Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding voluntary resignation and forged settlement documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a former employee and his company against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellants argued the lower court failed to consider evidence of voluntary resignation and alleged forged settlement documents. The court found the lower court's reasoning consistent, noting that the evidence did not prove the documents were forged or that the employee had not been dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 335, 338, 339, 346 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure of the court of first instance to consider evidence is admissible only if there is a genuine doubt regarding the court's duty to examine such evidence, and the lower court's reasoning must be free of contradictions to be upheld.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1862 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1862/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ2 και 2) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΠΕΣΙΑΛΙΣΤΑΣ ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος αναιρεσείων παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Παγίδα για τον εαυτό του προσωπικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της 2ης των αναιρεσειόντων εταιρίας, όρισε πληρεξούσια αυτής την ίδια ως άνω δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Καπούδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και του Α, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1457/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5091/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-1-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος, διάβασε την από 25-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο αναιρετικός λόγος του αρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δραστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρ, 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2Ι20008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την με αριθ. πρωτ. ..... αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού που κατατέθηκεν από τους αναιρεσείοντες στον ΟΑΕΔ, την οποία αυτοί προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη του έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικού ισχυρισμού τους, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν απολύθηκε απ' αυτούς, αλλ' απεχώρησε, οικειοθελώς από την εργασία του και επομένως δεν εδικαιούτο ην ζητηθείσα με την αγωγή του αποζημίωση απόλυσης.
Από την βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρ. 559 αριθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοία της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη αναιρετικό λόγο νοούνταί, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.
ΑΠ 3/1997). "Πράγματα" αποτελούν επίσης και οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση αυτών, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής κτλ πραγματικών γεγονότων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλουν, ότι με λόγους της έφεσης τους και προς αντίκρουση αγωγής του αναιρεσιβλήτου ισχυρίσθηκαν ότι ο τελευταίος αποχωρήσας οικειοθελώς από την επιχείρηση τους και υπογράψας την με αριθ. πρωτ. 8862/26.9.2003 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης που υπέβαλαν στον αρμόδιο ΟΑΕΔ δεν εδικαιούτο αποζημίωσης απόλυσης, το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλομένη απόφαση του δεν έλαβεν υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον βάλλουν ευθέως κατά της νομικής βασιμότητας της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για την επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια της διάταξης του αριθ. 8 του αρ. 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ως τείνοντες σε αντίκρουση της απόλυσης του αναιρεσιβλήτου που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής για την επιδίκαση σ' αυτόν σχετικής αποζημίωσης.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το αρ. 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η αναιρετική πλημμέλεια από την διάταξη αυτή (καθώς και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου) ιδρύεται μόνο σε περίπτωση που ο κανόνας που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, με την μη εφαρμογή του στη συγκεκριμένη περίπτωση ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή με την εφαρμογή του αν και δεν έπρεπε ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλ.
κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για την μη τήρηση αυτών, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός επί παραβιάσεως κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλ. κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Με την εκτεθείσα έννοια δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου οι περί αποδείξεως διατάξεις των αρ. 432, 445, 446 και 457 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρ. 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εφήρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο, τις διατάξεις των αρ. 445 και 457 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ σχετικά με την από 19.9.2003 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες, με τη μη εφαρμογή τους, διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου.
IV. Κατά την διάταξη του αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης, ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δεν προκύπτει δηλ.
ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν εφήρμοσε σωστά το νόμο, τούτο δε συμβαίνει όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι έγιναν. Αντίθετα η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν τέτοιες ελλείψεις ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκεν ή δεν αποδείχθηκε ν είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκεν ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του (5091/2007) δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες παραδεκτά προέβαλαν με την έφεσή τους την ένσταση εξόφλησης των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) προσκομίζοντας με επίκληση προς απόδειξη αυτής σχετικές έντυπες αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες αναγράφονταν συγκεκριμένα κατά μήνα ποσά ως καταβληθέντα στον ενάγοντα προς εξόφληση όλων των απαιτήσεών του, ότι ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε την υπογραφή του επί των αποδείξεων αυτών, προέβαλεν, όμως, τον ισχυρισμό της πλαστότητας των εγγράφων αυτών αποδείξεων κατά το περιεχόμενο τους ισχυρισθείς ειδικότερα ότι οι εναγόμενοι τον υποχρέωναν να υπογράφει λευκές ή ασυμπλήρωτες αποδείξεις, το περιεχόμενο των οποίων συμπληρώθηκεν εκ των υστέρων και εν αγνοία του.
Ακολούθως το Εφετείο κρίνοντας την ως άνω ένσταση πλαστότητας αόριστη και γι' αυτό απορριπτέα προχώρησε στην έρευνα του περιλαμβανομένου σ' αυτήν ισχυρισμού του ενάγοντος περί αναληθείας του περιεχομένου των εξοφλητικών αποδείξεων, δέχθηκεν ότι από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού ουδόλως προέκυψεν ότι ο ενάγων υπέγραφε παντελώς λευκά έγγραφα και ότι το περιεχόμενο των αποδείξεων συμπληρώθηκεν εκ των υστέρων εν αγνοία του και περαιτέρω ότι αποδείχθηκεν ότι το περιεχόμενο των αποδείξεων αυτών δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού δεν προέκυψεν ότι πράγματι καταβλήθηκαν στον ενάγοντα τ' αναγραφόμενα στις αποδείξεις χρηματικά ποσά.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένσταση εξόφλησης (αρ. 416 ΑΚ) των εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ.
την προβληθείσα από τους ήδη αναιρεσείοντες ένσταση εξόφλησης των επιδίκων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, αφού το αποδεικτικό πόρισμα του ως προς αυτό διατυπώνεται σαφώς. Ειδικότερα ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ της απόρριψης του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί υπογραφής απ' αυτόν λευκών αποδείξεων, που συμπληρώθηκαν μεταγενεστέρως εν αγνοία του και της παραδοχής ότι το περιεχόμενο αυτών, ως προς την καταβολή στον αναιρεσίβλητο των αναφερομένων εκεί ποσών, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθόσον τα περιστατικά αυτά λογικά δεν αλληλοαποκλείονται.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ως άνω ζήτημα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2008 αίτηση των Χ1 και της εταιρείας με την επωνυμία "ΣΠΕΣΙΑΛΙΣΤΑΣ ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΕΠΕ" για αναίρεση της 5091/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ