Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, ruling disputed plots are agricultural fields not pasturelands.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision confirming the plaintiff's ownership of five land parcels. The State argued the plots were pasturelands requiring specific permits and should be treated as public domain, but the court found the facts established them as agricultural fields. Consequently, the appeal was rejected because the State's legal arguments relied on incorrect premises regarding the nature of the land.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3(6)(b) and 3(7) of Law 998/1979; The court established that disputed land parcels must be classified as agricultural fields rather than pasturelands to determine their legal status and applicability of specific forestry laws.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1861 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1861/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Φ. Π. του Σ., κατοίκου ..., του Δήμου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φαίδωνα Δημόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, τις από 4-5-2011 και 16-1-2012 αιτήσεις-κύριες παρεμβάσεις του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της ανωτέρω αιτούσας, και την 165/29-10-2012 αίτηση-κύρια παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης και του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγαθή Δερέ ανέγνωσε την από 23-2-2022 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καλαμαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως/
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: ι) Η αιτούσα Φ. Π., ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την με αριθμ. έκθ. κατάθεσης 25/24-3-2011 αίτησή της, με την οποία ζήτησε α) να αναγνωριστεί η κυριότητά της στα περιγραφόμενα στην αίτηση πέντε γεωτεμάχια, στη θέση "..." του δ.δ. ... ...
του Δήμου ... ..., και β) να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" ώστε να καταχωριστεί η αιτούσα αποκλειστική κυρία αυτών στα αντίστοιχα φύλλα του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου ..., επικαλούμενη ότι είναι αποκλειστική κύρια, με πρωτότυπο τρόπο, και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Τρίτοι ήδη μη διάδικοι με την από 29-10-2012 και με αριθμ. έκθ. κατ. 165/29-10-2012 αίτησή - κύρια παρέμβαση, αφού ζήτησαν να αναγνωριστούν κυρίες του αναφερόμενου γεωτεμαχίου (ΚΑΕΚ 470130115006), και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη", ώστε να καταχωριστούν αυτές αποκλειστικές κυρίες αυτού στο αντίστοιχο φύλλο του ανωτέρω αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου, επικαλούμενες ότι κατέστησαν κυρίες με έκτακτη χρησικτησία.
Παράλληλα, το Ελληνικό Δημόσιο, ήδη αναιρεσείον: 1) με τη με αριθμ. έκθ. κατ. 42/4-5-2011 αίτηση - κύρια παρέμβαση κατά της Φ. Π. ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί των περιγραφομένων στο ιστορικό μερικότερων εδαφικών τμημάτων των τεσσάρων γεωτεμαχίων από τα ανωτέρω πέντε γεωτεμάχια της αίτησης και επί του συνόλου του πέμπτου (ΚΑΕΚ 470130113007) γεωτεμαχίου της αίτησης, επικαλούμενο ότι το ίδιο είναι κύριος αυτών, ως δημόσιων κτημάτων, επί των οποίων έχει κυριότητα, με το κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1539/1938 τεκμήριο, ως δημόσιων κτημάτων, και με τα κατά το β.δ.
της 16-11-836 "περί ιδιωτικών δασών" και 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 τεκμήρια, (ως προς την αίτηση Φ. Π.) δημόσιων δασικών εκτάσεων χορτολιβαδικής μορφής και τμήματος, εμβαδού 431 τ.μ., του αναφερόμενου γεωτεμαχίου (470130102004/0/0) ως δασικής έκτασης και να απορριφθεί η αίτηση της αναιρεσίβλητης - αιτούσας - καθ' ης η κύρια παρέμβαση ως προς τα ανωτέρω τέσσερα τμήματα και ολόκληρο το ΚΑΕΚ 470130113007, 2) με τη με αριθμ.
έκθ. κατ. 7/25-1-2012 αίτηση κατά τρίτων ήδη μη διαδίκων, ζήτησε να αναγνωριστεί κύριο του αναφερόμενου γεωτεμαχίου (ΚΑΕΚ 470130115006), αντίστοιχα, ως δημόσιας χαρτολιβαδικής έκτασης, ώστε να καταχωριστεί το ίδιο κύριος αυτών στα αντίστοιχα κτηματολογικά φύλλα του ανωτέρω Κτηματολογικού Γραφείου. Επί των ανωτέρω συνεκδικασθέντων αίτησης της Φ.
Π., αίτησης - κύριας παρέμβασης τρίτων ήδη μη διάδικων, αιτήσεων - κυρίων παρεμβάσεων του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η 54/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία έγινε δεκτή η 25/24-03-2011 αίτηση της αιτούσας ήδη αναιρεσίβλητης ως προς το αίτημα διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των επίδικων πέντε γεωτεμαχίων και διατάχθηκε η σχετική διόρθωση της ανωτέρω ανακριβούς εγγραφής, και απορρίφθηκε η αίτηση τρίτων ως προς το ΚΑΕΚ 470130115006, που δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη) και απορρίφθηκαν οι αιτήσεις - κύριες παρεμβάσεις του αιτούντος - κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Με την 60/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε, επί εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, κηρύχθηκε ως απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους τρίτους - εφεσίβλητους, ήδη μη διάδικους (σε σχέση με την 7/25-1-2012 και 165/29-10-2012 αιτήσεις - κύριες παρεμβάσεις).
Στη συνέχεια η από 02-04-2013 έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ως ηττηθέντος διαδίκου, και οι από 03-03-2015, με τις προτάσεις [λόγω της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 764 ΚΠολΔ)] ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι έφεσης, ως προς τους λοιπούς (σε σχέση με την 42/4-5-2011 αίτηση - κύρια παρέμβαση και την 25/24-3-2011 αίτηση), κατ' αντιμωλία δικασθέντες διαδίκου, απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Την αναίρεση της παραπάνω απόφασης, κατά το τελεσίδικο μέρος αυτής, ζητεί το αναιρεσείον με την από 04-12-2015 αίτησή του. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την, από 04-11-2015, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον μέχρι την κατάθεσή της, στις 04-12-2015, στη Γραμματεία του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους.
Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου 147/1914, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο (ΟλΑΠ 1/2013).
Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζιί - εμιριγιέ) γίνεται με την χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 426/2023, ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 1702/2022). [2] Με την παρ. 5 του ν. 79/1913 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 01/14. 11.1913" ορίσθηκε ότι: "Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα, καθώς και αι δικαστικαί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά την Οθωμανικήν Αρχήν έσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί το εναντίον αποδείξεως".
Επίσης, με την παρ. 2, εδάφια τελευταία του ν. 147/1914, ορίζεται ότι: "Εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα περί αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουσιν οι εν ταις προσαρτημέναις χώραις προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Βάσει των διατάξεων αυτών, διατηρήθηκε στις προσαρτηθείσες μετά τους βαλκανικούς πολέμους χώρες το προϋπάρχον ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των ακινήτων, η κυριότητα όμως των δημοσίων γαιών δεν ανήκε πλέον στο τουρκικό δημόσιο αλλά στο ελληνικό κράτος δικαιώματι πολέμου.
Διατηρήθηκε, επίσης, και το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης στις εκτάσεις αυτές. Περαιτέρω, εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα εγκατάστασης και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 ... 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δ.Α. 1275 (καθ' ημάς 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί τοπίων της 15 ... 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων, δασών κ.λπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου (ταπίου), (ΟλΑΠ 609/1963, ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1931/2022). Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου.
Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.05.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917.
Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.
Το παραπάνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" και των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ. φ.3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους Χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ' αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του Ν. 147/1914 και το άρθρο 7 του Ν.
ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912 (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 1702/2022). Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημόσιων γαιών, με την απελευθέρωση των προσαρτώμενων χωρών, κατά το έτος 1912, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60§1 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.07.1923 που κυρώθηκε με το από 25.08.1923 διάταγμα - Φ.Ε.Κ.
Α' 238/25.08.1923), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της από 10.06.1930 Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που υπεγράφη στην Άγκυρα και κυρώθηκε με τον ν. 4793/1930 "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμφωνίας περί τρόπου εφαρμογής της εν Λωζάννη υπογραφείσης Συμβάσεως περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της υπ' αριθ. 9 Δηλώσεως" και της από 21.06.1924, συμπληρωματικής της VIII/07.12.1923, απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται (ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 24/2020).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1814 του οθωμανικού ΑΚ, που δεν αναγνώριζε το θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επεξέτεινε την ισχύ της Ελληνικής νομοθεσίας (διατάξεις του βζρδ, που προέβλεπαν τον θεσμό της χρησικτησίας), του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, με το οποίο απαγορεύθηκε από τις 11.05.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητάς του και των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς, προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που κείται στη Μακεδονία (ΑΠ 426/2023, ΑΠ 391/2023).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι (20) χρόνια, εφόσον ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από 23.02.1946 και μετά (ΑΠ 426/2023, ΑΠ 1931/2022). [4] Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. ΑΞΝ/1888 "Περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", που περιελήφθηκε ως άρθρο 57 στον Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", στο οποίο διατυπώθηκε για πρώτη φορά ο ορισμός της έννοιας του δάσους στο ελληνικό δίκαιο, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και "ως δασική έκταση νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών".
Έκτοτε, ο ορισμός αυτός του δάσους και της δασικής έκτασης επαναλήφθηκε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, όπως στο άρθρο 57 ν. 3077/1924, στο άρθρο 45 ν. 4173/1929, στο άρθρο 1 ν.δ. 69/1969 και βασικά δεν διαφέρει από τον ορισμό του δάσους με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 ν. 998/1979, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του με το ν. 3208/24.12.2003 και τους μεταγενέστερους, αλλά ούτε και από τον ορισμό του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 2 του ανωτέρω ν. 3208/2003 που αντικατέστησε, εκτός των άλλων, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979 (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 585/2023, ΑΠ 646/2022).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 " Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές) " (παρ. 1). "Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά " (παρ. 2). "Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών.
Οι εκτάσεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, έστω και αν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις" (παρ. 3). "Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου:...β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθή ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις το άρθρου 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα, γ) Αι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί των ως άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών,... " (παρ. 6).
Κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και τα εντός ή υπεράνω δασών και δασικών εκτάσεων ορεινά χορτολιβαδικά εδάφη, που δεν έχουν ξυλώδη (υψηλή ή θαμνώδη), αλλά ποώδη ή φρυγανώδη βλάστηση και συνεπώς δεν συνιστούν δάση ή δασικές εκτάσεις κατά την έννοια των παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979.
Παρέπεται ότι έκταση άγονη και βραχώδης που είναι κατάλληλη για βοσκή και καλύπτεται από ποώδη και φρυγανώδη είδη ως και θάμνους νανώδους μορφής και που δεν μπορεί να παραγάγει δασικά προϊόντα κατόπιν δασικής εκμετάλλευσης δεν ήταν ούτε είναι δάσος, κατά την έννοια τόσο των διατάξεων του προϊσχύοντος δικαίου, όσο και εκείνων του ήδη ισχύοντος (ΑΠ 267/2010).
Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003, με την οποία προστέθηκε παρ. 7 στο άρθρο 3 του Ν. 998/1979 "Οι δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις των περιπτώσεων β` και γ` της παραγράφου 6 καθώς και οι δημόσιες εκτάσεις που λόγω του είδους της βλάστησης δεν εμπίπτουν στις παραγράφους 1, 2 και 4 αλλά ευρίσκονται εντός κλιτύων ορέων, που δεν παραδόθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 στις γεωργικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας".
Η τελευταία ως άνω παράγραφος 7 του άρθρου 3 του ν. 998/79, παρότι έχει ήδη καταργηθεί με το άρθρο 32 του ν. 4280/2014, καθ' ο χρόνο ήταν σε ισχύ αφορούσε δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις που εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 202/2016). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1034/2023).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην περιοχή "..." της δημοτικής κοινότητας ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ... Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας βρίσκονται τα κάτωθι ακίνητα επί του οποίου προβάλουν δικαιώματα κυριότητας η εφεσίβλητη Φ.
Π. και ήδη αναιρεσίβλητη και το εκκαλούν ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο: 1) ένα αγροτικό ακίνητο εκτάσεως 4.913 τ.μ. που έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ 470130113004 και συνορεύει βόρεια με ακίνητα με ΚΑΕΚ 470110113003, ΚΑΕΚ 470130113002 και ΚΑΕΚ 470130113001, νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130113005 (που η εφεσίβλητη επικαλείται ότι ανήκει στην κυριότητά της), ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ 47013ΕΚ00012.
Τμήμα αυτού, εκτάσεως 1.148 τ.μ., όπως το ακίνητο αυτό εμφαίνεται υπό τα αριθμητικά στοιχεία 1.2.9.10.7.8.1 στο από 3-5-2011 τοπογραφικό διάγραμμα της δασολόγου Κ.Γ., ενταγμένο στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ 1987, με πίνακα συντεταγμένων των κορυφών των ορίων, και συνορεύει βόρεια με γεωτεμάχιο με ΚΑ.Ε.Κ. 470130113001, νότια με γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ. 470130113005, ανατολικά με υπόλοιπο τμήμα του ίδιου γεωτεμάχιου με Κ.Α.Ε.Κ. 470130113004 και δυτικά με τον αγροτικό δρόμο με Κ.Α.Ε.Κ. 47013ΕΚ00012, ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, ότι αποτελεί δασική, υπό την έννοια της χορτολιβαδικής, έκτασης δοθέντος ότι "καλύπτονταν από ποώδη και θαμνώδη βλάστηση και τελούσε σε οργανική ενότητα με την υπόλοιπη και ανέκαθεν υπάρχουσα σε γειτνιάζουσες εκτάσεις ποώδη και θαμνώδη βλάστηση αλλά και με την πυκνή δασική βλάστηση που εκάλυπτε ανέκαθεν και καλύπτει την περιοχή" και συνεπώς περιήλθε στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, 2) ένα αγροτικό ακίνητο εκτάσεως 3.082 τ.μ., που έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ 470130113005 και συνορεύει με βόρεια με το υπό στοιχείο 1 ακίνητο (με ΚΑΕΚ 470130113004), νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130113006, ανατολικά και δυτικά με τον αυτό αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ 47013ΕΚ00012.
Τμήμα αυτού εκτάσεως 973 τ.μ., όπως το ακίνητο αυτό εμφαίνεται υπό τα αριθμητικά στοιχεία 1.2.5.6.1 στο από 3-5-2011 τοπογραφικό διάγραμμα της δασολόγου Κ.Γ., ενταγμένο στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ 1987, με πίνακα συντεταγμένων των κορυφών των ορίων, έχει τα ίδια βόρεια, νότια και δυτικά σύνορα με το ολόκληρο ακίνητο και ανατολικά συνορεύει με το υπόλοιπο τμήμα αυτού, ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι ανήκει, για τους ίδιους ως άνω λόγους (ως χορτολιβαδική δασική έκταση) στην κυριότητά του, 3) ένα αγροτικό ακίνητο εκτάσεως 3.235 τ.μ.
που έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ 470130114001 και συνορεύει βόρεια, ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο και νότια με γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 470130114002, 470130114003, 470130114004, 470130114006. Τμήμα αυτού εκτάσεως 1.549 τ.μ., όπως το ακίνητο αυτό εμφαίνεται υπό τα αριθμητικά στοιχεία 1.2.10.6.7.8.9.1. στο από 3-5-2011 τοπογραφικό διάγραμμα της δασολόγου Κ.
Γ., ενταγμένο στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ 1987, με πίνακα συντεταγμένων των κορυφών των ορίων, έχει τα ίδια βόρεια, νότια και δυτικά σύνορα με το ολόκληρο ακίνητο και ανατολικά συνορεύει με το υπόλοιπο τμήμα αυτού, ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι ανήκει, για τους ίδιους ως άνω λόγους (ως χορτολιβαδική δασική έκταση) στην κυριότητά του, 4) ένα αγροτικό ακίνητο εκτάσεως 1.672 τ.μ.
που έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ 470130102004 και συνορεύει βόρεια με ακίνητα με ΚΑΕΚ 470130102003 και με ΚΑΕΚ 470130102002, νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130102006, ανατολικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130102005 και δυτικά με αγροτικό δρόμο. Τμήμα του ακινήτου αυτού εκτάσεως 431 τ.μ, όπως αυτό εμφαίνεται υπό τα αριθμητικά στοιχεία 2.3.15.16.17.6.7.8.9.10.11.12.13.14.2 στο από 03-05- 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της δασολόγου Κ.Γ., ενταγμένο στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ 1987, με πίνακα συντεταγμένων των κορυφών των ορίων, έχει τα ίδια βόρεια και νότια σύνορα με το ολόκληρο ακίνητο, συνορεύει ανατολικά μ' αυτό και δυτικά με αγροτικό δρόμο και με το υπόλοιπο του ολόκληρου γεωτεμαχίου, ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι αποτελεί δάσος και ανήκει, για τον ίδιο ως άνω λόγο (ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου) στην κυριότητά του, ενώ τμήμα αυτού εκτάσεως 996 τμ, όπως εμφαίνεται υπό τα αριθμητικά στοιχεία 4.5.6.17.16.15.3 στο από 3-5-2011 τοπογραφικό διάγραμμα της δασολόγου Κ.
Γ., ενταγμένο στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ 1987, με πίνακα συντεταγμένων των κορυφών των ορίων (τα δύο τμήματα μαζί, ως ενιαίο ακίνητο, εμφανίζονται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 2.3.4.5.6.7.8.9.10.11.12. 13.14.2), έχει τα ίδια νότια και ανατολικά σύνορα με το ολόκληρο ακίνητο και συνορεύει βόρεια μόνο με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130102003 και δυτικά με το ως άνω τμήμα των 431 τμ, ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι ανήκει, για τους ίδιους ως άνω λόγους, ως χορτολιβαδική δασική έκταση στην κυριότητά του. 5) ένα αγροτικό ακίνητο εκτάσεως 598 τ.μ.
που έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ 470130113007 και συνορεύει βόρεια με ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130113006, νότια και δυτικά με αγροτικό δρόμο και ανατολικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130113008. Όλο το ακίνητο αυτό ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι αποτελεί χορτολιβαδική και συνεπώς δασική έκταση που ανήκει, για τους ίδιους ως άνω λόγους, στην κυριότητα του.
Οι ισχυρισμοί όμως του εκκαλούντος περί του δασικού χαρακτήρα των ως άνω τεμαχίων που αναφέρει στην αίτηση - κύρια παρέμβασή του δεν αποδεικνύονται ουσιαστικά βάσιμοι. Λαμβάνοντας υπόψη ότι για την περιοχή υπάρχουν μόνο προσωρινοί δασικοί χάρτες (οι οποίοι δεν προσκομίζονται) και όχι οριστικοί, που μόνο αυτοί, κατά την ειδική πρόβλεψη του άρθρου 27 παρ. 4 του Ν 2664/1998, έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή, ο χαρακτηρισμός των επίμαχων και διεκδικούμενων από το εκκαλούν γεωτεμαχίων ανήκει στο Δικαστήριο.
Στην 2181/77/16-9-20111 έκθεση φωτοερμηνείας των προσκομιζόμενων αεροφωτογραφιών, που συνέταξε η δασολόγος Γ. Κ. (μάρτυρας του εκκαλούντος στην πρωτοβάθμια δίκη), γίνεται μνεία των ακόλουθων: 1) Το πρώτο ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130113004, κατά την έκθεση και τα τοπογραφικά διαγράμματα που προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο, διαιρείται, για την προβολή των αξιώσεών του, σε δύο τμήματα εκτάσεως 1.148 τ.μ. (Ε1) και 3.765 τ.μ. (Ε2), το πρώτο δε τμήμα, το Ε1, είναι αυτό επί του οποίου προβάλλονται δικαιώματα από το εκκαλούν.
Αναφέρεται ότι από την παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1945 και 1969 η Ε1 έκταση πρόκειται για χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης. Κατά την ίδια χρονική περίοδο η έκταση Ε2 του ίδιου ακινήτου είναι καλλιεργούμενος αγρός. Από την παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1992 και 2008 ολόκληρη η έκταση αναφέρεται ως καλλιεργούμενος αγρός, ενώ σ' αυτές του έτους 1996 αναφέρεται ότι πρόκειται για καλλιεργούμενο αγρό, εκτός από τμήμα της Ε1 έκτασης 220 τ.μ που χαρακτηρίζεται χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης, αλλά αντίθετα εμφανίζεται χαμηλή βλάστηση (βάτα, καλάμια κτλ.).
Όπως αναφέρεται δε στην έκθεση, σε επιτόπια αυτοψία, την 15-9-2011, της δασολόγου που τη συνέταξε, ολόκληρο το ακίνητο αποτελεί καλλιεργούμενο αγρό, 2) Το δεύτερο ακίνητο με KAEK 470130113005, κατά την έκθεση και τα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα, διαιρείται, για την προβολή των αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, σε δύο τμήματα εκτάσεως 973 τ.μ. (Ε1) και 2.109 τ.μ. (Ε2), το πρώτο δε τμήμα, το Ε1, είναι αυτό επί του οποίου προβάλλονται δικαιώματα από το εκκαλούν.
Αναφέρεται ότι από την παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1945 και 1969 η Ε1 έκταση πρόκειται για χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης. Κατά την ίδια χρονική περίοδο η έκταση Ε2 είναι καλλιεργούμενος αγρός. Στην παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1992 και 2008 ολόκληρη η έκταση αναφέρεται ως καλλιεργούμενος αγρός, ενώ σ' αυτές του έτους 1996 αναφέρεται ότι πρόκειται για καλλιεργούμενο αγρό, εκτός από τμήμα της Ε1 έκτασης 430 τ.μ.
που χαρακτηρίζεται χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης, αλλά αντίθετα εμφανίζεται χαμηλή βλάστηση (βάτα, καλάμια κτλ.). Όπως αναφέρεται δε στην έκθεση, στην ίδια επιτόπια αυτοψία, την 15-9-2011, της δασολόγου που τη συνέταξε, ολόκληρο το ακίνητο αποτελεί καλλιεργούμενο αγρό, 3) Το τρίτο ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130114001, κατά την έκθεση και τα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα, διαιρείται, για την προβολή των αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, σε δύο τμήματα εκτάσεως 1549 τ.μ. (Ε1) και 1.686 τ.μ. (Ε2), το πρώτο δε τμήμα, το Ε1, είναι αυτό επί του οποίου προβάλλονται δικαιώματα από το εκκαλούν.
Αναφέρεται ότι από την παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1945 και 1969 η Ε1 έκταση πρόκειται για χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, η έκταση Ε2 είναι καλλιεργούμενος αγρός. Στην παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1992 ολόκληρη η έκταση αναφέρεται ως καλλιεργούμενος αγρός, ενώ σ' αυτές του έτους 1996 αναφέρεται ότι η Ε1 πρόκειται για χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης, εκτός από τμήμα 170 τ.μ.
που είναι καλλιεργούμενος αγρός, ενώ η Ε2 έκταση είναι καλλιεργούμενος αγρός. Στην παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 2008 αναφέρεται ότι όλο ακίνητο αποτελεί καλλιεργούμενο αγρό, εκτός από τμήμα έκτασης 410 τ.μ. που χαρακτηρίζεται χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης, αλλά αντίθετα εμφανίζεται χαμηλή βλάστηση (βάτα, καλάμια κτλ.), τα ίδια δε αναφέρεται ότι διαπιστώθηκαν στην αυτοψία της 15-9-2011, 4) Το τέταρτο ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130102004, κατά την έκθεση και τα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα, διαιρείται, για την προβολή των αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, σε τρία τμήματα εκτάσεως 244 τ.μ. (Ε1), 431 τ.μ. (Ε2) και 996 (Ε3), για το δεύτερο δε και τρίτο τμήμα, τα Ε2 και Ε3, είναι αυτά επί των οποίων προβάλλονται δικαιώματα από το εκκαλούν, με την επίκληση ότι το Ε2 αποτελεί δάσος και το Ε3 χορτολιβαδική δασική έκταση.
Αναφέρεται ότι από την παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1945 και 1969 προκύπτει ότι η Ε1 έκταση αφορά καλλιεργούμενο αγρό, η Ε2 ρέμα στο οποίο υπάρχουν δένδρα και η Ε3 χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης. Από την παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1992 αναφέρεται ότι η Ε1 έκταση αφορά καλλιεργούμενο αγρό, ενώ οι Ε2 και Ε3 χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης.
Στην παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1996 και 2008 αναφέρεται ότι το σύνολο της έκτασης αφορά χορτολιβαδική έκταση τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης, αλλά αντίθετα εμφανίζεται χαμηλή βλάστηση (βάτα, καλάμια κ.λ.π), τα ίδια δε αναφέρεται ότι διαπιστώθηκαν στην πραγματοποιηθείσα την 15-9-2011 αυτοψία και 5) Το πέμπτο ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130113007, επί του οποίου προβάλλει δικαίωμα το εκκαλούν, αναφέρεται ότι αφορά, σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, 1969 και 1996, χορτολιβαδική έκταση, τμήμα ευρύτερης όμοιας μορφής έκτασης, χωρίς να είναι εμφανής η ύπαρξη άρωσης, με την εμφάνιση χαμηλής βλάστησης το 1996 (βάτα, καλάμια κ.λ.π.), ενώ στις αεροφωτογραφίες των ετών 1992 και 2008 γίνεται αναφορά ότι το ακίνητο εμφανίζεται ως καλλιεργούμενος αγρός, το ίδιο δε αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε κατά την αυτοψία της 15-9-2011. ....
για να χαρακτηριστεί μία έκταση ως δάσος θα πρέπει να υφίσταται οργανική ενότητα δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα δασογενή χλωρίδα και πανίδα και την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλοεπίδραση, προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερή του ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος, ενώ για χαρακτηριστεί μία έκταση δασική ως χορτολιβαδική, δεν αρκεί αυτή να είναι "χορτολιβαδική, αλλά πρέπει να περικλείεται και από δάση ή δασικές εκτάσεις, ή να βρίσκεται πάνω απ' αυτές.
Στην επίμαχη όμως έκθεση φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών γίνεται αναφορά για όλα τα διεκδικούμενα από το εκκαλούν τμήματα -γεωτεμάχια, πλην αυτού με έκταση 431 τμ του με ΚΑΕΚ 470130102004 ακινήτου (τμήμα Ε2 του ανωτέρω υπό στοιχείο 4 ακινήτου) για το οποίο ειδικώς γίνεται λόγος κατωτέρω, ότι, σε διάφορες χρονικές στιγμές εμφανίζουν χορτολιβαδική μορφή, τμήμα ευρύτερης όμοιας (χορτολιβαδικής) μορφής έκτασης, μορφή που χάνουν σε άλλες χρονικές στιγμές και εμφανίζονται ως καλλιεργούμενοι αγροί, χωρίς όμως να παρατίθενται στοιχεία σχετικά με τη γειτνίασή τους με δασικές εκτάσεις, ότι περικλείονται δηλαδή από τέτοιες εκτάσεις ή βρίσκονται πάνω από αυτές, ή τη σύνδεση τους με δασικά οικοσυστήματα.
Λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι τα υπόλοιπα συνεχόμενα τμήματα των ίδιων ακινήτων, επί των οποίων δεν προβάλλει δικαιώματα το εκκαλούν, και δεν διαχωρίζονται με κάποιο τρόπο (φυσικό ή τεχνητό) από αυτά για τα οποία προβάλει δικαιώματα, αποτελούν συνεχώς, στην παρατήρηση όλων των αεροφωτογραφιών, καλλιεργούμενους αγρούς (πλην του τμήματος Ε1 του τέταρτου ως άνω ακινήτου με ΚΑΕΚ 470130102004, που εμφανίζεται καλλιεργούμενος αγρός μόνο στις αεροφωτογραφίες του 1945, 1969 και 1992), οπότε καταρρίπτεται η αναφορά της έκθεσης ότι τα επίδικα τμήματα αποτελούν τμήματα ευρύτερης έκτασης χορτολιβαδικής μορφής, αφού τα όμορα εδαφικά τους τμήματα είναι καλλιεργούμενοι αγροί, δεν αποδεικνύεται συνεπώς ότι τα επίδικα διεκδικούμενα τμήματα πρόκειται για διάκενα των δασών ή για αλπικές και ψευδαλπικές εκτάσεις οι οποίες, λόγω του υψομέτρου και των δυσμενών για την ανάπτυξη υψηλής ξυλώδους βλάστησης συνθηκών, παραμένουν γυμνές.
Ειδικώς, για το τμήμα Ε2 εκτάσεως 431 τ.μ. του με ΚΑΕΚ 470130102004 ακινήτου, πέραν του ότι για τους λόγους που προαναφέρθηκαν δεν αποτελεί δασική χορτολιβαδική έκταση, όπως υποστηρίζεται στην έκθεση φωτοερμηνείας, ουδόλως αποδεικνύεται ότι πρόκειται για δάσος, έτσι όπως η έννοια αυτού αναφέρεται ειδικώς ανωτέρω, όπως το εκκαλούν υποστηρίζει, αφού μόνη η αναφορά στην ίδια έκθεση ότι από την παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του 1945 και 1948 πρόκειται "για ρέμα στο οποίο υπάρχουν δέντρα", χωρίς καμία ειδικότερη εξειδίκευση του είδους τους και χωρίς καμία αναφορά σε δασογενή χλωρίδα και πανίδα και ύπαρξη αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης, δεν αρκεί να προσδώσει σ' αυτό το χαρακτήρα του δάσους.
Η κρίση του Δικαστηρίου για την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για το χαρακτηρισμό των επίδικων γεωτεμαχίων, του μεν Ε2 τμήματος, εκτάσεως 431 τ.μ, του με ΚΑΕΚ 470130102004 ακινήτου ως δάσους και των λοιπών ως δασικών χορτολιβαδικών εκτάσεων, δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρα του εκκαλούντος στην πρωτοβάθμια δίκη (η προαναφερθείσα δασολόγος), αφού και κατά την κατάθεσή της δεν εισέφερε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, πλην των πορισμάτων της έκθεσής της, στην οποία φαίνεται να υπολαμβάνει ότι αρκεί να αναφερθεί μία έκταση ως χορτολιβαδική έτσι ώστε, με μόνο το στοιχείο αυτό, να χαρακτηριστεί, άνευ ετέρου, ως δασική, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του Ν 998/1979, ενώ τούτο, .....
δεν αρκεί, αφού προσαπαιτείται η έκταση να περικλείεται από δάση ή δασικές εκτάσεις ή να βρίσκεται πάνω από αυτές, να συνδέεται δηλαδή με δάσος ή δασική έκταση έτσι ώστε να μη διασπάται ο υφιστάμενος δασικός χαρακτήρας μίας περιοχής. Μόνη δηλαδή η ύπαρξη μίας έκτασης με χορτολιβαδική μορφή, χωρίς τη διασύνδεσή της με ένα υφιστάμενο δάσος ή μία υφιστάμενη δασική έκταση, δεν αρκεί για να κριθεί ότι αποτελεί δασική έκταση κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν 998/1979.
Συνακόλουθα των ανωτέρω πραγματικών παραδοχών, δεν αποδεικνύεται ότι τα επίδικα με την αίτηση - κύρια παρέμβαση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου τμήματα των μεγαλύτερων ακινήτων και ολόκληρο το πέμπτο ως άνω ακίνητο με ΚΑΕΚ 470130113007, είναι δάση ή δασικές εκτάσεις, έτσι ώστε να αποτελούσαν δημόσιες γαίες κατά το οθωμανικό δίκαιο και να βρίσκονταν στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου και, μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών (όπως και η επίδικη περιοχή), να ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Κράτους, δικαιώματι πολέμου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι τα επίμαχα ακίνητα απέκτησε στο σύνολό τους η εφεσίβλητη Φ. Π. δυνάμει άτυπης δωρεάς από τον πατέρα της, Σ. Θ., το έτος 1984 και έκτοτε κατέχει και νέμεται αυτά με διάνοια κυρίου, καλόπιστα, συνέχεια και χωρίς διακοπή, ανεπίληπτα, ασκώντας επ' αυτών όλες τις πράξεις της νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, καθώς τα καλλιεργεί με φασόλια.
Ομοίως και ο δικαιοπάροχος πατέρας της, τα κατείχε από το έτος 1960 με διάνοια κυρίου, καλόπιστα, συνέχεια και χωρίς διακοπή, ανεπίληπτα, ασκώντας επ' αυτών όλες τις πράξεις της νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, καθώς τα επιμελούνταν, τα όργωνε και τα επόπτευε. Όλα τα ανωτέρω ακίνητα, με αριθμούς ΚΑΕΚ 470130113004, 470130113005, 470130114001, 470130102004 και 470130113007, κατά την κτηματογράφηση τους, φέρονται ως αγνώστου ιδιοκτήτη.
Καθώς δε η εφεσίβλητη έχει αποκτήσει την κυριότητα των παραπάνω ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτά από το 1984, και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, που συμπληρώθηκε είτε ληφθεί ως κρίσιμος χρόνος ο χρόνος έναρξης λειτουργίας του κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, που είναι η 15-9-2005 (....), είτε ο χρόνος άσκησης της αίτησης της εφεσίβλητης που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 24-3-2011 (...), η δε χρησικτησία επιτρέπεται καθώς δεν αφορούν δημόσια κτήματα, οι αρχικές εγγραφές είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας της εφεσίβλητης επί των ανωτέρω ακινήτων, καθώς, μολονότι είναι αποκλειστική κυρία αυτών, φέρονται να είναι "άγνωστου" δικαιούχου....".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - αιτούντος - κυρίως παρεμβαίνοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, έγινε δεκτή η αίτηση της αναιρεσίβλητης - αιτούσας και διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης ανακριβούς εγγραφής και να καταχωριστεί η αιτούσα ως δικαιούχος αποκλειστικής κυριότητας.
Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι τα επίδικα επιμέρους τμήματα των αντίστοιχων γεωτεμαχίων που έχουν αριθμό ΚΑΕΚ 470130113004, KAEK 470130113005, ΚΑΕΚ 470130114001, ΚΑΕΚ 470130102004, και ολόκληρο το γεωτεμάχιο ΚΑΕΚ 470130113007 του Κτηματολογικού Γραφείου ..., που βρίσκονται στη Μακεδονία και ανήκουν στις Νέες Χώρες, στις οποίες από 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, η Ελληνική Νομοθεσία, είναι δεκτικά χρησικτησίας διότι δεν είναι δημόσια κτήματα και, ειδικότερα, 1) το μεν τμήμα (431 τ.μ.) του ΚΑΕΚ 470130102004 δεν αποτελεί δασική έκταση διότι δεν αποδεικνύεται ότι εμφανίζει δασογενή χλωρίδα και πανίδα και ύπαρξη αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης, ολόκληρο το ΚΑΕΚ 470130113007 και τμήματα των λοιπών ανωτέρω ΚΑΕΚ δεν αποτελούν χορτολιβαδική - δασική έκταση αλλά αποτελούν αγρούς ως τμήματα των παραπάνω τεσσάρων συνεχομένων αγρών και το όλο (πέμπτο) ως ο όμορος αγρός που καλλιεργούσαν από ιδιώτες, για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, συμπληρωθείσα μέχρι την 20-5-1917, και από της ισχύος του διατάγματος 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον Ν. 1072/1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί του ακινήτου αυτού μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, και, στη συνέχεια, το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, και, έκτοτε ήταν δεκτικά χρησικτησίας. 2) Ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία των προαναφερθέντων επίδικων γεωτεμαχίων, ως δεκτικών εξουσίασης, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας του Α.Κ., με άσκηση επ' αυτών από την, από το έτος 1984, παράδοσή τους στην ίδια, λόγω δωρεάς από τον πατέρα της, Σ.
Θ., μέχρι την, από 15-09-2005, έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου ..., συνεχώς, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, πράξεων νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους (με επιμέλεια, όργωση, καλλιέργεια με φασόλια, εποπτεία αυτών), προσμετρώντας και την, από το έτος 1960, άσκηση επ' αυτών, από τον ανωτέρω δικαιοπάροχό της, των ίδιων πράξεων νομής διανοία κυρίου.
Και 3) Ότι η αναγραφή των ανωτέρω ΚΑΕΚ 470130113004, KAEK 470130113005, ΚΑΕΚ 470130114001, ΚΑΕΚ 470130102004, ΚΑΕΚ 470130113007 στα φύλλα του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου ως αγνώστου ιδιοκτήτη είναι ανακριβής. [2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα: 1) της μη κτήσης κυριότητας επί των τμημάτων των ΚΑΕΚ 470130113004, KAEK 470130113005, ΚΑΕΚ 470130114001, ΚΑΕΚ 470130102004, και ολόκληρου του ΚΑΕΚ 470130113007, από το αναιρεσείον - αιτούν - κυρίως παρεμβαίνον, ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, δικαιώματι πολέμου, και της ιδιότητας των ανωτέρω επιδίκων ως δεκτικών χρησικτησίας, και 2) της κτήσης κυριότητας από την αναιρεσίβλητη με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1-3 και 78 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν έτους Εγίρας 1274 (1856), του άρθρου 2 παρ. 3 - 4 του ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, του άρθρου 7 του ν.
ΔΡΑΔ/1913, του άρθρου 2 του Δ/τος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, των άρθρων 101 - 104 του Δ/τος της 11/12.11.1929, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, άρθρ. 21 του ν.δ. της 21.4/16.5.1926, των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1540/1938, 51, 53 ΕισΝΑΚ, 1045, 974, 966 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε διότι, κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα πραγματικά περιστατικά: 1) δεν είναι δασικές - χορτολιβαδικές εκτάσεις και δασική έκταση το πέμπτο, αλλά αγροί ως τμήματα των παραπάνω τεσσάρων συνεχομένων αγρών και του παραπάνω όμορου αγρού που καλλιεργούσαν ιδιώτες για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, συμπληρωθείσα μέχρι την 20-5-1917, και μεταβλήθηκε κατά τα ανωτέρω σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας, και έκτοτε ήταν δεκτικά χρησικτησίας, και 2) επ' αυτών άσκησε τις προσιδιάζουσες επ' αυτών παραπάνω πράξεις νομής διανοία κυρίου η αναιρεσίβλητη, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας πριν την έναρξη λειτουργίας του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, προσμετρώντας και τις, από το έτος 1960, όμοιες πράξεις νομής διανοία κυρίου του άμεσου δικαιοπαρόχου αυτής.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, εμπεριέχοντας και την αιτιολογία ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν αγρούς, στους οποίους (ως και τα υπόλοιπα τμήματα και το όλο) καλλιεργούσαν ιδιώτες, για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας, συμπληρωθείσα μέχρι την 20-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και, συνεπώς, εκ των παραπάνω νόμων, ήταν δεκτικά χρησικτησίας.
Επομένως, ο, από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Το αναιρεσείον με τον αυτό παραπάνω λόγο, κατά τα οικεία μέρη αυτού, από τις αυτές ανωτέρω πλημμέλειες, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο ότι τα επίδικα α) ως χορτολιβαδικές εκτάσεις, κατά το χρόνο ισχύος του οθωμανικού κράτους, δεν ήταν δεκτικές εξουσίασης χωρίς να έχει εκδοθεί ταπί και β) ως χορτολιβαδικές εκτάσεις, κατά το χρόνο διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου, περιήλθαν στο αναιρεσείον ως δημόσια κτήματα και δεν τυγχάνουν εφαρμογής, αναδρομικώς, οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 6 εδ.
β του ν. 998/1979. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το στοιχείο -α- είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς κατά τα παραπάνω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, τα επίδικα είχαν την ιδιότητα του αγρού, και όχι της χορτολιβαδικής έκτασης. Ο παραπάνω λόγος κατά το στοιχείο -β- είναι απαράδεκτος, λόγω αλυσιτέλειας, διότι από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αναφέρεται αυτό ιστορικά και διηγηματικά, σε πλεοναστικές νομικές αιτιολογίες που χρησιμοποιήθηκαν προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου (ΑΠ 1741/2023, ΑΠ 1037/2022, ΑΠ 1642/2003), ότι τα επίδικα αποτελούν αγρούς (τα τέσσερα συνέχεια των λοιπών τμημάτων και το πέμπτο όπως και όμορα). [3] Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 7 του ν. 998/1979, με τις οποίες εισάγεται εξαίρεση της εξαίρεσης του άρθρου 3 παρ. 6β του ν. 998/1979, και επαναφορά στον κανόνα υπαγωγής των χορτολιβαδικών εκτάσεων στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, εφόσον είναι δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι η προσαπτομένη "μομφή" συνίσταται (απλώς) σε αναφορά στην νομοθετική πρόβλεψη, χωρίς ανάπτυξη της επί μέρους αιτίασης και συγκεκριμενοποίησή της στην επίδικη περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, επειδή κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά πρόκειται για καλλιεργούμενους αγρούς και όχι για χορτολιβαδικές εκτάσεις.
IV. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 191 παρ. 2 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 60/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου