Legislator Case Law & Legislation
1862/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance liability, upholding lower court's evidence assessment and reasoning.

Case Number 1862/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the insured parties against the insurance company's judgment. The court found that the lower court properly evaluated the evidence, including the autopsy sketch and photographs, without logical gaps in its reasoning regarding the accident conditions. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the insurance company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 561, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is logically sound and based on duly evaluated evidence, and absent defendants do not hinder the proceedings.

Keywords

AI generated
insurance liability appeal dismissal evidence assessment legal costs civil procedure accident conditions court reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11g of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1862 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1862/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Β. του Τ., 2) Ν. Φ. του Δ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ε., 2) Ε. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-8-2011 και 11-8-2011 αγωγές των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 12-1-2012 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4087/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5555/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 7-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 20-11-2014 αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ... /28-11-2016 και ... /28-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Εύβοιας, Θ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, Γ.

Κ. και Ε. Κ., αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 5555/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Με την προαναφερομένη απόφαση (προσβαλλομένη) και κατά τις ενδιαφέρουσες εδώ διατάξεις της, απερρίφθη τελεσιδίκως, συνεπεία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των νυν αναιρεσειόντων, η από 12-1-2012 αγωγή των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), Σ. Β. του Τ. και Ν. Φ. του Δ., η οποία και πρωτοδίκως είχε απορριφθεί, ενώ έγιναν εν μέρει δεκτές η από 10-8-2011 αγωγή του ενάγοντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου), Γ.

Κ. κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (τρίτης αναιρεσείουσας) και η από 11-8-2011 αγωγή του ενάγοντος (δεύτερου αναιρεσιβλήτου), Ε. Κ. του Γ. και υποχρεώθηκε η παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλει στους προαναφερομένους ενάγοντες, τα ποσά που αναφέρονται σ’ αυτή. Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997, Ελλ.Δνη 1992 σελ. 72), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή αποδειχθέντων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.ΑΠ 1/1990).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη (υπ’ αριθμ. 5555/2014) απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως κατά το ενδιαφέρον, αναφορικά με τους λόγους αναιρέσεως, τμήμα της, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25.06.2010 και περί ώρα 14:30 ο εκ των διαδίκων Γ. Κ.

με συνεπιβάτη τον εκ των διαδίκων Ε. Κ., ο οποίος είναι γιος του και όπως και ο ίδιος δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας, οδηγώντας το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) της ιδιοκτησίας του, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος κατά το χρόνο εκείνο, για τις προκαλούμενες, κατά τη λειτουργία του, υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ", εκινείτο με κανονική κατά τις περιστάσεις πορεία και ταχύτητα, περί τα 20 χιλιόμετρα την ώρα, στην περιοχή της Εύβοιας και συγκεκριμένα επί της ΕΟ Στροφυλιάς - Ιστιαίας με κατεύθυνση από Χαλκίδα προς Στροφυλιά, κατέχοντας το δεξιό μέρος του οδοστρώματος και όταν έφθασε στο ύψος της 62ης χιλιομετρικής θέσης της εν λόγω οδού, στο ύψος της συμβολής της με την κάθετη οδό που οδηγεί προς Λίμνη, μείωσε ακόμη την ταχύτητά του και συγχρόνως έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, διότι είχε την πρόθεση με στροφή προς τα αριστερά να διέλθει την συμβολή για να εισέλθει και να κινηθεί επί της συμβαλλόμενης ανώνυμης οδού που οδηγεί προς Λίμνη.

Κατά την ίδια χρονική στιγμή ομορρόπως προς τον γεωργικό ελκυστήρα και προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά πίσω από αυτόν, ο εκ των διαδίκων Σ. Β., με συνεπιβάτιδα την εκ των διαδίκων Ν. Φ., οδηγώντας το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για τις προκαλούμενες κατά τη λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", εκινείτο με ανεπτυγμένη ταχύτητα, περί τα 60-70 χιλιόμετρα την ώρα, επί της ίδιας πιο πάνω οδού, κατέχοντας το αριστερό μέρος του οδοστρώματος.

Η Ε.Ο. Στροφυλιάς - Ιστιαίας στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατευθύνσεως, διαχωρίζεται κατά μήκος του άξονά της σε δύο ρεύματα πορείας αντίθετης κατεύθυνσης με ορατή διαχωριστική γραμμή στο μέσον του οδοστρώματος, η οποία στο ύψος της συμβολής της με την οδό που οδηγεί προς Λίμνη Ευβοίας διακόπτεται, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος είκοσι ένα (21) μέτρα, ήτοι, 10,50 μέτρα το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, είναι ευθεία, σε ικανή απόσταση και αριστερά κατά την πορεία του γεωργικού ελκυστήρα και του αυτοκινήτου συμβάλλεται καθέτως με την πιο πάνω ανώνυμη οδό που οδηγεί προς Λίμνη, η οποία είναι επίσης διπλής κατευθύνσεως με τριγωνική τσιμεντένια νησίδα στο μέσον του οδοστρώματος, ενώ το όριο της μεγίστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των επ’ αυτής κινουμένων οχημάτων καθορίζεται, για μεν τον γεωργικό ανελκυστήρα σε 40 χιλιόμετρα ωριαίως, κατά την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 2696/1999 "Περί Κυρώσεως του ΚΟΚ" και σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του, για δε τα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικά αυτοκίνητα σε 90 χιλιόμετρα την ώρα, όπως ισχύει για το εθνικό δίκτυο της χώρας κατά την παρ. 2 περ.

α’ της ίδιας διατάξεως (βλ. την από 25.06.2010 έκθεση αυτοψίας του Αστυνομικού Τμήματος Λίμνης Ευβοίας). Επικρατούσε φως ημέρας, η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων δεν περιορίζονταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή (καλοκαιρία) και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή. Όταν τα δύο πιο πάνω οχήματα έτσι κινούμενα έφθασαν στο ύψος της 62ης χιλιομετρικής θέσης της εν λόγω οδού, στο ύψος της συμβολής της με την οδό που οδηγεί προς Λίμνη, και ενώ ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα εκτελώντας ανοικτή αριστερή στροφή είχε περάσει τη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και το όχημά του είχε λάβει σχεδόν κάθετη θέση στο αντίθετο κατά την αρχική του πορεία ρεύμα κυκλοφορίας και απέμεινε ελάχιστη απόσταση για να εισέλθει στην οδό που οδηγεί προς Λίμνη, τότε ο οδηγός του αυτοκινήτου προσπάθησε πάνω στη στροφή να τον προσπεράσει από αριστερά προκειμένου να εισέλθει πρώτος στην κάθετη οδό που οδηγεί προς Λίμνη, χωρίς να υπολογίσει τον χώρο του οδοστρώματος, που απέμεινε ελεύθερος μεταξύ του γεωργικού ελκυστήρα και της τσιμεντένιας νησίδας και έτσι, κατά την εκτέλεση του σχετικού ελιγμού, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό του μέρος στο πίσω αριστερό μέρος του γεωργικού ελκυστήρα, ο οποίος ωθήθηκε προς τα εμπρός και δεξιά και εν τέλει ανατράπηκε και από την ανατροπή του εκτινάχθηκαν έξω από αυτόν οι δύο επιβαίνοντες και τραυματίσθηκαν.

Το σημείο της συγκρούσεως εκτιμάται, πέραν κάθε αμφιβολίας, στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς Ιστιαία, όπου μετά την αριστερή στροφή βρισκόταν σχεδόν κάθετα στο οδόστρωμα ο γεωργικός ελκυστήρας, ενώ n πρόσκρουση επ’ αυτού του αυτοκινήτου επιβεβαιώνεται από τα σημεία συγκρούσεως των δύο οχημάτων, τα οποία φέρουν, όπως αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας και απεικονίζεται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες τους, το μεν αυτοκίνητο βλάβες στο "εμπρόσθιο δεξιό μέρος", ο δε γεωργικός ελκυστήρας βλάβες στο "πίσω αριστερό φτερό".

Επίσης, επί του οδοστρώματος ανευρέθηκαν θραύσματα υάλων, πλαστικών εξαρτημάτων και λάδια προερχόμενα και από τα δύο οχήματα στο ρεύμα πορείας προς Ιστιαία, διάσπαρτα εντός του ρεύματος αυτού περί το μέσον του οδοστρώματος. Τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, όχι μόνο δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο στοιχείο της δικογραφίας, αλλά αντιθέτως, επιρρωνύονται από την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Π.

Χ., το όνομα του οποίου μνημονεύεται ρητώς στην έκθεση αυτοψίας, αλλά και την ένορκη κατάθεση του ίδιου ενώπιον τον Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος κινούμενος με φορτηγό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι από ..., καταθέτει με σαφήνεια ότι ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα είχε βγάλει αριστερό φλας, ότι είδε το ζημιογόνο αυτοκίνητο να κινείται από την αριστερή πλευρά του γεωργικού ελκυστήρα με σκοπό να τον προσπεράσει χωρίς όμως να "έχει πάρει σωστά τη στροφή" και ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης "το τρακτέρ είχε στρίψει, είχε ευθυγραμμιστεί" και σε άλλο σημείο "είχε στρίψει και είχε ισιώσει το τρακτέρ όταν έγινε το ατύχημα".

Τα ίδια εξ άλλου περιστατικά προκύπτουν και από τις προανακριτικές καταθέσεις του οδηγού και του συνεπιβάτη του γεωργικού ελκυστήρα, οι οποίοι σταθερά ισχυρίζονται εξ αρχής ότι ο πρώτος από αυτούς έβαινε κανονικά στην πορεία του επί της οδού ..., άρχισε να μειώνει σταδιακά την ταχύτητά του, θέτοντας συγχρόνως σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως και αφού ήλεγξε επισταμένως και διαπίστωσε ότι πίσω του σε ικανή απόσταση δεν υπήρχαν οχήματα, άρχισε να πραγματοποιεί τη στροφή, έχοντας εγκαίρως ενεργοποιήσει τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως και όταν βρισκόταν καθ’ ολοκληρία στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δέχθηκε σφοδρότατη πρόσκρουση στην οπίσθια αριστερή ρόδα του οχήματός του.

Εξ αιτίας της ένδικης συγκρούσεως ο γεωργικός ελκυστήρας ανατράπηκε και οι δύο επιβαίνοντες εκτινάχθηκαν έξω από αυτόν, έπεσαν στο οδόστρωμα και τραυματίσθηκαν, καθώς υπέστησαν, όπως διαπιστώθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χαλκίδας όπου αμφότεροι διακομίσθηκαν με ασθενοφόρο αμέσως μετά τη σύγκρουση, ο μεν οδηγός του οχήματος (ενάγων της πρώτης αγωγής, Γ.

Κ.), κακώσεις, κατάγματα πλευρών (δε) και ρινορραγία, ο δε συνεπιβάτης (ενάγων της δεύτερης αγωγής, Ε. Κ.), θλαστικά τραύματα κεφαλής, πρόσθιου αριστερού οφρύος και αριστερού ώμου και κάταγμα -εξάρθρημα Α7-Θ1 σπονδύλων. Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά η ένδικη σύγκρουση και συνακόλουθα ο τραυματισμός των εναγόντων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Σ.

Β., ο οποίος δεν προείδε το ατύχημα διότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση, μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του, και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός ευρισκόμενος υπό τις ίδιες με αυτόν συνθήκες και περιστάσεις και την οποία αν επεδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.

β’ του Α.Κ.). Συγκεκριμένα διότι αυτός, αν και είχε αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση και την πρόθεση του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα να ενεργήσει επιτρεπτό ελιγμό προς τα αριστερά έχοντας θέσει εγκαίρως σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, άλλως όφειλε να τον είχε αντιληφθεί ενόψει της ευθύτητας της οδού και της ανεμπόδιστης ορατότητάς του αφού επικρατούσε φώς ημέρας με εξαιρετικές καιρικές συνθήκες, ήταν δε υποχρεωμένος να οδηγεί αποφεύγοντας κάθε συμπεριφορά που θα δημιουργούσε εμπόδια στην κυκλοφορία, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ασκώντας τον έλεγχο επί του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του αυτές, αλλά κινούμενος εντελώς αμελώς, απρόσεκτα και απερίσκεπτα, όντας όπισθεν του γεωργικού ελκυστήρα, ο οδηγός του οποίου είχε θέσει εγκαίρως σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, επεχείρησε και δη κατά τη στιγμή που ο γεωργικός ελκυστήρας είχε λάβει κάθετη θέση στο οδόστρωμα και βρισκόταν σχεδόν ολόκληρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να τον προσπεράσει από τα αριστερά προκειμένου να εισέλθει πρώτος στην καθέτως συμβαλλόμενη οδό που οδηγεί προς Λίμνη, παρότι στο σημείο εκείνο το τμήμα του οδοστρώματος, μεταξύ του ελκυστήρα και της τσιμεντένιας νησίδας, δεν υπήρχε ικανή απόσταση, τουλάχιστον ενός μέτρου, και άρα ούτε επαρκής ελεύθερος χώρος για την πραγματοποίηση της προσπέρασης, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να προβεί στην κίνηση αυτή χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, επιδεικνύοντας δηλαδή συμπεριφορά η οποία όντας ικανή να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, το προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι συνδέεται αιτιωδώς με την αμέλεια αυτή του οδηγού του αυτοκινήτου (άρθρα 12 παρ. 1, 13 και 19 παρ. 1 και 7 του ν. 2696/1999 "Περί Κυρώσεως του Κ.Ο.Κ."), Αντιθέτως, εξ όσων αναφέρθηκαν, ουδεμία αμελής ενέργεια ή παράλειψη βαρύνει τον οδηγό του γεωργικού ελκυστήρα, αφού αυτός προκειμένου να διασχίσει καθέτως τη συμβολή των πιο πάνω οδών είχε ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των όπισθεν αυτού κινουμένων οχημάτων, γνωστοποίησε εγκαίρως την πρόθεσή του να στρίψει προς τα αριστερά θέτοντας σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, διήλθε με ασφάλεια την διακεκομμένη στο σημείο εκείνο διαχωριστική γραμμή και είχε ευθυγραμμίσει το όχημά του στο αντίθετο από την αρχική του πορεία ρεύμα κυκλοφορίας, καθώς απέμεινε ελάχιστη απόσταση μέχρι το εμπρόσθιο μέρος του να εισέλθει στην κάθετη οδό που οδηγεί προς Λίμνη.

Οι αντίθετοι προς την προαναφερθείσα κρίση του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμοί της εναγομένης των δύο πρώτων αγωγών και των εναγόντων της τρίτης αγωγής, κατά τους οποίους ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα εντελώς αιφνιδίως, ανελέγκτως και απροειδοποίητα προέβη σε παράνομο αριστερό ελιγμό προκειμένου να εισέλθει από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του στην αριστερή λωρίδα και στη συνέχεια να εισέλθει στη διασταύρωση για να κατευθυνθεί προς Λίμνη και τους "έκοψε το δρόμο", δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, από τις οποίες, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ο γεωργικός ελκυστήρας ενήργησε τέτοιον αιφνίδιο και ανέλεγκτο ελιγμό ούτε ότι έστριψε αριστερά χωρίς προειδοποίηση, αφού εξ άλλου, σε διαφορετική περίπτωση, το αυτοκίνητο θα είχε υποστεί ζημίες σε ολόκληρο το εμπρόσθιο μέρος του και όχι μόνο στο εμπρόσθιο δεξιό, κατά τα προαναφερθέντα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες: α) η νόμιμη, εκ της διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ, ένσταση περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα και δη κατά ποσοστό 95% στην επέλευση της συγκρούσεως, την οποία παραδεκτώς προέβαλε επικουρικώς προς αντίκρουση της από 10.08.2011 αγωγής η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχώρησή της στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου και επαναφέρει νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αντίστοιχο λόγο εφέσεως, β) ο οικείος ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας τρίτου και δη του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα και δη κατά ποσοστό 95% στην επέλευση της συγκρούσεως, την οποία παραδεκτώς προέβαλε επικουρικώς προς αντίκρουση της από 11.08.2011 αγωγής του συνεπιβάτη η ίδια εναγομένη με τον ίδιο πιο πάνω τρόπο και επαναφέρει νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αντίστοιχο λόγο εφέσεως και γ) η τρίτη, από 12.01.2012, αγωγή των Σ.

Β. και Ν. Φ.. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε με την ίδια αιτιολογία ότι το ένδικο ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος Σ. Β. -οδηγού του αυτοκινήτου- και στη συνέχεια απέρριψε: α) την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος Γ. Κ. -οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα- στην επέλευσή της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, β) τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του τελευταίου ως τρίτου στην επέλευση της συγκρούσεως ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο και γ) την από 12.01.2012 αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της εφέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το δικάσαν Εφετείο δεν δέχθηκε πράγματα προταθέντα απ’ αυτούς με την αγωγή αλλά και με τον 1ο λόγο της έφεσής τους αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος και ειδικότερα, ότι η αιφνιδιαστική αλλαγή της λωρίδος κυκλοφορίας του γεωργικού ελκυστήρα μετά ρυμουλκουμένου απέκοψε την πορεία του οχήματός τους και ανάγκασε τον οδηγό του (1ο αναιρεσείοντα) να κάνει απονενοημένο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όπου τελικώς επέπεσε επί του οπισθίου αριστερού φτερού του ελκυστήρα.

Τα ανωτέρω όμως περιστατικά δεν συγκροτούν ισχυρισμό "πράγμα" αλλά αιτιολογημένη άρνηση των επικαλουμένων από τον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, τα οποία δεν δέχθηκε κατ’ ουσία το δικαστήριο (βλ. παραπάνω αντίθετες παραδοχές).

Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚπολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο (3ο) λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, για τη θεμελίωση της κρίσεώς του αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και συγκεκριμένα το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας και τις προσκομισθείσες από αυτούς φωτογραφίες.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση του στο ότι το αυτοκίνητο το οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσειόντων (Σ. Β.) ήταν το ζημιογόνο, κατά τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, αφού εκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων των από 10-8-2011 και 11-8-2011 αγωγών Π.

Χ. και Κ. Κ. αντίστοιχα και την χωρίς όρκο κατάθεση του ενάγοντος της 12-1-2012 αγωγής Σ. Β., οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του, το σύνολο των εγγράφων, τα οποία νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκόμισαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής δικογραφίας με καταθέσεις μαρτύρων, έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υποθέσεως, τις προσκομισθείσες με επίκληση φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και από όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογήθηκαν από τους διαδίκους με τα δικόγραφά τους.

Συνεπώς ελήφθησαν υπ’ όψη από το δικαστήριο τα όσα αποτυπώνονται στο συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας σχεδιάγραμμα, καθώς και οι επικληθείσες από τους αναιρεσείοντες φωτογραφίες, οι οποίες ως έγγραφα συνεκτιμήθηκαν με το λοιπό αποδεικτικό υλικό που αναφέρθηκε, έτσι ώστε καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο έλαβε και συνεκτίμησε το όλο αποδεικτικό υλικό και το σχεδιάγραμμα και τις επικληθείσες από τους αναιρεσείοντες φωτογραφίες. Κατ’ ακολουθία ο 3ος λόγος της αναίρεσης με τα αντίθετα παράπονα των αναιρεσειόντων (εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ), αλλά και ο συναφής με τον παραπάνω λόγο (2ος λόγος της αναίρεσης, εκ του αριθμού 10), ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε "πράγματα" (ισχυρισμούς) χωρίς απόδειξη, ως αληθινά, αναφορικά με τις επικληθείσες από τους αναιρεσείοντες συνθήκες του ατυχήματος, για τον ίδιο ως άνω λόγο είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί αρκούντως, η, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων αναφορά σε σχέση με τις συνθήκες τελέσεως του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, προσδιοριστικών στοιχείων που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες στον τέταρτο (4ο) λόγο της αναίρεσής τους, αιτιώμενοι την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ως άνω, λόγος, ως αβάσιμος καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ’ ...2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παραστάσας αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). όπως ειδικότερα, αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμό κατάθεσης ...-1-2015 αίτηση, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5555/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ