1862/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1862/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του, το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει, ο ως άνω πρώτος λόγος, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 1862 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1862/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Φουντουλάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργίου Ζάραγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4340/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9746/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπουτσής ανέγνωσε την από 4-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α΄ του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ω αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 1085/99 Δ/νη 40-1518).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως πλημμέλεια, η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, του πραγματικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, ενάγοντος δια της 9-4-2001 αγωγής κατά της ήδη αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή αυτός, σε εκτέλεση της μεταξύ αυτού και της εναγομένης καταρτισθείσας σύμβασης έργου, πραγματοποίησε τις αναφερόμενες εργασίες, εβδομήντα οκτώ (78) τον αριθμό, κατά το από 1-10-2000 έως 20-3-2001 χρονικό διάστημα, με τις αναφερόμενες για κάθε μία από αυτές ώρες απασχόλησης, οι οποίες αφορούσαν την μηχανογραφική υποστήριξη του δικτύου αυτής Η/Υ, την επιστημονική υποστήριξη, την επεξεργασία οικονομικο-τεχνικών δεδομένων και την προμελέτη προδιαγραφών και υποβολή προτάσεων για την ανάπτυξη-συμπαραγωγή λογισμικού διαχείρισης αεροπορικής εταιρείας.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, από την χωρίς όρκο (ανώμοτη) κατάθεση του εφεσίβλητου-ενάγοντος, που εξετάστηκε ως διάδικος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εκκαλούσης-εναγομένης, από τις αναφερόμενες δύο ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του ενάγοντος, καθώς επίσης και από τα έγγραφα, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά.
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του, το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει, ο ως άνω πρώτος λόγος, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δικ. "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".
Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία απαιτούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 525/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της ένδικης αναίρεσης, προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κακώς απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με τη διαπίστωση των εργασιών που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος, καθώς και των ωρών που απαιτήθηκαν γι' αυτές, μολονότι η εξακρίβωση αυτών απαιτούσε ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, με το σκεπτικό "Ύστερα απ' όλα τα ως άνω, που δέχεται τι δικαστήριο τούτο, κρίνεται ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της εκκαλούσας, για τη διενέργεια επίσημης πραγματογνωμοσύνης, με διορισμό δηλαδή πραγματογνώμονος, απ' το τηρούμενο στο δικαστήριο επίσημο κατάλογο πραγματογνωμόνων, καθόσον άλλωστε, αφενός μεν, έχε ολοκληρωθεί το ένδικο αυτό έργο, αφετέρου δε, ήδη έχει παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα, απ' την περαίωση και παράδοση αυτού", απέρριψε το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να κρίνει ότι για τη διαπίστωση των ανωτέρω απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Επομένως, ο λόγος αυτός, τόσο κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. Ι Κ.Πολ.Δικ., όσο και κατά το μέρος που αποδίδει σ' αυτήν πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-3-2006 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε." για αναίρεση της 9746/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 4 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ