Legislator Case Law & Legislation
1862/2014 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal, upholding insurance company's right to claim damages for delayed regulatory notification.

Case Number 1862/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages to an insurance company. The court found the bank liable for negligence in failing to immediately notify the Ministry of Development regarding a significant change in the insurance fund's location, which resulted in financial loss. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the insurance company, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 § 3 and 6 § 1 of Law 400/1970; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: Insurance companies with a seat in Greece are subject to financial supervision by the Ministry of Development and are legally obligated to immediately notify the supervisory authority of any material changes to their insurance fund location to protect policyholders' interests.

Keywords

AI generated
Insurance Company Supervision Regulatory Notification Duty Bank Negligence Liability Insurance Fund Location Code of Civil Procedure Appeal Financial Supervision Obligation Damages for Negligence

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 1 § 3 of Law 400/1970
Article 6 § 1 of Law 400/1970
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1862 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1862/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", πρώην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΥΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στην … και τελεί υπό εκκαθάριση, εκπροσωπείται δε νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αγγελίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5323/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3361/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 21-3-2014 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." Εξ άλλου, από τα άρθρα 1 § 3 και 6 § 1 Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως" προκύπτει, ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου και ήδη, κατόπιν συγχωνεύσεώς του σύμφωνα με το Π.Δ. 27/1996, του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Η εποπτεία αυτή συνίσταται στην χρηματοοικονομική εποπτεία του συνόλου των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών επιχειρήσεως που έχουν την έδρα των στην Ελλάδα και έχει ως σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημιώσεως από ασφαλιστική σύμβαση. Προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, ο νομοθέτης επιβάλλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διάθεσης περιουσιακών στοιχείων προς κάλυψή τους.

Ειδικότερα ορίζονται: Στο άρθρο 7 § 1 "Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να σχηματίζουν επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών...", παρ. 4. "Τα τεχνικά αποθέματα αντικρίζονται από ισοδύναμα ή εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα περιουσιακά στοιχεία... " και παρ. 6. "Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι τεχνικές βάσεις, η μέθοδος και ο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ζωής".

Στο άρθρο 8 παρ. 1 " Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε. Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση.

Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων.

Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε' του εδαφ. Α' της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος", παρ. 3 "Την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία:

Α) Κατάθεση στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης σε τράπεζα της επιλογής της, μεταξύ αυτών που λειτουργούν στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος- μέλος της Ε. Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων ως εξής: α)..., β)... γ) ομόλογα, ομολογίες και έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή δημοσίων ή δημοτικών επιχειρήσεως ή των κεντρικών διοικήσεων των κυβερνήσεων άλλων κρατών - μελών ή διεθνών οργανισμών στους οποίους είναι μέλη ένα ή περισσότερα κράτη - μέλη", § 4 εδ.

α': "Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο υπουργείο Εμπορίου τα περιουσιακά στοιχεία, που διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση έναντι των οποίων δεν ισχύει το απόρρητο των καταθέσεων. Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης κάθε μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες.

Για τα ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια η γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται τρεις ημέρες πριν από τη μεταβολή.", παρ. 5. "Για τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ισχύουν τα ακόλουθα:", παρ. 9 "Ειδικότερα για τα χρεόγραφα, τις προθεσμιακές καταθέσεις και τα μετρητά που φυλάσσονται ή είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες ισχύουν τα κάτωθι:

α) Η ασφαλιστική επιχείρηση δηλώνει στο Υπουργείο Εμπορίου όλα τα στοιχεία των τραπεζών (χώρα εγκατάστασης, πλήρη νόμιμη ονομασία, διεύθυνση) οι οποίες θα αναλάβουν την διαχείριση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεών της. Το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να απαιτήσει και οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο της νόμιμης λειτουργίας των ή να διεξάγει έρευνες για την νόμιμη λειτουργία τους.

β) Οι ανωτέρω τράπεζες υποχρεούνται να ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για κάθε διάθεση (κατάθεση) και για κάθε μεταβολή η τροποποίηση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων και να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων περί εντοπισμού, δέσμευσης, κατάσχεσης και άρσης του απορρήτου των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων", παρ. 10. "Η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση προς το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων που υποχρεούται να σχηματίσει η ασφαλιστική επιχείρηση.

Η ασφαλιστική επιχείρηση συμπληρώνει μέσα σε 45 ημέρες την ασφαλιστική τοποθέτηση κατά το ποσό που μειώνεται είτε εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης είτε εξαιτίας υποτίμησης περισσότερο από 25% της τρέχουσας τιμής των περιουσιακών στοιχείων των περιπτώσεων Α στοιχεία γ,δ,ε,στ,ζ,η, και θ και Γ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου σε σύγκριση με τη τιμή διάθεσής τους σε ασφαλιστική τοποθέτηση ή εφόσον η ως άνω μείωση υπερβαίνει το 15% του συνόλου της ασφαλιστικής τοποθέτησης.

Ως τιμή διάθεσης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων θεωρείται, για όσα αποκτήθηκαν μέσα στη χρήση η αξία κτήσης τους και για όσα αποκτήθηκαν σε προγενέστερες χρήσεις ο μέσος όρος της τιμής τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων ή της τιμής που προκύπτει από την εφαρμογή της περιπτ.

στ' της παρ. 5 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει εντός επτά ημερών ", παρ.11α "... Σε περίπτωση μείωσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης, απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει με ομοειδή εντός δέκα ημερών", στην παρ. 12 εδ.

δ': "Η ασφαλιστική τοποθέτηση που διαμορφώνεται οριστικά μέχρι την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους μετά τον έλεγχο της εποπτεύουσας αρχής, διατηρείται υποχρεωτικά μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου χρόνου, εκτός και αν σύμφωνα με τις καταστάσεις σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων και της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου έτους η ασφαλιστική τοποθέτηση διαμορφώνεται σε μεγαλύτερο ύψος οπότε και η αύξησή της πρέπει να συντελείται κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια β' και της παραγράφου αυτής".

Στο άρθρο 9 § § 1,2: "Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του στις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος. 2.

Η απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικής επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, σημειώνεται κατά περίπτωση στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή υποθηκών ή στα βιβλία της τράπεζας, όπου υπάρχει η σχετική κατάθεση, ύστερα από αίτηση του Υπουργείου Εμπορίου.

Η ως άνω απαγόρευση αίρεται μερικά ή ολικά με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται και οι όροι της άρσης. Τόσο η απαγόρευση όσο και η άρση αυτής κοινοποιούνται στις εποπτικές αρχές των ενδιαφερομένων κρατών- μελών". Στο άρθρο 10 § 2: "Κατάσχεση ασφαλιστικής τοποθέτησης στα χέρια της ασφαλιστικής επιχείρησης ή τρίτου επιτρέπεται μόνο υπέρ των δικαιούχων της προηγούμενης παρ. 1 με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου.

Αντίγραφο του κατασχετηρίου επιδίδεται με ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης στο Υπουργείο Εμπορίου". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο νομοθέτης, στα πλαίσια της κρατικής χρηματοοικονομικής εποπτείας που ασκείται επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, έχει θεσπίσει, για τον προαναφερθέντα σκοπό της προστασίας και εξασφάλισης των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση, μία σειρά ειδικών υποχρεώσεων για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διάθεσης ορισμένων περιουσιακών στοιχείων που θα καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα υπό τη μορφή ασφαλιστικής τοποθέτησης.

Η ανταποδοτικότητα της ασφάλισης επιβάλλει αυξημένη προστασία των ασφαλισμένων και των δικαιούχων ασφαλιστικής αποζημίωσης, αλλά και του ανταποδοτικού χαρακτήρα της ασφάλισης. Για τον λόγο αυτόν, επιβάλλεται από τον νόμο να υπάρχουν ανά πάσα στιγμή περιουσιακά στοιχεία, διατεθειμένα σε ασφαλιστική τοποθέτηση (βλ.

και άρθρο 18 παρ. 1, Α νϊ, Οδηγίας 92/96/ ΕΟΚ, άρθρο 56 Οδηγίας 91/674). Η ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελεί περιουσία σκοπού, στο βαθμό που αποβλέπει στη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση και επιβάλλεται η διατήρησή της κατά πάντα χρόνο, από Οκτώβριο έως τον επόμενο Οκτώβριο κάθε έτους, οπότε επαναλαμβάνεται η αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων εκ των υποχρεωτικών κατηγοριών που προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις, ώστε να εκπληρώνεται ο ασφαλιστικός σκοπός τής διαρκούς και επαρκούς κάλυψης συμφερόντων των ασφαλισμένων.

Εφόσον δε αυτά (περιουσιακά στοιχεία) είναι χρήματα ή δεκτικά κατάθεσης σε τράπεζα κινητά, ορίζεται η τράπεζα; η οποία "διαχειρίζεται" αυτά. Ως ελάχιστο περιεχόμενο της διαχείρισης αυτής, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του ΝΔ 400/1970, είναι και η τήρηση εκ μέρους της τράπεζας των διατάξεων του νόμου περί της υποχρεωτικής διατήρησης ασφαλιστικών τοποθετήσεων.

Για την παράβαση όσων επιτάσσονται από το Ν.Δ. 400/1970, ο ίδιος νόμος, στο άρθρο 44, προβλέπει και ποινικές κυρώσεις, ήτοι φυλάκιση και χρηματική ποινή.

Κατά το άρθρο 830 Α.Κ. (ανώμαλη παρακαταθήκη): "Η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη.

Ο θεματοφύλακας χρεογράφων δεν έχει εξουσία να τα διαθέτει, αν αυτή δεν του δόθηκε με έγγραφο και ρητά". Εάν από την σύμβαση προκύπτει, ότι οι συμβαλλόμενοι θέλησαν την εφαρμογή των διατάξεων περί παρακαταθήκης, τότε δεν πρόκειται για ανώμαλη, αλλά για ομαλή παρακαταθήκη και ο θεματοφύλακας υποχρεούται στην φύλαξη και διατήρηση του πράγματος, καθώς και στην αυτούσια απόδοσή του.

Ο παρακαταθέτης εξακολουθεί να παραμένει κύριος του παρακαταθέντος και δύναται να το διεκδικήσει ακόμη και σε περίπτωση πτωχεύσεως του θεματοφύλακος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 823 ΑΚ: "Ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλει στις δικές του υποθέσεως. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για την φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα".

Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ο θεματοφύλακας οφείλει να τηρεί τις από την σύμβαση της παρακαταθήκης υποχρεώσεις του και ειδικότερα να καταβάλλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις υποθέσεις του. Επομένως, ευθύνεται μεν κατ'αρχήν και για ελαφρά αμέλεια, δύναται όμως να απαλλαγεί από αυτήν την ευθύνη, εάν αποδείξει, ότι και στις δικές του υποθέσεις δεν είναι επιμελέστερος.

Για βαρεία αμέλεια θα ευθύνεται όπως δήποτε, ασχέτως του τι πράττει στις δικές του υποθέσεις, καθόσον το άρθρο 333 Α.Κ. ορίζει, ότι: "'Οποιος ευθύνεται με μέτρο μόνο την επιμέλεια που δείχνει συνήθως στις δικές του υποθέσεις, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη για βαριά αμέλεια". Επίσης, για τον δόλο του, ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε.

Σε περίπτωση όμως κατά την οποία εκείνος λαμβάνει αμοιβή για την φύλαξη του πράγματος, ευθύνεται για κάθε πταίσμα του, δηλαδή ευθύνεται και για ελαφρά αμέλεια, μη δυνάμενος να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έστω και αν αποδείξει, ότι στις δικές του υποθέσεις δεν είναι επιμελέστερος. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η παρακατάθεση ομολόγου ως ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελεί σύμβαση παρακαταθήκης, χωρίς να παρέχεται στον θεματοφύλακα εξουσία διαθέσεως, έχει δε η παρακαταθήκη ελάχιστο περιεχόμενο, όχι οριζόμενο από τα μέρη, αλλά κατ'ελάχιστον καθοριζόμενο από τις διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970 περί διατηρήσεως ελαχίστων τεχνικών αποθεμάτων, δηλαδή περί της κατά πάντα χρόνον υπάρξεως ασφαλιστικής τοποθετήσεως σε "διαχειρίστρια" Τράπεζα, ώστε να καλύπτονται τα τεχνικά αποθέματα.

Κατά την έννοια των ανωτέρω με αναγκαστικό χαρακτήρα διατάξεων ισχύει ο κανόνας της υποχρεωτικής ελάχιστης παρακαταθήκης σε Τράπεζα και ακολούθως απαγορεύεται η εξάλειψη, καταστροφή ή αλλοίωση της ασφαλιστικής τοποθετήσεως κάτω του ελαχίστου ορίου. Αντίθετη συμπεριφορά από οποιονδήποτε εμπλεκόμενο (ασφαλιστική εταιρία ή Τράπεζα) συνιστά παράβαση του Ν.Δ. 400/1970, διότι καταργεί την ίδια την εξασφάλιση, όταν η κατάργηση αυτή δεν συνοδεύεται από ταυτόχρονη εξασφάλιση της παρακαταθήκης ομολόγου ( ή μετρητών σε ευρώ ή συνάλλαγμα ή μετοχών κ.λ.π.) με άλλη ισάξια παροχή ασφαλείας με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο.

Επομένως, από τα αναφερθέντα άρθρα του Ν.Δ. 400/1970 και ιδιαιτέρως από το άρθρο 8 § 9 εδ. β', σύμφωνα με το οποίο οι Τράπεζες υποχρεούνται να ενημερώνουν το Υπουργείο Ανάπτυξης για κάθε διάθεση, μεταβολή ή τροποποίηση των ασφαλιστικών τοποθετήσεων ή να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων περί εντοπισμού, δέσμευσης, κατάσχεσης κ.λ.π.

των ασφαλιστικών τοποθετήσεων και από το άρθρο 9 § 1, σύμφωνα με το οποίο ο Υπουργός Ανάπτυξης έχει, πλην των άλλων, την εξουσία να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της επιχειρήσεως και να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο με σκοπό την διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος, συνάγεται, ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν αμέσως, όπως θα έπρατταν και για τις δικές τους υποθέσεις, την εποπτεύουσα Αρχή, ώστε η τελευταία να παρακολουθεί την σχετική διαδικασία και να παρεμβαίνει εγκαίρως προς αποφυγήν δυσμενών συνεπειών για τους ασφαλισμένους.

Στα ανωτέρω συμπεράσματα οδηγεί τόσον η γραμματική διατύπωση, όσο και η λογική των ανωτέρω διατάξεων και ενδεικτικά: α) Ο λεπτομερής στο νόμο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων, β) η νομοθετική επιταγή, ότι αυτά καλύπτονται με ίσης αξίας περιουσιακά στοιχεία "διατιθέμενα" σε ασφαλιστική τοποθέτηση, γ) η απαρίθμηση πλειόνων και περιοριστικώς αναφερομένων κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων τα οποία και μόνο μπορεί να διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, δ) ο λεπτομερής τρόπος υπολογισμού της αξίας των περιουσιακών αυτών στοιχείων, ώστε να "ισούνται" με το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων (του μαθηματικού δηλαδή εξαγομένου ελαχίστου ορίου αξίας ασφαλείας με βάση τις εργασίες της ασφαλιστικής επιχείρησης), ε) η θέση συγκεκριμένης καταληκτικής προθεσμίας (Οκτώβριος) περί σχηματισμού (διάθεσης) των ασφαλιστικών τοποθετήσεων και η επιταγή της απαρέγκλιτης τήρησής τους ως τέτοιων μέχρι τον επόμενο Οκτώβριο, στ) η πρόβλεψη ρητών προθεσμιών συμπλήρωσης των περιουσιακών στοιχείων εάν αυτά απομειωθούν ή χάσουν την αξία τους για κάποιο λόγο (μη οφειλόμενο στη βούληση της ασφαλιστικής επιχείρησης) και ζ) το ακατάσχετο αυτών των ασφαλιστικών τοποθετήσεων παρά μόνο υπέρ των δικαιούχων ασφαλίσματος (όχι οιουδήποτε άλλου δανειστή) και μόνο εάν αυτοί διαθέτουν τελεσίδικη απόφαση.

Το βασικό συμπέρασμα και εκ της τελευταίας αυτής επιταγής περί ακατασχέτου υπέρ των ασφαλισμένων είναι, ότι κύρια επιδίωξη του νομοθέτη υπήρξε η προληπτική προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων έναντι των κινδύνων από την αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, αφερεγγυότητα η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία κάλυψης των ζημιών τους (βλ.

Α.Π. 1648/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη υπο εκκαθάριση τελούσα) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΜΥΝΑ ΑΕΓΑ" ... συστάθηκε δυνάμει της υπ'αριθμ. Κ3-703/22.03.1991 Υπουργικής Αποφάσεως ... και, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στο καταστατικό σκοπό της, δραστηριοποιούνταν στους ασφαλιστικούς κλάδους ατυχημάτων, ασθενειών, ζημιών αστικής ευθύνης οχημάτων, μεταφορών και κάθε εν γένει συναφούς ασφαλιστικής εργασίας ...

Με το από 27-12-2005 πρακτικό του, το νεοεκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, συγκροτήθηκε σε σώμα ως ακολούθως: Ο Κ. Κ. του Α. (β'εναγόμενος - μη διάδικος στην παρούσα κατ'έφεση δίκη), ορίστηκε Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, ο Ε. Λ. (γ' εναγόμενος - μη διάδικος στην παρούσα κατ'έφεση δίκη), ορίστηκε Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. ...

Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, η ενάγουσα με βάση τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", για την κάλυψη τεχνικών αποθεμάτων κατ' άρθρον 7 και 8 Ν.Δ 400/1970, κατέθεσε στην πρώτη εναγόμενη .ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Alpha Bank Α.Ε." (κατάστημα Πύργου Αθηνών) ένα ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου με ημερομηνία έκδοσης 14.02.2002 και ημερομηνία λήξης 19.04.2007, ονομαστικής αξίας 278.000,00 ευρώ.

Η πρώτη εναγόμενη τράπεζα, κατ' εντολή της πελάτιδός της ασφαλιστικής εταιρίας, με την από 23.2,2006 επιστολή της, πληροφόρησε την αρμόδια (εποπτεύουσα)Υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης ότι η ενάγουσα εταιρεία έχει κατατεθειμένο προς φύλαξη στο ανωτέρω κατάστημά της το ομόλογο και ότι είναι δεσμευμένο προς κάλυψη τεχνικών αποθεμάτων της (όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία ...), ευρισκόμενο στη διάθεση τού Υπουργείου Ανάπτυξης.

Οι β' και γ' των εναγομένων, υπό την ιδιότητα τους των εκπροσωπούντων νομίμως την ενάγουσα, με την από 28.6.2006 επιστολή τους, ζήτησαν από την α' εναγόμενη, να προβεί σε ρευστοποίηση του ομολόγου και σε κατάθεση της αξίας του σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα εταιρία στην τράπεζα αυτή. Πράγματι η εναγόμενη τράπεζα, προέβη σε ρευστοποίηση του ομολόγου στις 4.7.2006 και σε κατάθεση της εισπραχθείσας αξίας του εκ 283.054,65 ευρώ, στον υποδειχθέντα ...

τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας με valeur τριών ημερών. Η α' εναγόμενη, κατά παράβαση της απορρέουσας από το αναφερόμενο στη μείζονα σκέψη άρθρο 8 παρ. 9β του ΝΔ 400/1970 υποχρεώσεως της, δεν ενημέρωσε το Υπουργείο Ανάπτυξης σχετικά με τη μεταβολή αυτή της ως άνω ασφαλιστικής τοποθέτησης. Οι β' και γ' εναγόμενοι, στη συνέχεια, προέβησαν, με διαδοχικές αναλήψεις ...στην ανάληψη του μέγιστου μέρους των χρημάτων που κατατέθηκαν στον λογαριασμό της ενάγουσας, στο οποίο απέμεινε κατατεθειμένο υπόλοιπο 1.913,49 ευρώ.

Ακολούθως, όμως, με την υπ' αριθμ. πρωτ. Κ3-10434/06.09.2006 Απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, η οποία δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ Τ.Α.Ε - Ε.Π.Ε 9600/07.09.2006, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια σύστασης και λειτουργίας της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρίας λόγω παραβάσεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αλλά και εν όψει της οικονομικής και διαχειριστικής καταστάσεως της, ενώ, ταυτόχρονα, με αποφάσεις του αρμόδιου Υφυπουργού Ανάπτυξης, σφραγίστηκαν τα γραφεία της και δεσμεύτηκαν όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της.

Η δεσμευμένη περιουσία της εταιρείας κατά την ημέρα της ανάκλησης, σύμφωνα με τα τηρούμενα από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης στοιχεία, φερόταν να αποτελείται από το προαναφερθέν Ομόλογο Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 278.000,00 ευρώ, αφού ουδείς από τους εναγόμενους είχε ενημερώσει την εποπτεύουσα αρχή σχετικά με τη ρευστοποίηση του, που είχε ήδη, κατά τα ανωτέρω, λάβει χώρα.

Πλην, όμως, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, οι β' και γ' των εναγομένων όχι μόνο δεν φρόντισαν, ως όφειλαν, για την αναπλήρωση - αντικατάσταση του .αναληφθέντος ομολόγου με περιουσιακά στοιχεία αντίστοιχης αξίας, αλλά, αντιθέτως, ανέλαβαν το μέγιστο από το ποσό της ρευστοποίησης του και, συγκεκριμένα, ποσό (283.054,65 - 1.913,49=) 281.141,16 € και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, χωρίς να διαθέσουν άλλο ισάξιο περιουσιακό στοιχείο, όπως υποχρεούνταν σύμφωνα με το άρθρο 8 του ΝΔ 400/1970, ζημιώνοντας -έτσι- ισόποσα την ενάγουσα.

Στην ζημιογόνα συμπεριφορά τους αυτή, συνέβαλε και η πρώτη εναγόμενη, η οποία ενεργώντας αμελώς και μην επιδεικνύοντας την επιμέλεια που την διακρίνει κατά τον χειρισμό των δικών της υποθέσεων, ως άρτια οργανωμένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, παρέλειψε να ενημερώσει εγκαίρως (ειδικότερα δε, αμέσως ... ) την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης, ώς όφειλε, σχετικά με τη ρευστοποίηση του δεσμευθέντος ομολόγου που φύλασσε, αλλά αυτό συνέβη μόνο όταν ρωτήθηκε σχετικά από την υπηρεσία αυτή, δύο και πλέον μήνες μετά τη γενόμενη μεταβολή, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση πλέον η εποπτεύουσα αρχή να δεσμεύσει το κατατεθέν ποσό (πλην του απομείναντος ποσού εκ 1.913,49 €) και να αποτρέψει την ανεξέλεγκτη είσπραξη λίγες ημέρες μετά τη ρευστοποίηση ...

και την παράνομη ιδιοποίησή του από τους εναγόμενους. ... Όπως όμως γίνεται δεκτό στη μείζονα σκέψη, από την κατά τα ανωτέρω φύση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως (ανώμαλης παρακαταθήκης και με αμοιβή για τον θεματοφύλακα -σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας για τις συμβάσεις αυτές στις τράπεζες- για την φύλαξη της ασφαλιστικής τοποθέτησης) η πρώτη εναγόμενη, ως ευθυνόμενη για κάθε πταίσμα (οφείλουσα, δηλαδή, να πράττει όπως για τις δικές της υποθέσεις) και με την σαφώς προκύπτουσα βούληση του νομοθέτη για διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση - από το οποίο ευθέως συνάγεται ότι είχε την υποχρέωση να ενημερώσει αμέσως (μετά την ανάληψη της, κατά τα ανωτέρω, ασφαλιστικής τοποθετήσεως) την εποπτεύουσα αρχή, ώστε να είναι αυτή σε θέση να παρακολουθήσει την σχετική διαδικασία και να παρέμβει εγκαίρως προς αποφυγή της ως ανωτέρω δυσμενούς συνέπειας (επελθούσας ζημίας) για τους δικαιούχους οιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση με την ενάγουσα - παρανόμως παρέλειψε δια των αρμοδίων οργάνων και των υπαλλήλων της του εν λόγω καταστήματος, καθώς και τη νομική της υπηρεσία, την υποχρέωσή της αυτή, επιδεικνύοντας την ως ανωτέρω αμελή συμπεριφορά, που δεν δικαιολογείται από την πείρα της στις συναλλαγές (που, επίσης, στοιχειοθετεί την υπαιτιότητα της), συνεπεία και της οποίας, επήλθε αντίστοιχη, με την απόληψη (για την οποία δεν ενημέρωσε την εποπτεύουσα της ενάγουσας αρχή) του ως ανωτέρω ποσού, από τους λοιπούς εναγόμενους, ζημία στην ενάγουσα, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά αυτή ...".

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσειούσης Τραπέζης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας και ανεγνωρίσθη, ότι η πρώτη οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση στην δευτέρα το ποσόν των 281.141,16 ευρώ, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις και ειδικότερα εν σχέσει προς την εκ του νόμου υποχρέωση της αναιρεσειούσης να ενημέρωνε αμέσως το Υπουργείο Ανάπτυξης για την επελθούσα μεταβολή της ασφαλιστικής τοποθετήσεως, ώστε να παρείχετο στον Υπουργό η δυνατότητα να διασφαλίσει με κάθε πρόσφορο μέτρο τα συμφέροντα των ασφαλισμένων, ως και κάθε δικαιούχου ασφαλίσματος, έστω και αν το Εφετείο εσφαλμένα εχαρακτήρισε την μεταξύ των διαδίκων σχέση, ως προς την φύλαξη του ομολόγου, ως ανώμαλη, ενώ πρόκειται για απλή παρακαταθήκη. Επομένως, ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 3361/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ