Legislator Case Law & Legislation
1861/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court judgment upholding lower court's finding of lack of attorney authority.

Case Number 1861/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a dispute over unpaid bank drafts. The appellant argued the lower court erred in finding the defendant lacked authority to issue the drafts, but the court held the appellate court correctly rejected this claim based on the plaintiff's evidence. Consequently, the appeal was rejected, the security bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1, 577 no.3, 94, 96, 104, 105, 559 nos.8,14, 106, 176, 183, 189 no.1, 191 no.2, 495 no.3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment upholding a lower court's finding of lack of attorney authority is inadmissible if the appellate court correctly rejected the claim based on established evidence.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure lack of attorney authority bank draft issuance appellate review legal costs award admissibility of appeal unpaid obligations

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no.3 of the Code of Civil Procedure
Articles 94, 96, 104, 105 of the Code of Civil Procedure
Articles 559 nos.8,14 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 no.1, 191 no.2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no.3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1861 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1861/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΛΛΑΣ" (πρώην "ΕΝΩΣΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13195/2017 μη οριστική και 3672/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2458/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2458/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 3672/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε κηρυχθεί άκυρη η αγωγή του, λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας του δικηγόρου από τον οποίο εκπροσωπήθηκε στη δίκη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 68.940,47 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη, εξαιτίας της σε βάρος του αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου-αναιρεσείοντα από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 104 και 105 ΚΠολΔ, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 3994/2011 και στην συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015 και η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, προκύπτει ότι οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, εκτός α) από τα Ειρηνοδικεία, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορά και β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, να έχουν πληρεξούσιο δικηγόρο, του οποίου ο διορισμός γίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, παρέχει δε στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που του έδωσε την πληρεξουσιότητα, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται.

Έτσι, με τον νόμο 3994/2011 αντικαταστάθηκαν όλες οι διατάξεις του άρθρου 96 ΚΠολΔ ως προς τον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας. Με τη ρύθμιση αυτή αφ` ενός απλοποιήθηκε η διαδικασία χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αφ` ετέρου επεκτάθηκε σε όλα τα δικαστήρια και σε όλες τις διαδικασίες η δυνατότητα χορήγησης της πληρεξουσιότητας με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή του χορηγήσαντος την πληρεξουσιότητα διαδίκου βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, ρύθμιση η οποία ήδη ίσχυε στον ΚΠοινΔ [άρθ. 42 παράγραφος 2] (ΑΠ 876/2023).

Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο πληρεξούσιος διαδίκου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 1695/2017, ΑΠ 1540/2017).

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 1601/2017), αφού η έλλειψη της πληρεξουσιότητας συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση και άνευ ετέρου, την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν χωρίς τη συνδρομή της (ΑΠ 77/2023, ΑΠ 1730/ 2022, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 211/2018).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 143 παρ. 1, 159 παρ. 1, 544 παρ. 4 ΚΠολΔ, 211, 219 και 238 ΑΚ, ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε, ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις του δικηγόρου, που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, εξετάζεται δε η ύπαρξη έγκρισης και αυτεπαγγέλτως, καθόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας. Μια τέτοια έγκριση, που έχει αναδρομική ενέργεια, συνάγεται ιδίως από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών, είναι δε αδιάφορο αν ο διάδικος παρίσταται στο ακροατήριο και διορίζει άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (ΑΠ 203/2003).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 105 παρ. 1 ΚΠολΔ "1. Αν αυτός που παρίσταται ως πληρεξούσιος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για τη συμπλήρωση της έλλειψης και να επιτρέψει σε εκείνον που δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του να συμμετάσχει στη δίκη προσωρινά.

Το κύρος των πράξεων που επιτράπηκαν εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της έλλειψης. 2. Η οριστική απόφαση δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προτού συμπληρωθεί η έλλειψη ή πριν παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε. 3. Αν δεν συμπληρώθηκε η έλλειψη μέσα στην προθεσμία που ορίστηκε, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και καταδικάζει εκείνον που παραστάθηκε χωρίς πληρεξουσιότητα να πληρώσει τα έξοδα που προκλήθηκαν από την παράσταση αυτή.".

Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί έκφανση της αρχής για την έγκριση των πράξεων από το διάδικο στο όνομα του οποίου ενεργήθηκαν από το δικηγόρο που δεν είχε πληρεξουσιότητα, διευκολύνεται η απόδειξη της πληρεξουσιότητας κατά τρόπο ανάλογο με εκείνο της συμπλήρωσης της ικανότητας για δικαστική παράσταση (άρθρο 67 ΚΠολΔ), προς σκοπό αποτροπής απόρριψης των αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας για τυπικούς λόγους και παρέλκυσης συνακόλουθα των δικών.

Η διάταξη σε σχέση με εκείνη του άρθρου 67 είναι ειδική και συνεπώς εφαρμόζεται αν πρόκειται για ελλείψεις της πληρεξουσιότητας. Η ρύθμιση, όμως, της διάταξης αυτής δεν είναι υποχρεωτική, αλλά απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Εξάλλου, αν κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορριφθεί η αγωγή, επειδή ο δικηγόρος δεν απέδειξε την πληρεξουσιότητά του, μολονότι του είχε δοθεί σχετική προθεσμία, η νομιμοποίησή του μπορεί να γίνει για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό κατά την εκδίκαση της έφεσης προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης.

Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 4384/2016 "Περί Αγροτικών Συνεταιρισμών" "Το διοικητικό συμβούλιο εκπροσωπεί τον ΑΣ δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παράγραφο 11 γενικό διευθυντή ή διευθυντή..".

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1185/2017). Ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 112/2016, ΑΠ 608/2008), όπως προδήλως είναι και οι ανωτέρω περί πληρεξουσιότητας διατάξεις των άρθρων 94, 96, 104 και 105 του ΚΠολΔ (ΑΠ 905/2019, ΑΠ 1556/ 2018).

Περαιτέρω, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 112/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 673/ 2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 122/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την αγωγή και την έφεση του αναιρεσιβλήτου λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητας στον παρασταθέντα δικηγόρο Απόστολο Μπανιώτη.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο ενάγων αιτιάται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση πριν παρέλθει η ταχθείσα με την υπ’ αριθμ. 13195/2017 απόφασή του προθεσμία για συμπλήρωση της έλλειψης πληρεξουσιότητάς του παρισταμένου δικηγόρου του.

Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι βάσιμος, καθόσον η προθεσμία των 40 ημερών που έταξε η εν λόγω απόφαση στον ενάγοντα ξεκινούσε από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης και τέτοια επίδοση ουδέποτε έλαβε χώρα, ούτε στον ενάγοντα, ούτε στον εναγόμενο και ως εκ τούτου σύμφωνα με την προαναφερθείσα στη μείζονα της παρούσας σκέψη διάταξη του άρθρου 105 ΚΠολΔ, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να απέχει από την έκδοση της απόφασης, μέχρι να συμπληρωθεί η έλλειψη πληρεξουσιότητας ή να παρέλθει η ορισθείσα προθεσμία.

Σε κάθε περίπτωση ο ενάγων ενέκρινε μεταγενέστερα με πρόθεση ισχυροποίησής των όλες τις πράξεις της προδικασίας που προηγήθηκαν, με αποτέλεσμα αυτές να καταστούν αναδρομικά έγκυρες. Συγκεκριμένα ο ενάγων κατά την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζει το επικαλούμενο και με το εφετήριό του υπ. αριθμ. ....2018 πρακτικό συνεδρίασης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του, υπογραφόμενο από τον πρόεδρο και τα μέλη του ΔΣ, που εκπροσωπούν δικαστικά τον ενάγοντα (άρθρο 26 του καταστατικού) σύμφωνα με το οποίο, ομόφωνα αποφασίστηκε να εξουσιοδοτηθεί ο δικηγόρος Απόστολος Μπανιώτης να ασκήσει έφεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, εγκρίνοντας ταυτόχρονα την άσκηση εκ μέρους του της κρινόμενης αγωγής, καθώς και όλες τις διαδικαστικές πράξεις που έγιναν από τον παραπάνω δικηγόρο και την παράσταση του ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και δη όλες τις μέχρι την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης πράξεις του φερόμενου ως πληρεξουσίου της άνω δικηγόρου, θεωρώντας αυτές έγκυρες και γενόμενες από πρόσωπο που είχε τη ρητή εντολή και εξουσιοδότηση για να τις κάνει εκπροσωπώντας αυτόν πρωτοδίκως.

Επιπλέον με το ίδιο πρακτικό, το ΔΣ του ενάγοντος χορηγεί την εξουσιοδότηση στον άνω δικηγόρο να παραστεί και κατά τη συζήτηση της παρούσας έφεσης, όπως και παρέστη, ενώ από τα προσκομιζόμενο, υπ' αριθμ. .../2017 πρακτικό του ΔΣ του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 του καταστατικού του, που επίσης με επίκληση προσκομίζεται, έχει ανατεθεί ομόφωνα η αρμοδιότητα της εκπροσώπησής του στον πρόεδρο του ενάγοντος Μ.

Φ., ο οποίος με τη σειρά του παρείχε στον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος την από 19.4.2019 εξουσιοδότησή του, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής του, προκειμένου να παραστεί κατά τη δικάσιμο που στην αρχή της παρούσας αναγράφεται, να εκπροσωπήσει τον ενάγοντα, να καταθέσει προτάσεις επί της ένδικης έφεσής του και γενικά να προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια που απαιτείται να γίνει για την διεκπεραίωση της εντολής του.

Κατόπιν τούτων, ρητά εγκρίθηκαν όλες οι διαδικαστικές πράξεις της πρωτοβάθμιας δίκης, με την έγκριση δε αυτή που έχει αναδρομική ισχύ σύμφωνα με όσα στις νομικές σκέψεις της παρούσας εκτέθηκαν, θεραπεύεται εκ των υστέρων κάθε ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων της πρωτοβάθμιας δίκης, ενώ ο ανωτέρω δικηγόρος νόμιμα παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εφεσίβλητου.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη άκυρης της αγωγής και της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, κατά τη συζήτηση της εφέσεως ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε το υπ' αριθ. .../2018 πρακτικό συνεδριάσεως του Δ.Σ αυτού, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο και τα μέλη του, το απόσπασμα του υπ' αριθ. .../2017 πρακτικού συνεδριάσεως του Δ.Σ. αυτού και την από 19-4-2019 εξουσιοδότηση του Μ. Φ., προέδρου του Δ.Σ και νομίμου εκπροσώπου του προς τον δικηγόρο Γιαννιτσών Απόστολο Μπανιώτη, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από τη δικηγόρο Όλγα Μπαλάσκα, από τα οποία προκύπτει ότι το Δ.Σ του αναιρεσιβλήτου, αφενός εξουσιοδότησε τον δικηγόρο Απόστολο Μπανιώτη να ασκήσει την ένδικη έφεση και να παραστεί κατά τη συζήτησή της και αφετέρου ενέκρινε όλες τις προγενέστερες διαδικαστικές πράξεις του ως άνω δικηγόρου που αφορούσαν την πρωτόδικη δίκη, θεωρώντας αυτές έγκυρες. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται, με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές, εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, προκύπτει ότι η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής, η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρ. 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.

Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012).

Συνεπώς, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως, κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά μπορεί να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος, που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, με την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μ' αυτή (ΟλΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/ 2010). Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ.1 και 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 705/2007, ΑΠ 11/ 2007, ΑΠ 342/2005, ΑΠ 213/2003). Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη, ενώ έχει τη μεταχείριση της επιταγής εν όψει (ΑΠ 263/2008).

Εξάλλου, από το άρθρο 71 του ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 218/2003, ΑΠ 29/2006) και μάλιστα ανεξαρτήτως από τη μορφή της εταιρίας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, εφόσον και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιριών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους, ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικώς για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 179/ 2019, AΠ 1051/2012).

Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει, όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τούτων.

Έτσι επί έκδοσης ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρίας στο όνομα και για λογαριασμό αυτής, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο τον νόμιμο εκπρόσωπο, που υπέγραψε την επιταγή, όταν αυτός τελούσε σε δόλο υπό την προαναφερόμενη έννοια, ως προς τη μη ύπαρξη αντικρύσματος κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 559/2022, ΑΠ 1664/ 2022, ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 219/2020, AΠ 1147/2014).

Επί μεταχρονολογημένης επιταγής κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη, ότι είναι ακάλυπτη λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων, είναι εκείνος κατά τον οποίο πράγματι εκδόθηκε η επιταγή (ΑΠ 1035/2015). Για την πληρότητα δε, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής για αποκατάσταση της ζημίας του από την μη πληρωμή της και στρέφεται και κατά του προσώπου, που ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρίας εξέδωσε την επιταγή, απαιτείται να διαλαμβάνονται σ' αυτό α) η έκδοση νόμιμης επιταγής από τον εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, κατά την ενάσκηση των ανατιθεμένων σ' αυτόν καθηκόντων, ο οποίος τελούσε σε δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο), ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, β) η εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή από τον κομιστή, γ) τα στοιχεία της ουσιαστικής νομιμοποίησης αυτού, ήτοι ότι αυτός είναι ο τελευταίος κομιστής της επιταγής ή ότι είναι κομιστής εξ αναγωγής, δηλαδή προηγούμενος οπισθογράφος που μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής την πλήρωσε και την ανέλαβε, διότι μόνο οι κομιστές αυτοί είναι αμέσως ζημιωθέντες από την μη πληρωμή της επιταγής, δ) η ύπαρξη ζημίας του ενάγοντος-κομιστή της επιταγής και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας του κομιστή και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη (ΑΠ 559/2022, ΑΠ 219/2020).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/ 2020, ΑΠ 18/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας, μολονότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν ότι ο αναιρεσείων υπέγραψε τις επίδικες επιταγές ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ" και γνώριζε ότι δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της εμφανίσεως και πληρωμής των επιταγών.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει τα ακόλουθα: "Ότι ο εναγόμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ", ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του ΔΣ αυτής, εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη, σε διαταγή του, τις λεπτομερώς περιγραφόμενες επτά (7) τραπεζικές επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συνολικού ποσού 67.940,47 ευρώ.

Ότι οι ως άνω επιταγές εμφανίσθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", πλην όμως δεν πληρώθηκαν, λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε νόμιμα στο σώμα της κάθε επιταγής. Ότι ο εναγόμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους στο λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας.

Ότι από την τελεσθείσα από τον εναγόμενο σε βάρος του αδικοπραξία ο ενάγων υπέστη περιουσιακή ζημία ισόποση με την συνολική αξία των επιταγών, ποσού 67.940,47 ευρώ και ηθική βλάβη, εξαιτίας της προσβολής της φήμης και της αξιοπιστίας του, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του καταβληθεί το ποσό των 1.500 ευρώ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε ο ενάγων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 67.940,47 ευρώ, ως αποζημίωση και το ποσό των 1.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 932, 71 ΑΚ, 79 Ν. 5960/1933 και ειδικότερα παρατίθεται σ' αυτή ότι ο εναγόμενος με την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ", την οποία εκπροσωπούσε νόμιμα, εξέδωσε τις επίμαχες επτά (7) επιταγές, εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, οι οποίες όταν εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης των αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, αρκούσε δε για το ορισμένο της αγωγής ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο εκδόσεως των επιταγών γνώριζε την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων της εταιρείας κατ' εκείνο τον χρόνο και η μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της πληρωμής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτός (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2458/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης