Legislator Case Law & Legislation
1861/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of lawsuit for procedural defects.

Case Number 1861/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting their lawsuit. The appellants argued the lower court erred in its legal assessment and contract interpretation, but the court found their arguments insufficient and the lower court's reasoning adequate. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 122 et seq. and 310 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds raised do not constitute a valid legal basis for overturning the decision or if the lower court did not examine the substantive issue but rejected the claim on procedural grounds.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural defects substantive examination costs of appeal contract interpretation legal basis forfeiture of bond

Cited Legislation

AI generated
Articles 122 et seq. and 310 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1861 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1861/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Σ., 2) Ι. Κ. του Β., 3) Σ. Σ. του Ι., 4) Α. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Συλλούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Σ. Γ. του Α., 3) Γ. Γ. του Α., 4) Κ. Γ. του Δ., 5) Α. Γ. του Δ., 6) Κ. Ν. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Φωτόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόνωτν, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1/2018 μη οριστική και 144/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/1/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 122 επ. και 310 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση δικογράφου ή δικαστικής απόφασης, γίνεται με επιμέλεια των διαδίκων από δικαστικό επιμελητή, ο οποίος ενεργεί ύστερα από παραγγελία που δίνεται από τον ίδιο το διάδικο ή τον πληρεξούσιό του, και συντελείται με την παράδοση τούτου στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται.

Ο σκοπός των δικονομικών ρυθμίσεων του δικαίου της επίδοσης είναι η μέριμνα για να περιέλθει στη γνώση ορισμένου διαδίκου το συγκεκριμένο δικόγραφο. Όταν πρόκειται για δικόγραφο ή απόφαση που απευθύνεται προς νομικό πρόσωπο, η επίδοση γίνεται προς το φυσικό πρόσωπο στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό έχει ανατεθεί η διοίκηση αυτού και το εκπροσωπεί, ήτοι τους νομίμους εκπροσώπους αυτού και σ' αυτή την περίπτωση άλλο είναι το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το δικόγραφο και το οποίο αφορά η γνωστοποίηση του δικογράφου ή της αποφάσεως και άλλο το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση (ΑΠ 932/2018).

Τούτο δε καθόσον, το νομικό πρόσωπο δεν αποτελεί κάποια αυτεξουσίως ενεργώσα φυσική οντότητα, αλλά δημιούργημα της νομικής επιστήμης, συντιθέμενο από ένωση προσώπων ή περιουσιών για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού και ταγμένο κυρίως - αλλά όχι αποκλειστικά - στη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και, επομένως, εφόσον δεν δύναται να παραλάβει το ίδιο κάποιο επιδιδόμενο έγγραφο, αυτό καθίσταται δυνατό μέσω του νομίμου ή καταστατικού εκπροσώπου του, στον οποίο, όπως ορίζεται στο άρθρο 126 § 1 (γ), γίνονται νομίμως οι επιδόσεις που αφορούν σε νομικά πρόσωπα ή άλλες ενώσεις προσώπων.

Εξάλλου, όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει περί αυτού έκθεση, στην οποία, εκτός των άλλων, πρέπει να αναφέρονται αφ'ενός μεν τα πρόσωπα που αυτή αφορά (άρθρο 139 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), δηλαδή τα υποκείμενα της γνωστοποίησης που είναι ο επισπεύδων και εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται το δικόγραφο, αφ'ετέρου δε το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η παράδοση.

Περαιτέρω, η έκθεση επίδοσης αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την ταυτότητα των υποκειμένων της γνωστοποίησης. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητάς τους (ΑΠ 932/2018). Επίσης, αν η γνωστοποίηση γίνεται προς περισσότερα πρόσωπα, απαιτούνται τόσες χωριστές επιδόσεις όσοι είναι και οι παραλήπτες του εγγράφου, εκτός αν οι περισσότεροι παραλήπτες έχουν κοινό αντίκλητο, οπότε αρκεί η επίδοση ενός μόνο εγγράφου στον κοινό αντίκλητο.

Το ίδιο ισχύει και αν σε κάποιο πρόσωπο πρέπει να γίνει επίδοση με πολλαπλή ιδιότητα, οπότε και πάλι ένα μόνο έγγραφο θα επιδοθεί, αφού έτσι πληρούται ο σκοπός του νόμου για τη γνωστοποίηση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 48, 48α και 49 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" και 65, 67, 72, 73 και 74 ΑΚ, προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία που αποτελεί νομικό πρόσωπο, λύεται με την ανάκληση της άδειας συστάσεώς της μετά από απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, από την καταχώρηση της οποίας στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης.

Κατά το στάδιο αυτό εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και διοικείται από τους εκκαθαριστές, που διορίζονται από τη γενική συνέλευση ή εξαιρετικά από τον Υπουργό Εμπορίου. Ο διορισμός των εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου και αυτοί πλέον διαχειρίζονται τις υποθέσεις της ανώνυμης εταιρίας και την εκπροσωπούν προς τα έξω και ενώπιον των δικαστηρίων, η δε εξουσία τους διαγράφεται από τις διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 74 του ΑΚ (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1192/2013, ΑΠ 718/2006).

Περαιτέρω, αν πρόκειται να γίνει να γίνει σε έναν από τους εκκαθαριστές της, ακόμη και όταν είναι περισσότεροι είτε δρουν συλλογικά είτε καθένας από αυτούς έχει δικαίωμα για ανεξάρτητη και αυτοτελή εκπροσώπηση (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1569/1992). Εξάλλου, τόπος επίδοσης, όταν αυτή αφορά γενικώς σε νομικά πρόσωπα, δεν απαιτείται αναγκαίως να είναι ο τόπος ο οποίος κατά το καταστατικό εμφανίζεται ως έδρα του νομικού προσώπου, αλλά μπορεί να είναι και ο τόπος κατοικίας ή εργασίας του εκπροσωπούντος το νομικό πρόσωπο φυσικού προσώπου, αφού, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ.

γ', 127 παρ. 1,128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου, καθώς η δυνατότητα γνώσης του επιδοτέου εγγράφου από το νομικό πρόσωπο εξασφαλίζεται τελικά μέσω του νομίμου εκπροσώπου του (πρβλ.

ΟλΑΠ 3/2001, ΑΠ 1114/2022, ΑΠ 1432/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 2227/2014, ΑΠ 634/2014, ΑΠ 1663/2011, ΑΠ 1019/2009, ΑΠ 74/2008). Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι για την επίδοση σε υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία, ως τόπος επίδοσης, εφόσον το επιδοτέο έγγραφο παραδίδεται στον ίδιο τον εκκαθαριστή, υφίσταται παράλληλα και ο τόπος κατοικίας ή εργασίας του, αφού, όπου κι αν ευρεθεί αυτός, για την υπό εκκαθάριση εταιρεία παραλαμβάνει το έγγραφο που απευθύνεται προς αυτήν και εξασφαλίζεται μέσω αυτού η δυνατότητα γνώσεως αυτής περί του επιδοτέου εγγράφου, χωρίς αναγκαίως να απαιτείται προηγούμενη έρευνα προς επίδοση του δικογράφου με αναζήτησή του στο γραφείο ή κατάστημα της εταιρίας όπου ενεργείται η εκκαθάριση, ώστε μόνο σε περίπτωση βεβαιώσεως στην έκθεση επιδόσεως της ανυπαρξίας γραφείου ή καταστήματος της εταιρίας η επίδοση να θεωρείται ότι έγινε εγκύρως στον ίδιο στην οικία του.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 7α παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920 "Πράξεις και στοιχεία ημεδαπών Ανωνύμων Εταιρειών. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία:.... . θ. Η λύση της εταιρείας..... ια. Ο διορισμός και η αντικατάσταση των εκκαθαριστών, με τα στοιχεία της ταυτότητάς τους....". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7β παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920 "Η δημοσιότητα πραγματοποιείται:

α) Με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της νομαρχίας όπου έχει την έδρα της η εταιρεία.... β) Με τη δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρείας, στο τεύχος Ανώνυμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών των Πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, τροποποιούμενης ανάλογα της παρ. 3 του άρθρου 21 του Ν. 1599/86 "Σχέσεις Κράτους - πολίτη, καθιέρωση νέου τύπου ταυτότητας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α` 75/1986)...

γ) Ειδικά για συστατικές πράξεις, η παραπάνω δημοσίευση πραγματοποιείται με επιμέλεια και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρείας....", κατά δε την παρ. 13 του άρθρο 7β του αυτού νόμου "Η εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει στους τρίτους τις πράξεις και τα στοιχεία για τα οποία δεν τηρήθηκε η δημοσίευση που προβλέπει η περίπτωση β' της ανωτέρω παραγράφου 1 εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν.

Πράξεις ή στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί δεν αντιτάσσονται στους τρίτους πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν", ενώ κατά την παρ. 15 του ίδιου άρθρου "Οι τρίτοι μπορούν να επικαλούνται πράξεις ή στοιχεία για τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 1, εκτός εάν η έλλειψη δημοσιότητας τα καθιστά ανίσχυρα".

Οι παραπάνω διατάξεις τροποποιήθηκαν έμμεσα με το Ν. 3419/2005, ο οποίος ίδρυσε το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), σε αντικατάσταση του Μητρώου Ανωνύμων Εταιρειών. Το Γ.Ε.ΜΗ., όμως, το οποίο υπήρξε ένα ριζικά νέο, ενιαίο για όλες τις επιχειρήσεις, μέσο εμπορικής δημοσιότητας, λειτούργησε μόλις έξι (6) χρόνια μετά, από την 4/4/2011, με το ν. 3853/2010 (πρβλ.

ΑΠ 228/2022). Περαιτέρω, η εμπορική δημοσιότητα εκσυγχρονίστηκε με τα πιο πρόσφατα άρθρα 232 του Ν. 4072/2012, 2 του Ν. 4250/2014 και 202 του Ν. 4281/2014. Αρχικά, με το άρθρο 232 του Ν. 4072/2012 υπήρξε (προαιρετική) κατάργηση των εντύπων (εφημερίδων κ.λπ., πλην του Τεύχους Α.Ε. και Ε.Π.Ε. και της καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ.), που προβλέπονται από τους Κ.Ν. 2190/1920 και Ν. 3190/1955, και αντικαταστάθηκε με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της εταιρείας.

Σε περίπτωση που η εταιρεία δεν είχε ιστοσελίδα, η εταιρεία μπορούσε να περιορισθεί σε δημοσίευση σε μία μόνο ημερήσια οικονομική εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας. Ακολούθως, με το άρθρο 2 του Ν. 4250/2014 καταργήθηκε από 1.1.2015 η υποχρέωση δημοσίευσης στο ΦΕΚ πράξης ή στοιχείου ή ανακοίνωσης περί της καταχωρίσεως πράξης ή στοιχείου στο Γ.Ε.ΜΗ.

και αντικαταστάθηκε με την υποχρέωση δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ, συγκεκριμένα δε με την πρόβλεψη ότι "Όπου στην κείμενη νομοθεσία για τις ανώνυμες εταιρίες .... υπάρχει υποχρέωση δημοσίευσης στο ΦΕΚ/ΤΑΕ-ΕΠΕ και Γ.Ε.ΜΗ. είτε πράξης ή στοιχείου είτε ανακοίνωσης περί της καταχώρισης πράξης ή στοιχείου στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, η υποχρέωση υποβολής σχετικής αίτησης καταργείται από την 1.1.2015, ανεξάρτητα αν η δημοσίευση πραγματοποιείται από την Υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ.

ή με επιμέλεια του υπόχρεου. Η σχετική υποχρέωση αντικαθίσταται με υποχρέωση δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ.. Ειδικά, για τις περιπτώσεις όπου η δημοσίευση πραγματοποιείται με επιμέλεια του υπόχρεου, αυτή θα πραγματοποιείται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα. Η δημοσίευση με ηλεκτρονικά μέσα λαμβάνει χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 3419/2005, οι οποίες εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.....".

Τέλος, με το άρθρο 202 του Ν. 4281/2014 αντικαταστάθηκε το άρθρο 232 του Ν. 4072/2012 και προβλέφθηκε ότι από 31.12.2015, με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που αφορούν τις εισηγμένες εταιρείες, η δημοσίευση δια των εντύπων "καθίσταται απολύτως προαιρετική" για τις εταιρείες, το αυτό δε ισχύει και για την ανάρτηση στην εταιρική ιστοσελίδα.

Παράλληλα, ορίσθηκε ότι η δημοσίευση περιορίζεται στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νέα παρ. 2 του άρθρου 232 του Ν. 4072/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 202 του Ν. 4281/2014, "Όπου στις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ν. 3190/1955 προβλέπεται δημοσίευση με επιμέλεια της εταιρίας στο ΦΕΚ/ΤΑΕ-ΕΠΕ και Γ.Ε.ΜΗ.

και σε λοιπά έντυπα μέσα, η πράξη ή το στοιχείο δημοσιεύεται μόνο στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 4250/2014, εντός των προθεσμιών που ορίζονται για τις δημοσιεύσεις στα λοιπά έντυπα μέσα". Μετά τις ανωτέρω διατάξεις, η δημοσιότητα της Α.Ε. έχει απλοποιηθεί, αφού περιορίζεται πλέον σε καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.

και δημοσίευση στο διαδικτυακό τόπο του. Εξάλλου, για ορισμένες από τις πράξεις και στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, η καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. αναπτύσσει τη λεγόμενη συστατική ή δημιουργική ενέργεια, αποτελεί δηλαδή όρο του ενεργού τους, οπότε αυτές παραμένουν ανενεργές μέχρι την καταχώρισή τους.

Συστατική είναι η ενέργεια της καταχώρισης σε περιπτώσεις όπως: α) η σύσταση της Α.Ε., β) η τροποποίηση του καταστατικού, γ) ο μετασχηματισμός Α.Ε. σε άλλες εταιρικές μορφές, δ) ο μετασχηματισμός άλλων εταιρικών μορφών σε Α.Ε., ε) η συγχώνευση - εξαγορά - διάσπαση της Α.Ε., στ) η λύση της Α.Ε., ζ) η αναβίωση της Α.Ε.

και στις περιπτώσεις αυτές (έλλειψης συστατικής καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ.), ούτε οι καλόπιστοι τρίτοι δεν μπορούν να επικαλεστούν τα ακαταχώριστα στοιχεία. Για όσες, όμως, πράξεις και στοιχεία η καταχώριση δεν ενεργεί συστατικά, αναπτύσσει τη λεγόμενη δηλωτική ή βεβαιωτική ενέργεια. Δηλαδή, η καταχώριση δεν αποτελεί όρο του ενεργού των εν λόγω πράξεων, οι οποίες καθίστανται πλήρως ισχυρές και δεσμευτικές από την έκδοσή τους και πριν ακόμη την καταχώρισή τους στο Γ.Ε.ΜΗ..

Η δηλωτική καταχώριση αφορά αποκλειστικά στις σχέσεις της εταιρείας με τους τρίτους, και συγκεκριμένα στο αντιτάξιμο των εν λόγω πράξεων. Η δηλωτική ενέργεια δεν ενεργεί ενιαία για όλες τις καταχωριστέες πράξεις που δεν υπόκεινται σε συστατική δημοσιότητα. Ορισμένες από αυτές αναπτύσσουν έννομες συνέπειες και είναι αντιτάξιμες έναντι τρίτων και χωρίς καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ., όπως λ.χ.

η απόφαση που κηρύσσει την εταιρεία σε πτώχευση, οπότε η καταχώριση επιτελεί απλώς και μόνο πληροφοριακή λειτουργία. Σε άλλες, αντιθέτως, περιπτώσεις δηλωτικής καταχώρισης, τα καταχωρηθέντα στοιχεία, παρότι αποκτούν ισχύ ανεξαρτήτως της καταχώρισής τους στο Γ.Ε.ΜΗ, δεν δύνανται, ακαταχώριστα και αδημοσίευτα, να αντιταχθούν στους καλόπιστους τρίτους.

Τέτοιου είδους καταχωρίσεις αναπτύσσουν τη λεγόμενη επιβεβαιωτική ενέργεια ή την εν μέρει συστατική ενέργεια της εμπορικής δημοσιότητας. Δηλωτική ενέργεια αναπτύσσει η καταχώριση, μεταξύ άλλων πράξεων και στοιχείων, των πράξεων εκλογής/διορισμού ή παύσης των οργάνων διοίκησης της ΑΕ, των ελεγκτών και των εκκαθαριστών (ΑΠ 1156/2018, ΑΠ 470/2006, ΑΠ 916/2004).

Εφόσον δε, δημοσιευτεί μία πράξη ή ένα στοιχείο, η εταιρεία μπορεί να τα αντιτάξει κατ' αρχήν στους τρίτους. Η χρονική έναρξη του αντιταξίμου διαφοροποιείται, ανάλογα με το χρόνο που παρήλθε από τη δημοσίευση. Εντός του πρώτου 15ημέρου από τη δημοσίευση, η εταιρεία μπορεί μεν να αντιτάξει το δημοσιευθέν στοιχείο στους τρίτους, οι τελευταίοι όμως μπορούν να προτείνουν κατ' ένσταση, φέροντας το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι δεν ήταν δυνατόν να το γνωρίζουν, ήτοι ότι δε βαρύνονται με υπαίτια άγνοια (μαχητό τεκμήριο γνώσης), ενώ οι λόγοι που θεμελιώνουν την ανυπαίτια άγνοια του τρίτου πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά.

Ειδικότερα δε, οι εκφάνσεις της ουσιαστικής δημοσιότητας είναι οι ακόλουθες: α) η έλλειψη αντιταξιμότητας των ακαταχώριστων και αδημοσίευτων στοιχείων έναντι των καλόπιστων τρίτων, ήτοι η προστασία της εμπιστοσύνης των τρίτων στη σιωπή του μέσου δημοσιότητας (Γ.Ε.ΜΗ.), β) η αντίστροφη περίπτωση της αντιταξιμότητας των δημοσιευμένων στοιχείων και γ) η προστασία της εμπιστοσύνης των τρίτων στην ορθότητα και τη νομιμότητα των δημοσιευμένων πληροφοριών.

Ως "τρίτος" νοείται κάθε πρόσωπο ξένο προς την ΑΕ, στην οποία αφορά η δημοσιότητα. Επιπλέον, η ουσιαστική δημοσιότητα εφαρμόζεται μόνο σε έννομες σχέσεις που γεννώνται κατά τη συναλλακτική δράση της εταιρείας απέναντι στους τρίτους, ενώ δεν βρίσκει εφαρμογή στις περιπτώσεις εννόμων σχέσεων που γεννώνται εκ του νόμου και ανεξάρτητα από τη συναλλακτική επαφή των τρίτων με την εταιρεία και τους εκπροσώπους της.

Η ουσιαστική δημοσιότητα εφαρμόζεται επίσης και στην έννομη σχέση της δίκης μεταξύ εταιρείας και τρίτων. Περαιτέρω, κύρια έκφανση της μη αντιταξιμότητας στο δίκαιο της Α.Ε., αποτελεί το άρθρο 7β παρ. 13 του Κ.Ν. 2190/1920, βάσει του οποίου προστατεύεται η εμπιστοσύνη των τρίτων στη σιωπή του Γ.Ε.ΜΗ., ήτοι σε ένα αρνητικό στοιχείο, καθώς οι τρίτοι μπορούν να εμπιστευθούν ότι ένα νομικό γεγονός που αφορά στην εταιρεία δεν έχει επέλθει, εφόσον δεν έχει δημοσιευθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν το αδημοσίευτο στοιχείο.

Η σιωπή του μέσου δημοσιότητας παράγει φαινόμενο δίκαιο, και η μη αντιταξιμότητα προστατεύει ακριβώς τους καλόπιστους τρίτους που εμπιστεύονται το φαινόμενο αυτό. Προϋπόθεση δε της μη αντιταξιμότητας είναι η παράλειψη δημοσίευσης ενός στοιχείου (με δηλωτικό, απλώς, χαρακτήρα και με επιβεβαιωτική ή εν μέρει συστατική ενέργεια) που ανήκει στα κατά νόμο δημοσιευτέα, αφού η μη αντιταξιμότητα δεν καταλαμβάνει στοιχεία μη δημοσιευτέα.

Εξάλλου, ακόμη και αν συντρέχει η έλλειψη δημοσιότητας, οι τρίτοι δεν προστατεύονται σύμφωνα με την παρ. 13 του ως άνω άρθρου 7β, εφόσον η εταιρεία αποδείξει ότι είχαν εγκαίρως θετική γνώση των αδημοσίευτων πράξεων και στοιχείων (πρβλ. ΑΠ 264/2023, ΑΠ 1838/2022, ΑΠ 633/2021, ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 1156/2018, ΑΠ 737/2015, ΑΠ 307/2003, ΑΠ 724/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την απούσα πρώτη των καθ'ων η αίτηση αναιρέσεως Ανώνυμη Εταιρία υπό την επωνυμία "...

ΑΕ", που τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται κατά νόμον από τους εκκαθαριστές της, οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά τους προβάλλουν , κατ'αρχήν, ότι α) επειδή στις υπ' αριθ. 1923/16-09-2022 και 1924/16-09-2022 εκθέσεις επιδόσεως, του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, προς τους ορισθέντες εκκαθαριστές της ως άνω εταιρείας Α.

Α. του Θ. και Ε. Ζ. του Κ., αναφορικά με την υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την κλήση προς συζήτησή της, δεν προσδιορίζεται ο ακριβής τόπος της έδρας της ανωτέρω ανώνυμης υπό εκκαθάριση εταιρείας, με μνεία της πόλης, της οδού και του αριθμού ή άλλου πρόσφορου προσδιοριστικού στοιχείου της προς επίδοση κλήσεως και β) επιδιώχθηκε η επίδοση αυτής μόνο στην κατοικία των φερόμενων ως νομίμων εκπροσώπων της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας, χωρίς προηγουμένως να επιδιωχθεί, κατά το άρθρ. 129 του ΚΠολΔ, η κοινοποίηση στην έδρα αυτής (εταιρείας) και χωρίς κανένα άλλο προσδιοριστικό στοιχείο της, η επίδοση δεν ήταν σύννομη και άρα η ανωτέρω ανώνυμη υπό εκκαθάριση εταιρεία, η οποία απουσιάζει, δεν κλητεύθηκε νομίμως και, συνεπώς, λόγω του ότι είναι αναγκαία ομόδικος των λοιπών αναιρεσιβλήτων, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους.

Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός, περί απαραδέκτου της συζητήσεως, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα ανωτέρω - στη μείζονα σκέψη - εκτιθέμενα, δεν αποκλείεται και για νομικό πρόσωπο που βρίσκεται υπό εκκαθάριση ο τόπος της επίδοσης να είναι παραλλήλως και αυτός της κατοικίας ή εργασίας του εκκαθαριστή, αφού, όπου κι αν ευρεθεί αυτός, για την υπό εκκαθάριση εταιρεία (ως εκπροσωπών νομίμως αυτή) παραλαμβάνει το έγγραφο και εξασφαλίζεται μέσω αυτού η δυνατότητα εκ μέρους της γνώσεως του επιδοτέου εγγράφου, χωρίς αναγκαίως να απαιτείται και προηγούμενη έρευνα προς επίδοση στο γραφείο ή κατάστημα της εταιρίας όπου ενεργείται η εκκαθάριση και εξ αυτού του λόγου να προκύπτει ακυρότητα.

Σημειωτέον δε ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες νομίμως, μετ'επικλήσεως, από τους αναιρεσείοντες, ως ανωτέρω εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας Δημητρίου Μήνου, οι οποίες παραδεκτώς, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπούνται προκύπτει ότι οι ευρεθέντες στην κατοικία τους εκκαθαριστές της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, παρέλαβαν οι ίδιοι, αντιστοίχως, για λογαριασμό της το επιδοτέο έγγραφο, εξασφαλισθείσας έτσι της γνώσεως του εν λόγω υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου για τη συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης.

Εξάλλου, οι αυτοί ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι (δεύτερος έως και έκτος) εκθέτουν, περαιτέρω, ότι δεν δημοσιεύτηκε στο ΓΕΜΗ ο διορισμός των ως άνω εκκαθαριστών και ότι η έλλειψη δημοσιότητας του διορισμού τους καθιστά κάθε πράξη σχετική προς αυτούς ή την υπό εκκαθάριση Α.Ε. (όπως την επίδοση προς αυτούς για λογαριασμό της, με τις προαναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης) μη σύννομη και άρα η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία επίσης δεν κλητεύθηκε νομίμως ως αναγκαία ομόδικος τους και, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους.

Πλην, όμως, από την μεν 1/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την οποία προσκομίζουν νομίμως μετ'επικλήσεως οι αναιρεσείοντες, και παραδεκτώς επισκοπείται προκύπτει ότι κατά την αρχική συζήτηση της έφεσης, επί της οποίας τελικώς εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήταν παρόντες οι ως άνω αναιρεσίβλητοι και, με την απόφαση αυτή είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της (έφεσης) λόγω θανάτου των αρχικών εκκαθαριστών της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας και ελλείψεως τέτοιων προς εκπροσώπησή της, αφ'ετέρου δε, κατά τη νέα συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (144/2021 Τριμελούς Εφετείου Λάρισας), που επίσης προσκομίζεται νομίμως μετ'επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες, η μεν ως άνω εταιρεία πάλι απουσίαζε, αλλά κρίθηκε ότι νομίμως και εμπροθέσμως είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της υποθέσεως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-5-2020 (από την οποία μετά από δύο ματαιώσεις, λόγω της αναστολής λειτουργίας όλων των δικαστηρίων της χώρας συνεπεία του covid-19, ορίσθηκαν αυτεπαγγέλτως νέες δικάσιμοι με τελευταία την 14/5/2021, κατά την οποία η έφεση συζητήθηκε και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) με επίδοση της σχετικής κλήσης στους διορισμένους με την με αριθμ. 73/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας εκκαθαριστές (με αριθμ. 10.404Γ'/24-12-2019 και 10.405Γ' /24-12-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας, Στυλιανού Μήνου).

Κατά συνέπεια, οι παρόντες και τότε ως εκκαλούντες (δεύτερος έως και έκτος) και ήδη αναιρεσίβλητοι, έλαβαν, αναμφίβολα και σε κάθε περίπτωση, γνώση του διορισμού ως εκκαθαριστών της ως άνω ανώνυμης εταιρείας των Α. Α. του Θ. και Ε. Ζ. του Κ. κατά τη (νέα) συζήτηση της ως άνω εφέσεως, μετά την οποία εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οπότε αλυσιτελώς προβάλλεται από αυτούς ότι δεν υπήρξε δημοσίευση του διορισμού των εκκαθαριστών στο Γ.Ε.ΜΗ.

και ότι αυτό έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της συζητήσεως στο παρόν Δικαστήριο, αφού οι τρίτοι δεν προστατεύονται, σύμφωνα με την παρ. 13 του ως άνω άρθρου 7β Κ.Ν. 2190/1920, εφόσον αποδεικνύεται ότι είχαν εγκαίρως (από τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) θετική γνώση της έκδοσης της επικαλούμενης ως αδημοσίευτης στο Γ.Ε.ΜΗ.

απόφασης (ΜΠρΚαρδ 73/2019) περί διορισμού των εκκαθαριστών.

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 17/1/2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμόν 144/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 56/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Με την τελευταία απόφαση, είχε γίνει δεκτή κατ'ουσίαν, η από 12-1-2015 αγωγή των δεύτερου έως και έκτου των αναιρεσιβλήτων και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη της αναφερόμενης δικαιοπραξίας μεταβίβασης οριζοντίων ιδιοκτησιών από την πρώτη αναιρεσίβλητη προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και καταβλήθηκε το προσήκον για την άσκησή της παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει, από την υπ'αριθμ. 1/18-1-2022 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματέως του Εφετείου Λάρισας. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1551/2022).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 24/2015).

Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και, συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο δεν είναι το διαδικαστικό έγγραφο της συγκεκριμένης δίκης, ενώ είναι το έγγραφο της αποφάσεως επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 91/2023, ΑΠ 269/2018, ΑΠ 2061/2014, ΑΠ 1456/2013, ΑΠ 25/2011).

Ο λόγος δε αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρει και το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο) και ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, προς εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να είναι δυνατή η κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος (ΑΠ 333/2011, 113/2019, 909/2008, 2059/2007).

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι: "με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σαφώς παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η αντίδικος ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." όφειλε σε εμάς τα αναφερόμενα ως άνω ποσά. Είχε δε ως μόνα περιουσιακά στοιχεία τα εμπορεύματα, εξοπλισμό και μηχανήματα που είχε στα καταστήματά της και είχε τα μόνα ακίνητα ως άνω λεπτομερώς αναφερόμενα.

Συγκεκριμένα είχε συμφωνήσει με τους οικοπεδούχους να ανεγείρει στο οικόπεδο τους πολυώροφη οικοδομή να παραχωρήσει στους οικοπεδούχους αποπερατωμένα ορισμένα λεπτομερώς αναφερόμενα διαμερίσματα και να λάβει η ίδια τα επίδικα ακίνητα. Η αντίδικος εταιρία με δικά της υλικά και δαπάνες ανήγειρε την πολυώροφη οικοδομή, παρέδωσε στους οικοπεδούχους τα συμφωνηθέντα διαμερίσματα και παρακράτησε η ιδία τα επίδικα ακίνητα, εντός των οποίων και εγκατέστησε επιχείρηση σούπερ μάρκετ και την έδρα της εταιρίας της.

Ήταν τουτέστιν τα μοναδικά ακίνητα που είχε η εταιρία αυτή. Με την γενομένη ως άνω συμφωνία με τους εκ των αντιδίκων 1) Σ. Γ. του Α., 2)Γ. Γ. του Α., 3) Κ. Γ. του Δ., 4) Α. Γ. του Δ. και 5) Κ. Ν. του Π., μεταβίβασε εις αυτούς και τα ως άνω ακίνητα με τον όρο εκτός των άλλων να καταβάλλουν οι φερόμενοι αυτοί αγοραστές μετά της εταιρίας των, τις οφειλές που είχε η εν λόγω εταιρία εκτός των άλλων και προς εμάς.

Πράγματι με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κωνσταντίνου Μπαλτά πώλησε προς τους φερόμενους αυτούς αγοραστές τα ακίνητα αυτά. Τα ακίνητα αυτά, ανήκαν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην αντίδικο εταιρία. Τούτο καθ'όσον η εταιρία αυτή τα ανήγειρε δαπάνες της και η εταιρία αυτή ήταν υπόλογη για τυχόν παραλήψεις και ελαττώματα των κατασκευασθέντων ακινήτων αυτών.

Απαλλοτρίωσε συνεπώς τα μοναδικά ακίνητα που είχε η εταιρία αυτή. Δεχθείσα συνεπώς τα αντίθετα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 περιπτ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί..." Με το περιεχόμενο αυτό, όμως, ο άνω λόγος είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο, ουδόλως αναφέρονται οι συγκεκριμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται να παραβιάσθηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους, από το Εφετείο που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.

Δηλαδή δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, που ως ελέχθη δεν αναφέρεται καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 εδ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβαλλομένων με τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεων.

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι παραδεκτός.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αρ.19, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα, συνισταμένη σε αιτιολογίες που είναι και αντιφατικές και ανεπαρκείς. Ο λόγος όμως, αυτός του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ'ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του.

VI.Στον τελευταίο (τρίτο) από τους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι, με το επίδικο συμβόλαιο, η εργολάβος εταιρεία, ήτοι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε τα επίδικα αυτά ακίνητα, στους ετέρους των αναιρεσιβλήτων και δεν ενεργούσε ως πληρεξούσια των οικοπεδούχων, αλλά ως ασκούσα ίδιον αυτής δικαίωμα και ότι δεχθείσα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντίθετα παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αριθμ.... ως άνω συμβολαίου κατά τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται σ'αυτό.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι απαράδεκτος, καθόσον πέραν της αοριστίας του, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο του ακριβούς περιεχομένου του επίμαχου αποδεικτικού εγγράφου (συμβολαίου) καθώς και των όσων δέχθηκε, σχετικώς το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ιδρύεται εφόσον εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την, κατ'αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του επιδίκου συμβολαίου, σε συνάρτηση με τους αναιρετικούς ισχυρισμούς το Εφετείο προκειμένου να κρίνει τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, δεν το ανέγνωσε εσφαλμένα, αλλά συνήγαγε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες και, επομένως, κρίνεται απορριπτέος.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), καθώς και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατάθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-1-2022 αίτηση των Ι. Σ. κ.λπ. για αναίρεση της 144/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ