... Το εν λόγω μαχαίρι αναφέρεται ως αμφίστομο ή αμφίκοπο, από όλη δε την αποδεικτική διαδικασία και την επισκόπησή του στο Δικαστήριο αποδείχθηκε, ότι πρόκειται για μαχαίρι που η λεπίδα του κόβει και από τις δύο πλευρές σε μήκος 3 εκ. περίπου στην άκρη του. Στη συνέχεια, φθάνοντας στη θάλασσα, ξέπλυνε το χέρι του που αιμορραγούσε.

Μετά κάλεσε τον Ι. Δ. και τη γυναίκα του και της είπε ότι είχε κτυπήσει με τη μηχανή για να δικαιολογήσει το τραύμα στο χέρι του ακολούθως, την καλεί ξανά και της αναφέρει να ειδοποιήσει τους γονείς του Β. (θύμα) γιατί κάτι του έχει συμβεί. Γνωρίζοντας όμως ότι υπάρχουν κηλίδες αίματος στην είσοδο της πολυκατοικίας και στο διαμέρισμα του θύματος, αποφασίζει να επιστρέψει στο χώρο αυτό.

Ωστόσο έχει φθάσει η αστυνομία, η οποία είχε ήδη ειδοποιηθεί από ενοίκους της πολυκατοικίας. Επιχειρεί να εισέλθει στην πολυκατοικία αλλά δεν τον αφήνουν οι αστυνομικοί, ένας δε από αυτούς τον οδηγεί στο ασθενοφόρο που ήδη είχε φθάσει να περιποιηθεί το τραύμα του κατηγορουμένου. Δένουν το τραύμα με επίδεσμο και του συστήνουν να πάει στο νοσοκομείο διότι το τραύμα του ήταν βαθύ.

Αυτός όμως κατευθύνεται προς την πολυκατοικία και επικαλούμενος την ιδιότητα του αστυνομικού και συγγενούς του θύματος κατορθώνει να εισέλθει στην πολυκατοικία και ανέρχεται από το κλιμακοστάσιο προς το δεύτερο όροφο, ευρισκόμενος δε μεταξύ του πρώτου και δεύτερου ορόφου βγάζει τη γάζα από το χέρι του, όπως καταθέτει η μάρτυρας Γ.

Κ.. Με τον τρόπο αυτό προσπαθεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη κηλίδων αίματος του στο κλιμακοστάσιο. Για τον ίδιο σκοπό επιχείρησε να εισέλθει και στο διαμέρισμα του θύματος, πλην όμως δεν του επετράπη η είσοδος. Βγαίνοντας από την πολυκατοικία, πλησιάζει τους γονείς του θύματος και επιχειρεί να τους παρηγορήσει, υποσχόμενος μάλιστα ότι με την ιδιότητα του ως αστυνομικού θα μεριμνήσει για τη σύλληψη του δράστη.

Μετά τις ως άνω παραδοχές, ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση κατά την πλειοψηφούσα γνώμη 5 μελών του Δικαστηρίου (των τακτικών Δικαστών και των ενόρκων Β. Μ. και Δ. Γ.) και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά την λήψη της απόφασης, η οποία τοποθετείται χρονικά όταν ήδη βρισκόταν στο πρακτορείο, πριν ξεκινήσει για το σπίτι του θύματος, όσο και κατά την τέλεση της πράξεως.

Η κρίση αυτή στηρίζεται στις ως άνω παραδοχές, ιδίως όμως στο ότι, α) πριν ξεκινήσει από το πρακτορείο με προορισμό το σπίτι του θύματος, αναφέρει στον κουμπάρο του Δ., ότι ο Β. τον πήρε τηλέφωνο ζητώντας βοήθεια λόγω κινδύνου στον οποίο βρισκόταν και ότι ο ίδιος τρέχει με τη μηχανή του να δει τι συμβαίνει και να τον βοηθήσει.

Το ίδιο αναφέρει αργότερα και στη σύζυγο. Δημιουργεί έτσι μία εικόνα περί κινδύνου, τον οποίο αντιμετώπιζε το θύμα όταν ήδη επικοινώνησε μαζί του και ότι αυτός (κατηγορούμενος) προστρέχει προς βοήθεια του. Κατ' ακολουθία, αυτός δεν θα ευθυνόταν για την όποια τυχόν δυσάρεστη κατάσταση του θύματος, β) φρόντισε να εφοδιαστεί με τα προαναφερόμενα όπλα (γκλοπ και μαχαίρια), τα οποία έφερε κάτω από τον κάθισμα της μηχανής, το ένα δε μαχαίρι το φέρει μαζί του πηγαίνοντας στο σπίτι του θύματος και με αυτό τον έπληξε 53 φορές, αντιλήφθηκε δε ότι του επέφερε πλήγμα σε καίριο ζωτικό όργανο με τη διατομή της καρωτίδας (βλ.

κατάθεση ιατροδικαστή Β. Δ.), γ) φεύγοντας από το πρακτορείο, φοράει σκούφο και μάλλινο περιλαίμιο που ανεβαίνει μέχρι το μέσο του προσώπου, με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνονται μόνο τα μάτια του, δημιουργώντας, μαζί με τον σκούφο, την εικόνα ότι πρόκειται για κουκούλα τύπου full face, την οποία εξακολουθεί να φέρει και μέσα στην πολυκατοικία (βλ.

καταθέσεις Μ. και Γ. Κ.) αν και εντός της πολυκατοικίας δεν συνέτρεχε ο επικαλούμενος από τον κατηγορούμενο λόγος που τον ανάγκασε να χρησιμοποιήσει τον σκούφο και το περιλαίμιο, ότι δηλαδή εκείνη την ημέρα φυσούσε έντονα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τέλεσε την πράξη ευρισκόμενος σε καθεστώς ψυχικής ορμής, καθότι, όντας εξαιρετικά πιεσμένος και αγχωμένος από τα οικονομικά προβλήματα που του είχε δημιουργήσει η ασυνέπεια του θύματος, προσέβλεπε στην επίλυση αυτών από τον πατέρα του θύματος, την επίμαχη όμως ημέρα προσπάθησε το θύμα να αποτρέψει την επίλυση των εν λόγω προβλημάτων, πιεζόμενος δε το θύμα για το αντίθετο, εκδήλωσε την προεκτιθέμενη από αυτόν (κατηγορούμενο) επιθετική συμπεριφορά εναντίον του (κατηγορουμένου), με αποτέλεσμα να του προκαλέσει αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθημάτων φόβου, πανικού και οργής και ότι υπό αυτές τις συνθήκες τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη δεν αποδείχθηκε.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε ο ίδιος το θύμα στο σπίτι του, προκειμένου να διευθετήσει άμεσα τα υπάρχοντα οικονομικά προβλήματα, τα οποία είχαν προκύψει από τη λειτουργία του πρακτορείου και τα οποία όπως προεκτέθηκε δεν ήταν σημαντικά για την εύπορη οικογένεια του θύματος, γεγονός που και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποδεχόταν.

Περαιτέρω υπολογίζοντας δε και εκτιμώντας την υφιστάμενη κατάσταση, λόγω της άρνησης του θύματος να επισκεφθούν τον πατέρα του (θύματος), αποδεχόμενος τις ως άνω συνέπειες της επίσκεψής του και προκειμένου να δικαιολογήσει αυτές (συνέπειες), δημιούργησε την εικόνα μίας υφιστάμενης ήδη διακινδυνεύσεως του παθόντα πριν την επίσκεψή του στο σπίτι του θύματος.

Ακόμη ισχυροποίησε τον εαυτό του σε βάρος του θύματος φέροντας μαζί του το χρησιμοποιηθέν μαχαίρι. Εξάλλου, στον ελαφρύ τραυματισμό που του προκάλεσε το θύμα, που δεν ήταν ικανός να τον αποδιοργανώσει, αντέδρασε δυναμικά και ψύχραιμα, προκαλώντας αρχικά μώλωπα στο δεξιό οφθαλμό του θύματος, παρά ταύτα συνέχισε να συμπλέκεται και ακολούθως, όντας σε ισχυρότερη από το θύμα θέση, με τη χρήση του μαχαιριού που έφερε μαζί του κατάφερε 53 πλήγματα και σταμάτησε να τον πλήττει μόνο όταν είδε ότι δεν κουνιέται.

Έχοντας έτσι συγκροτημένη σκέψη, είχε τη δυνατότητα κατά το ως άνω διάστημα να ελέγχει τον εαυτό του και είχε το χρόνο να σταθμίσει τα αίτια που κινούσαν στην τέλεση του ως άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, αλλά και συγκρατούσαν από την τέλεση αυτής. Γι' αυτό και μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του θύματος, εξακολουθώντας να έχει συγκροτημένη σκέψη, προσπάθησε, όπως ήδη προεκτέθηκε, να διαφύγει από το διαμέρισμα του θύματος χωρίς να αναγνωρισθεί και να συγκαλύψει οτιδήποτε μπορούσε να συνδέσει τον ίδιο με το συγκεκριμένο έγκλημα, προβαίνοντας στις προαναφερόμενες ενέργειες.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου που ερείδεται στα προεκτεθέντα αντικειμενικά στοιχεία δεν αναιρείται από τις περί του αντιθέτου καταθέσεις του πραγματογνώμονα Α. Τ. η οποία επιπλέον τυγχάνει ενδοιαστική και αντιφατική και του μάρτυρος Ε. Μ.. Έτσι, από τον αποδειχθέντα πιο πάνω τρόπο δράσης του κατηγορουμένου, πριν την τέλεση της πράξης, κατά την τέλεση και μετά από αυτήν, με σκοπό την απόκρυψη τέλεσής της, προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανθρωποκτόνο πράξη με νηφαλιότητα, υπολογισμό και εκτίμηση της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και ότι δεν συνέτρεχε κατάσταση που να προκαλεί αιφνίδια ψυχική υπερδιέγερση αυτού, η οποία να αποκλείει τη σκέψη και να αναιρεί την ικανότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή απωθούν από την τέλεση της (.....), απορριπτόμενου έτσι, κατά την ως άνω πλειοψηφούσα γνώμη, του ισχυρισμού του κατηγορουμένου κατά την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου περί βρασμού ψυχικής ορμής ....

Ακόμη, όπως ήδη προεκτέθηκε, την ως άνω ανθρωποκτονία σε βάρος του Β. Χ., ο κατηγορούμενος τέλεσε με τη χρήση μαχαιριού, κατά τον λειτουργικό προορισμό του, το οποίο είναι όπλο, κατά την έννοια του νόμου, πρόσφορο για επίθεση και άμυνα, μπορούσε δε να επιφέρει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας ατόμου. Κατ' ακολουθία, ο κατηγορούμενος πρέπει κατά πλειοψηφία (5-2) να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και να κηρυχθεί ένοχος (ομόφωνα) της πράξης της οπλοχρησίας....".

ΙV. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, α)κατά πλειοψηφία για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και β) ομόφωνα για την πράξη της οπλοχρησίας και, στη συνέχεια, επέβαλε σ' αυτόν ποινή ισόβιας κάθειρξης για την άνω υπό στοιχείο α' πράξη και ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την άνω υπό στοιχείο β' πράξη, με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο, ένοχο κατά πλειοψηφία (5-2), για το ότι:

Στον ... και δη σε διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου της κείμενης επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής, την 23-10-2014 περί ώρα 21.15' ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε τη σκέψη και ενεργώντας με πρόθεση, προκάλεσε το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, στον άνω μνημονευόμενο τόπο και χρόνο, αφού μετέβη στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, όπου διέμενε ο παθών Β.

Χ. του Ν. και της Α., κατάφερε σ' αυτόν πολλαπλά πλήγματα με τη χρήση μαχαιριού, συνολικού μήκους είκοσι πέντε (25) εκατοστών, με μήκος λάμας δώδεκα (12) εκατοστών και με πλαστική λαβή χρώματος μαύρου -μπλε, και ειδικότερα δεκατέσσερα πλήγματα στην κεφαλή, στο πρόσωπο και σε αμφότερες τις τραχηλικές χώρες, συνολικά δε τριάντα εννέα πλήγματα με το ίδιο μαχαίρι και σε άλλα σημεία του σώματος του (ωμοπλάτιες χώρες, υποπλάτιες, αμφότερα πλάγια θωρακικά τοιχώματα και αριστερό χέρι), από τα οποία πλήγματα επήλθε ως μόνη ενεργό αιτία ο θάνατος του.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο, ένοχο ομόφωνα, για το ότι: Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, χρησιμοποίησε το υπό στοιχείο Α' αντικείμενο (μαχαίρι) σύμφωνα με τον προορισμό του, για να διαπράξει κακούργημα και ειδικότερα χρησιμοποίησε το εν λόγω αντικείμενο για να τελέσει το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως περιγράφεται ανωτέρω".

V. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέπονται τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1 Π.Κ.

και 1 παρ. 2 β' και δ' και 14 Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και ουδόλως παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την εν λόγω απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της (παρεπόμενης της κακουργηματικής αυτής πράξης) οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάστηκε ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και αιτιολογείται εμπεριστατωμένα, ότι αυτός, στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αφού μετέβη στο διαμέρισμα, όπου διέμενε ο παθών Β.

Χ. του Ν. και της Α., κατάφερε σ' αυτόν πολλαπλά πλήγματα με τη χρήση μαχαιριού, συνολικού μήκους είκοσι πέντε (25) εκατοστών, με μήκος λάμας δώδεκα (12) εκατοστών και ειδικότερα δεκατέσσερα πλήγματα στην κεφαλή, στο πρόσωπο και σε αμφότερες τις τραχηλικές χώρες και τριάντα εννέα πλήγματα με το ίδιο μαχαίρι και σε άλλα σημεία του σώματός του (ωμοπλάτιες χώρες, υποπλάτιες, αμφότερα πλάγια θωρακικά τοιχώματα και αριστερό χέρι), από τα οποία πλήγματα επήλθε, ως μόνη ενεργό αιτία, ο θάνατός του, με πρόθεση (άμεσο δόλο) και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (όπως ρητά εκτίθεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης), τόσο κατά τη λήψη της απόφασης για τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας, όσο και κατά τη διάπραξη αυτής, με χρήση του πιο πάνω μαχαιριού, που είναι όπλο κατά την έννοια του νόμου, ως αντικείμενο πρόσφορο για άμυνα και επίθεση, καταφέροντας τα άνω πενήντα τρία (53) πλήγματα, από τα οποία καίριο υπήρξε εκείνο που προκάλεσε τη διατομή της καρωτίδας του θύματος.

Ακόμη, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανώμοτες καταθέσεις μαρτύρων της πολιτικής αγωγής, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, έκθεση τεχνικού συμβούλου των πολιτικώς εναγόντων, έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Ελληνικής Αστυνομίας, έκθεση εργαστηριακής γνωμοδότησης, εγκληματολογική γνωμοδότηση, ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής, ιατροδικαστική έκθεση και συμπληρωματική αυτής, εκθέσεις αυτοψίας και κατάσχεσης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, το σύνολο των αναγνωσθέντων και αναφερόμενων στα πρακτικά εγγράφων και η απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της, παρατίθενται δε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όλα τα στοιχεία, που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της κρίσης, ότι το έγκλημα δεν τελέστηκε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας αναφέρεται στο σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και κυρίως στις παραδοχές της στις σελ. 221-223 αυτής, όπου, επί λέξει, διαλαμβάνονται με αιτιολογική επάρκεια, για τον κατηγορούμενο, τα ακόλουθα: "...

α) πριν ξεκινήσει από το πρακτορείο με προορισμό το σπίτι του θύματος, αναφέρει στον κουμπάρο του Δ., ότι ο Β. τον πήρε τηλέφωνο ζητώντας βοήθεια λόγω κινδύνου στον οποίο βρισκόταν και ότι ο ίδιος τρέχει με τη μηχανή του να δει τι συμβαίνει και να τον βοηθήσει. Το ίδιο αναφέρει αργότερα και στη σύζυγο. Δημιουργεί έτσι μία εικόνα περί κινδύνου, τον οποίο αντιμετώπιζε το θύμα όταν ήδη επικοινώνησε μαζί του και ότι αυτός (κατηγορούμενος) προστρέχει προς βοήθεια του.

Κατ' ακολουθία, αυτός δεν θα ευθυνόταν για την όποια τυχόν δυσάρεστη κατάσταση του θύματος, β) φρόντισε να εφοδιαστεί με τα προαναφερόμενα όπλα (γκλοπ και μαχαίρια), τα οποία έφερε κάτω από τον κάθισμα της μηχανής, το ένα δε μαχαίρι το φέρει μαζί του πηγαίνοντας στο σπίτι του θύματος και με αυτό τον έπληξε 53 φορές, αντιλήφθηκε δε ότι του επέφερε πλήγμα σε καίριο ζωτικό όργανο με τη διατομή της καρωτίδας (βλ.

κατάθεση ιατροδικαστή Β. Δ.), γ) φεύγοντας από το πρακτορείο, φοράει σκούφο και μάλλινο περιλαίμιο που ανεβαίνει μέχρι το μέσο του προσώπου, με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνονται μόνο τα μάτια του, δημιουργώντας, μαζί με τον σκούφο, την εικόνα ότι πρόκειται για κουκούλα τύπου full face, την οποία εξακολουθεί να φέρει και μέσα στην πολυκατοικία (...) αν και εντός της πολυκατοικίας δεν συνέτρεχε ο επικαλούμενος από τον κατηγορούμενο λόγος που τον ανάγκασε να χρησιμοποιήσει τον σκούφο και το περιλαίμιο, ότι δηλαδή εκείνη την ημέρα φυσούσε έντονα.

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τέλεσε την πράξη ευρισκόμενος σε καθεστώς ψυχικής ορμής, καθότι, όντας εξαιρετικά πιεσμένος και αγχωμένος από τα οικονομικά προβλήματα που του είχε δημιουργήσει η ασυνέπεια του θύματος, προσέβλεπε στην επίλυση αυτών από τον πατέρα του θύματος, την επίμαχη όμως ημέρα προσπάθησε το θύμα να αποτρέψει την επίλυση των εν λόγω προβλημάτων, πιεζόμενος δε το θύμα για το αντίθετο, εκδήλωσε την προεκτιθέμενη από αυτόν (κατηγορούμενο) επιθετική συμπεριφορά εναντίον του (κατηγορουμένου), με αποτέλεσμα να του προκαλέσει αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθημάτων φόβου, πανικού και οργής και ότι υπό αυτές τις συνθήκες τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη δεν αποδείχθηκε.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε ο ίδιος το θύμα στο σπίτι του, προκειμένου να διευθετήσει άμεσα τα υπάρχοντα οικονομικά προβλήματα, τα οποία είχαν προκύψει από τη λειτουργία του πρακτορείου και τα οποία όπως προεκτέθηκε δεν ήταν σημαντικά για την εύπορη οικογένεια του θύματος, γεγονός που και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποδεχόταν.

Περαιτέρω υπολογίζοντας δε και εκτιμώντας την υφιστάμενη κατάσταση, λόγω της άρνησης του θύματος να επισκεφθούν τον πατέρα του (θύματος), αποδεχόμενος τις ως άνω συνέπειες της επίσκεψής του και προκειμένου να δικαιολογήσει αυτές (συνέπειες), δημιούργησε την εικόνα μίας υφιστάμενης ήδη διακινδυνεύσεως του παθόντα πριν την επίσκεψή του στο σπίτι του θύματος.

Ακόμη ισχυροποίησε τον εαυτό του σε βάρος του θύματος φέροντας μαζί του το χρησιμοποιηθέν μαχαίρι. Εξάλλου, στον ελαφρύ τραυματισμό που του προκάλεσε το θύμα, που δεν ήταν ικανός να τον αποδιοργανώσει, αντέδρασε δυναμικά και ψύχραιμα, προκαλώντας αρχικά μώλωπα στο δεξιό οφθαλμό του θύματος, παρά ταύτα συνέχισε να συμπλέκεται και ακολούθως, όντας σε ισχυρότερη από το θύμα θέση, με τη χρήση του μαχαιριού που έφερε μαζί του κατάφερε 53 πλήγματα και σταμάτησε να τον πλήττει μόνο όταν είδε ότι δεν κουνιέται.

Έχοντας έτσι συγκροτημένη σκέψη, είχε τη δυνατότητα κατά το ως άνω διάστημα να ελέγχει τον εαυτό του και είχε το χρόνο να σταθμίσει τα αίτια που κινούσαν στην τέλεση του ως άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, αλλά και συγκρατούσαν από την τέλεση αυτής. Γι' αυτό και μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του θύματος, εξακολουθώντας να έχει συγκροτημένη σκέψη, προσπάθησε, όπως ήδη προεκτέθηκε, να διαφύγει από το διαμέρισμα του θύματος χωρίς να αναγνωρισθεί και να συγκαλύψει οτιδήποτε μπορούσε να συνδέσει τον ίδιο με το συγκεκριμένο έγκλημα, προβαίνοντας στις προαναφερόμενες ενέργειες.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου που ερείδεται στα προεκτεθέντα αντικειμενικά στοιχεία δεν αναιρείται από τις περί του αντιθέτου καταθέσεις του πραγματογνώμονα Α. Τ. η οποία επιπλέον τυγχάνει ενδοιαστική και αντιφατική και του μάρτυρος Ε. Μ.. Έτσι, από τον αποδειχθέντα πιο πάνω τρόπο δράσης του κατηγορουμένου, πριν την τέλεση της πράξης, κατά την τέλεση και μετά από αυτήν, με σκοπό την απόκρυψη τέλεσής της, προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανθρωποκτόνο πράξη με νηφαλιότητα, υπολογισμό και εκτίμηση της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και ότι δεν συνέτρεχε κατάσταση που να προκαλεί αιφνίδια ψυχική υπερδιέγερση αυτού, η οποία να αποκλείει τη σκέψη και να αναιρεί την ικανότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή απωθούν από την τέλεση της ...".

Με αυτές τις παραδοχές, αιτιολογείται πλήρως η κρίση ότι η ανθρωποκτόνος πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, καθώς και η απορριπτική κρίση του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για τέλεση της πράξης σε κατάσταση ψυχικής ορμής. Επίσης, η αιτίαση, ότι δεν αξιολογήθηκε η έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου - ψυχοθεραπευτή Α.

Τ. είναι αβάσιμη, διότι η τελευταία, αναγνωσθείσα στο ακροατήριο, αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που συνεκτίμησε και συναξιολόγησε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να οδηγηθεί στην καταφατική περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του και επιπλέον γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτή στη σελίδα 223 του σκεπτικού, όπου, επί λέξει, αναφέρεται, ότι "...Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου που ερείδεται στα προεκτεθέντα αντικειμενικά στοιχεία δεν αναιρείται από τις περί του αντιθέτου καταθέσεις του πραγματογνώμονα Α.

Τ. η οποία επιπλέον τυγχάνει ενδοιαστική και αντιφατική...". Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 470 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά καταδικαστικής απόφασης από τον κατηγορούμενο ή υπέρ αυτού δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, η δε χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου συνιστά υπέρβαση εξουσίας, που αποτελεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Η' και ήδη Θ' ΚΠοινΔ.

Δεν αποτελεί, όμως, χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου ο ακριβέστερος προσδιορισμός των περιστάσεων που προέκυψαν από τη διαδικασία.

Εν προκειμένω, στην προσβαλλόμενη απόφαση υφίσταται η ακόλουθη παραδοχή "....το Δικαστήριο δεχόμενο ότι το τραύμα στο κεφάλι του κατηγορουμένου δεν επήλθε από "γκλοπ", σε αντίθεση με την κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που δέχθηκε ότι το τραύμα στο κεφάλι του κατηγορουμένου επήλθε από "γκλοπ" δεν καθιστά χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου αφού δεν μεταβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά που είχαν αποτελέσει στοιχεία του κατηγορητηρίου, μεταβάλλοντας επί το δυσμενέστερο το νομικό χαρακτήρα της αποδοθείσης πράξεως".

Κατά συνέπεια, αφού από τα προεκτιθέμενα προκύπτει εναργώς και σαφώς, ότι με την εν λόγω παραδοχή προσδιορίστηκαν επακριβέστερα οι προκύψασες από τη διαδικασία περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η ένδικη αξιόποινη πράξη, είναι αβάσιμη η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αιτίαση περί μεταβολής επί το δυσμενέστερο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης που αποδίδεται σ' αυτόν.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αίτησης αναίρεσης και των επ' αυτής προσθέτων λόγων, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις άνω ειδικότερες αιτιάσεις και του ότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελιώθηκε η καταδίκη του αναιρεσείοντος ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία συνήχθη η ύπαρξη τέτοιων περιστατικών, καθώς και περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του νόμου και υπέρβασης εξουσίας από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ.

Δ', Ε' και Η'(ήδη Θ') Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι.

VΙ. Περαιτέρω, εφόσον, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι ποινές που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 Ν.Π.Κ. και, μετά από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 2 του Ν.Π.Κ., στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 β' και δ' και 14 Ν. 2168/1993, είναι επιεικέστερες των ποινών των αντίστοιχων διατάξεων των ίδιων άρθρων του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 Π.Π.Κ.

και εκείνων του Ν. 2168/1993 πριν το άρθρο 463 παρ. 2 Ν.Π.Κ., οπότε εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 εδ. δ' του Ν.ΚΠοινΔ, ενόψει του ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινών διατάξεις της και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ).

Κατόπιν αυτών, οι αναφερόμενες στην αναιτιολόγητη, άλλως με ελλιπή αιτιολόγηση, απόρριψη των αιτημάτων του αναιρεσείοντος (Π. Τ.) για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α', γ' και ε' Π.Κ., αναιρετικές αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου της αίτησης και εκείνου των προσθέτων λόγων, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου στερούνται αντικειμένου, διότι το Εφετείο, στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπό κρίση υπόθεση, θα αποφασίσει, πριν τον καθορισμό των επιβλητέων ποινών, επί των προπαρατεθέντων αιτημάτων, που άπτονται των εν λόγω ποινών, εφόσον αυτά υποβληθούν εκ νέου.

Περαιτέρω, ενόψει του ότι στο Ν.Π.Κ. δεν επαναδιατυπώθηκαν τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 59 και 60 του Π.Π.Κ., όπου προβλεπόταν, σε περίπτωση καταδίκης σε ισόβια κάθειρξη, αυτοδικαίως, διαρκής αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, πρέπει, λόγω του ήδη ισχύοντος συναφώς ευμενέστερου νομοθετικού καθεστώτος (αρθρ.2 παρ.1 ΠΚ), να αναιρεθεί αυτεπαγγέλτως (κατ'άρθρ. 511 εδ.δ'Ν.ΚΠοινΔ) η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξή της, με την οποία καταγιγνώσκει στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα διαρκή αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων (σελ. 246 της προσβαλλόμενης απόφασης).

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση: α) ως προς τις διατάξεις της περί ποινών για τις άνω πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της οπλοχρησίας, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και β) ως προς τη διάταξή της περί ισόβιας αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια: i) να απαλειφθεί από τον Άρειο Πάγο από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η διάταξη, με την οποία καταγιγνώσκεται στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ισόβια αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής της υπόθεσης στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας, κατά τούτο, ii) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην επιμέτρηση των ποινών για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις του αναιρεσείοντος και τον καθορισμό συνολικής ποινής, για νέα συζήτηση, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε και iii) να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί εν μέρει την απόφαση, με αριθμό υπ' αριθμό 114, 117, 137, 156, 169, 173/2017, 10, 15, 24, 36, 54, 58, 66, 84, 92, 98, 105, 106, 109, 116, 117, 118/2018, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά: α) ως προς τη διάταξή της περί ισόβιας αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και β) ως προς τις περί ποινών και συνολικής ποινής διατάξεις της για τις άνω πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της οπλοχρησίας, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων.

-Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τη διάταξη, με την οποία επιβάλλεται στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ισόβια αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. -

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην επιμέτρηση των ποινών για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις του αναιρεσείοντος, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Και –

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 22-05-2019 (αρ. πρωτ. 5995/22-5-2019) αίτηση και τους επ' αυτής από 12-7-2019 (κατατεθέντες αρμοδίως στις 26-09-2019) πρόσθετους λόγους του Π. Τ. του Ε., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ