Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment regarding statute of limitations and public hospital liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the public hospital's appeal against the First Instance Court's judgment regarding the statute of limitations. The hospital argued that the statute of limitations had expired, but the court found the First Instance Court correctly applied the law by recognizing a new cause of action based on a subsequent Supreme Administrative Court decision. Consequently, the appeal was rejected, and the hospital was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if substantive law is violated, and a new legal ground arising from a subsequent binding decision constitutes a valid basis for overturning a prior judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1861 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1861/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Ιπποκράτειο", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ….και 18) Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστάθιου Κουτσοχήνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 254/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 891/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7190/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 16-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-6-2020 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 7190/2019 αποφάσεως του δικάσαντος ως εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων και) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια, ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, ασχέτως αν μεταβάλλεται απλά η δικονομική θέση, ως όταν ο αρχικώς ενάγων γίνεται εναγόμενος σε αντίθετη αρνητική αγωγή.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση και ένσταση συμψηφισμού. "'Εννομη σχέση" κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα, και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες (ΑΠ 294/2016, 182/2016, 909/2014).
Συνεπώς, καταλαμβάνεται με δεδικασμένο όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, αλλά και η δικαιολογητική σχέση, ήτοι η έννομη σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί (ΑΠ 182/2016, 904/2015).
Συνεπώς, δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως προς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η νέα αγωγή (ΟλΑΠ 3/2003, 12/2002).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 322 και 324 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις που προτάθηκαν, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης.
Ετσι αποκλείεται το αμυντικό δικαίωμα του διαδίκου να προτείνει σε νέα δίκη- προδικαστικό ζήτημα της οποίας αποτελεί ζήτημα που έχει λυθεί ήδη με προηγούμενη απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου - ενστάσεις που πρότεινε σε προηγούμενη δίκη καθώς και εκείνες που μπορούσε να προτείνει και δεν πρότεινε για οποιοδήποτε λόγο.
Για να καλυφθεί από το δεδικασμένο μία ένσταση που δεν προτάθηκε, πρέπει να μπορούσε να προταθεί κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δίκης, να είχαν δηλαδή συμβεί μέχρι την τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε, υπαίτια ή ανυπαίτια.
Εξαιρούνται μόνο από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα (οι καλούμενες γνήσιες μη αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις), που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Ως κύρια δε αγωγή δε μπορεί να θεωρηθεί η αναγνωριστική λ.χ. αγωγή για αναγνώριση ότι η απαίτηση του δανειστή αποσβέσθηκε λόγω παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας.
Γιατί η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία δεν θεμελιώνουν αυτοτελές δικαίωμα, αλλά άμυνα του οφειλέτη κατά του δανειστή. Επομένως, η ένσταση παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας, που προτάθηκε ή μπορούσε να προταθεί σε προηγούμενη δίκη, το αποτέλεσμα της οποίας αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα, δεν επιτρέπεται να προταθεί στην τελευταία, γιατί καλύπτεται από το δεδικασμένο (ΑΠ 243/2018, 1506/2004, 1333/2000).
Ειδικότερα, αν η ένσταση παραγραφής απορριφθεί ως αβάσιμη και η αγωγή προς καταβολή της παροχής γίνει δεκτή με την κρίση ότι το αγωγικό δικαίωμα υφίσταται και είναι πλήρως ενεργό έναντι του εναγομένου, η κρίση αυτή καθίσταται αναμφισβήτητη σε κάθε νέα δίκη, στην οποία το ζήτημα της υπάρξεως του δικαιώματος και του ενεργού της αξιώσεως ανακύπτει είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα άλλης, κυρίως κρινόμενης στη νέα δίκη έννομης συνέπειας.
Η αμφισβήτηση δε της κρίσης ότι η απαίτηση υπάρχει και είναι ενεργή δεν επιτρέπεται να γίνει ούτε ευθέως ούτε εμμέσως μέσω της αμφισβήτησης των προκειμένων από τις οποίες η κρίση αυτή απέρρευσε. Για το λόγο αυτό, είναι απαράδεκτη και τυχόν αρνητική αναγνωριστική αγωγή του οφειλέτη για τη διάγνωση παραλύσεως της εναντίον του αξιώσεως δυνάμει της (απορριφθείσας στην προηγούμενη δίκη) ενστάσεως παραγραφής.
Και τούτο διότι με την αρνητική αναγνωριστική αγωγή επιδιώκεται εμμέσως το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή εννοιολογικά υπάρχει ταυτότητα σκοπού και αποτελέσματος. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.4 του Συντάγματος, 21 παρ.1 και 51 παρ.1, 2 και 4 του ν. 345/1976 "περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου" (στο εξής:
ΑΕΔ), οι αποφάσεις του ΑΕΔ είναι αμετάκλητες, αποκλείουν την άσκηση τριτανακοπής κατ' αυτών και ισχύουν έναντι πάντων από τη δημοσίευσή τους στο ακροατήριο, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά. Ειδικότερα, απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, ισχύει έναντι πάντων από τη δημοσίευσή της, εκτός αν το ΑΕΔ, με ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, κηρύξει το ανίσχυρο της διάταξης, που κρίνεται αντισυνταγματική, από χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, οι αποφάσεις του ΑΕΔ, με τις οποίες κάποια διάταξη τυπικού νόμου κηρύσσεται αντισυνταγματική, δεσμεύουν και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου, το οποίο έλυσαν, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή που επάγεται τη μη εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης όχι μόνο έναντι των διαδίκων, αλλά έναντι πάντων, μόνο, όμως, για το μέλλον, εφ' όσον δεν έχει προσδοθεί, ρητώς, αναδρομική εφαρμογή στην απόφαση.
Αυτό σημαίνει ότι έννομες σχέσεις, οι οποίες είχαν ρυθμισθεί στο παρελθόν, σε χρόνο κατά τον οποίο η επίμαχη διάταξη δεν είχε ακόμη κριθεί αντισυνταγματική, με τρόπο τελειωτικό, ήτοι χωρίς να βρίσκεται σε εκκρεμότητα διοικητική ή δικαστική διένεξη σε οποιοδήποτε επίπεδο, θεωρούνται ως συννόμως ρυθμισμένες και δεν αναβιώνουν, προκειμένου να ρυθμισθούν εκ νέου, με εφαρμογή της μεταβολής που επέφερε η απόφαση του ΑΕΔ για το μέλλον (Ολ.Α.Π. 10/2001, ΑΠ 488/2019, 72/2016, 275/2015, 789/2014, 9/2014, 1595/2002, 1554/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης", με την από 24-3-2017 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εργάζονταν σ' αυτό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως υπάλληλοι, είχαν ασκήσει σε βάρος του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ.
καταθ. 12002/31-8-2007 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να τους επιδικαστεί η προβλεπόμενη από τις υπ' αριθμ. 2/44212/0022 και 2/34586/0022 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας, μισθολογική παροχή (176 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από το χρόνο της προσλήψεως ενός εκάστου μέχρι το χρόνο καταθέσεως της αγωγής (31-8-2007).
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7478/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδικάστηκαν υπέρ των εναγόντων τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά για το αιτούμενο χρονικό διάστημα, ενώ με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η προβληθείσα από το τότε εναγόμενο (νυν ενάγον-αναιρεσείον) ένσταση περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων (νυν εναγομένων-αναιρεσιβλήτων) κατ' άρθρ. 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, με την αιτιολογία ότι οι αξιώσεις αυτές δεν υπόκεινται στη διετή παραγραφή του ως άνω Ν.Δ., λόγω αντισυνταγματικότητας της διάταξης αυτής, αλλά στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ.
Ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 7478/2008 απόφαση, επιδόθηκε σ' αυτό (ενάγον) για πρώτη φορά στις 17-11-2015, χωρίς να μεσολαβήσουν έκτοτε άλλα διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, ενώ αυτή είχε ήδη καταστεί τελεσίδικη μετά την παρέλευση τριετίας από τη δημοσίευσή της στις 9-12-2011 (δημοσιεύτηκε στις 8-12-2008), χωρίς να ασκηθούν κατ? αυτής τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα.
Ότι παρόλα αυτά, πριν από την τελεσιδικία της αποφάσεως και συγκεκριμένα από τις 31-12-2010, η απαίτηση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων είχε υποπέσει, "εν επιδικία", στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ 496/1974, καθόσον η ως άνω υπ' αριθμ. 7478/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου δημοσιεύτηκε στις 9-12-2008 και δεν μεσολάβησε έως τις 31-12-2010 άλλο διακοπτικό γεγονός της παραγραφής.
Ότι παρόλα αυτά, οι ως άνω ενάγοντες και νυν εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, με την επίδοση σ' αυτό της ως άνω υπ' αριθμ. 7478/2008 αποφάσεως στις 17-11-2015, επικαλούμενοι ότι η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, ζήτησαν την καταβολή των ποσών που τους επιδικάστηκαν. Με βάση τα παραπάνω και επικαλούμενο ότι η απόρριψη της σχετικής ένστασης διετούς παραγραφής με την ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου, δεν εμποδίζει την προβολή από αυτό της ενστάσεως παραγραφής "εν επιδικία" σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ζήτησε, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, να αναγνωριστεί ότι ουδέν ποσό οφείλει στους νυν εναγόμενους, λόγω διετούς παραγραφής "εν επιδικία" των ένδικων απαιτήσεών τους.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 891/2018 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Μετά την άσκηση από το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. της από 12-11-2018 εφέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7190/2019 (αναιρεσιβαλλόμενη) απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, έκρινε, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού των εκεί εφεσιβλήτων-εναγομένων, ότι για την ένδικη διαφορά παρήχθη δεδικασμένο από την πιο πάνω υπ' αριθμ. 7478/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω συνδρομής της αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της ύπαρξης του δεδικασμένου εκ της ως άνω αποφάσεως, που απαγορεύει την άσκηση της κρινόμενης αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής εκ μέρους του εναγομένου και οφειλέτη στην ανωτέρω απόφαση.
Ειδικότερα το Εφετείο, στα πλαίσια εξετάσεως κατ' ουσίαν σχετικού λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι από την υπ' αριθμ. 7478/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων δεν υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, αλλά στην πενταετή του άρθρου 250 ΑΚ, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, δεδομένου ότι από τη δημοσίευσή της στις 9-12-2008 παρήλθε τριετία, που συμπληρώθηκε στις 10-12-2011, χωρίς να ασκηθούν κατά αυτής τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, απορρέει δεδικασμένο και δε μπορεί να αμφισβητηθεί η κρίση της ως άνω αποφάσεως, περί μη εφαρμογής του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 και απόρριψης της προβληθείσας σχετικής ένσταση διετούς παραγραφής, έστω και αν αυτή (κρίση) είναι εσφαλμένη, ούτε το ενάγον μπορεί να προβάλει την ίδια ένσταση παραγραφής κατά το άρθρο 48 παρ. 3 ν.δ, 496/1974, με τη μορφή της "εν επιδικία" παραγραφής, με την ένδικη αρνητική αναγνωριστική αγωγή με επίκληση "άλλου" χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα με επίκληση παρόδου διετίας μετά την δημοσίευση της αποφάσεως, αφού το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα που προβλήθηκε για να στηριχθεί ο λόγος αυτός δεν στηρίζεται σε διαφορετική ιστορική ή (και) νομική αιτία, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 322 και 324 ΚΠολΔ, με συνέπεια η υπό κρίση αγωγή να προσκρούει στην ύπαρξη δεδικασμένου από την ως άνω απόφαση.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά έκρινε ότι για το ζήτημα που προεκτέθηκε υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 7478/2008 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα: Η ως άνω ένσταση διετούς παραγραφής κατά το άρθρο 48 παρ. 3 Ν.Δ. 496/1974 είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της διαγνωστικής δίκης για τις επίδικες αξιώσεις και είχε απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, καθώς κρίθηκε ότι η ως άνω διάταξη είναι ανεφάρμοστη ως αντισυνταγματική και ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 250 και 937 ΑΚ.
Η ίδια ακριβώς ένσταση κατά το άρθρο 48 παρ. 3 Ν.Δ. 496/1974 αποτελεί περιεχόμενο και της ένδικης από 24-3-2017 αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία το ενάγον και ηττηθέν στην προηγηθείσα δίκη ΝΠΔΔ επικαλείται απλώς την πάροδο διαφορετικού, αλλά ίσης διάρκειας χρονικού διαστήματος και ειδικότερα το διάστημα διετίας μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.
Δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις προβλήθηκε ο ίδιος χρόνος παραγραφής (πάροδος διετίας), η δε σχετική ένσταση στηρίχθηκε στην ίδια διάταξη (άρθρο 48 παρ.3 ν.δ. 496/1974). Το ηττηθέν στη δίκη επί της πρώτης από 31-8-2007 αγωγής εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. δεν εναντιώθηκε απέναντι στην ανωτέρω κρίση του Ειρηνοδικείου αναφορικά με την ένδικη ένσταση, με την εμπρόθεσμη άσκηση τακτικού ή έκτακτου ένδικου μέσου προς εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση ή αναίρεση της ως άνω 7478/2008 οριστικής αποφάσεως αυτού.
Συνεπώς από τη στιγμή που η ανωτέρω απόφαση, (η οποία κατέστη τελεσίδικη στις 10-12-2011, ήτοι μετά την παρέλευση τριετίας από τη δημοσίευσή της και αμετάκλητη στις 10-12-2014, ήτοι μετά την πάροδο τριετίας από την τελεσιδικία της) απέκτησε δύναμη δεδικασμένου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η κρίση της περί μη εφαρμογής του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, με βάση την οποία απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη η προβληθείσα σχετική ένσταση διετούς παραγραφής και δεν μπορεί το ενάγον να προβάλει την ίδια ένσταση παραγραφής, αυτή τη φορά με τη μορφή της "εν επιδικία" παραγραφής, με επίκληση "άλλου" χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα με επίκληση παρόδου διετίας μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 ν.δ. 496/1974, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 216, 261 και 262 παρ.1 και 247 επομ. ΑΚ, ιστορική βάση της συγκεκριμένης ενστάσεως παραγραφής αποτελεί η πάροδος διετίας και όχι το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που επικαλείται το αναιρεσείον. Οι διαφορετικές διετίες στις οποίες αναφέρεται το αναιρεσείον, παρόμοιες των οποίων μπορούν να υπάρξουν, να σχηματιστούν και να τρέξουν περισσότερες κατά τη διαρκή πάροδο του χρόνου, δεν μεταβάλλουν κατά νόμο την ταυτότητα της ενστάσεως (κατά την ιστορική και νομική βάση της και κατά την έννομη συνέπεια αυτής), γιατί κάτι παρόμοιο αφενός μεν θα ήταν ευθέως αντίθετο προς τη λειτουργία και το σκοπό του δεδικασμένου, ενώ αφετέρου θα οδηγούσε σε αντίθετα προς τη λογική και το νόμο αποτελέσματα.
Συγκεκριμένα, δεν είναι λογικά και νομικά δυνατό η ίδια αξίωση να υποκύψει στην ίδια παραγραφή περισσότερες από μια φορές, δεν είναι δηλαδή δυνατό να υπάρξουν περισσότερες παραγραφές της ίδιας αξίωσης με βάση την ίδια μεν διάταξη, λόγω παρόδου όμως διαφορετικών κάθε φορά αλλά ίσης διάρκειας χρονικών διαστημάτων.
Αντίστοιχα, η ίδια ένσταση και έννομη συνέπεια της παραγραφής θα μπορούσε να προταθεί με βάση την ίδια διάταξη περισσότερες φορές, στηριζόμενη κάθε φορά σε διαφορετικό χρονικό διάστημα, μόνο αν την προηγούμενη φορά είχε απορριφθεί με την κρίση, ότι η παραγραφή αυτή δεν είχε συμπληρωθεί στην πρώτη περίπτωση για κάποιο νόμιμο λόγο, οπότε και μόνο θα μπορούσε πλέον να συμπληρωθεί μεταγενέστερα.
Στην ένδικη περίπτωση, η υπό κρίση ένσταση περί διετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων κατ' άρθρ. 48 παρ.3 του ΝΔ 496/1974 απορρίφθηκε από το δικαστήριο που δίκασε την αγωγή, όχι με την (περί τα πράγματα) κρίση ότι δεν παρήλθε (τότε) η ως άνω διετία ή ότι η προταθείσα παραγραφή είχε διακοπεί προηγουμένως για κάποιον νόμιμο λόγο, αλλά με την κρίση ότι η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη λόγω αντισυνταγματικότητας της ως άνω διάταξης, δηλαδή με την κρίση ότι η πάροδος διετίας δεν είναι ικανή κατά νόμο για τη συμπλήρωση της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων και ως εκ τούτου ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή κατά τα άρθρα 250 και 937 ΑΚ παραγραφή.
Η ως άνω απόφαση που δίκασε την αγωγή ήταν οριστική και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη αυτής, ανέπτυξε δεσμευτικότητα, η οποία μόνο μέσω της επιτυχούς ασκήσεως τακτικών ενδίκων μέσων μπορούσε να ανατραπεί και μάλιστα μόνο μέσω της ασκήσεως εφέσεως, ενώ μετά την τελεσιδικία της (αφού παρήλθε η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως) ανέπτυξε δεδικασμένο, το οποίο μόνο μέσω της επιτυχούς ασκήσεως έκτακτων ένδικων μέσων μπορούσε να ανατραπεί, που εν προκειμένω δεν ασκήθηκαν.
Επιπλέον, η αναφερόμενη στην ένδικη αγωγή παραγραφή ("εν επιδικία") αφορούσε τις ίδιες ακριβώς αξιώσεις της ίδιας συνολικής χρονικής περιόδου και όχι άλλες μεταγενέστερες αυτής αξιώσεις, ούτε διαφορετική σε συνολική διάρκεια περίοδο που διέρρευσε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της αγωγής.
Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι, το ως άνω δεδικασμένο δε μπορεί να ανατραπεί ούτε από την υπ' αριθμ. 9/2009 απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία επιλύθηκε οριστικά το ερμηνευτικό ζήτημα της συνταγματικότητας του χρόνου της κατά το άρθρο 48 παρ. 3 ν.δ, 496/1974 διετούς παραγραφής των μισθολογικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου και του ΝΠΔΔ, αφού η απόφαση αυτή του ΑΕΔ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη υπόθεση, δεδομένου ότι η εν λόγω υπόθεση, για την οποία είχε εκδοθεί οριστική απόφαση κατά το χρόνο έκδοσης της αποφάσεως του ΑΕΔ, δεν είναι ακόμη εκκρεμής ενώπιον των δικαστηρίων (Εφετείου ή Αρείου Πάγου), οπότε θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής, αλλά αντίθετα έχει γίνει αμετάκλητη και το ζήτημα της παραγραφής έχει κριθεί με την απόφαση του Ειρηνοδικείου κατά τρόπο τελειωτικό.
Επομένως, η ένδικη αγωγή, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή, ορθά κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω συνδρομής της αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της ύπαρξης του δεδικασμένου εκ της υπ' αριθμ. 7478/09.12.2008 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που απαγόρευε την άσκηση αυτής εκ μέρους του εναγομένου και οφειλέτη στην ανωτέρω απόφαση.
Το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη σε ευθεία παράβαση, α) των διατάξεων των άρθρων 48 και 51 Ν.Δ. 496/1974 με τη μη εφαρμογή τους (υπό το πρόσχημα ότι το δεδικασμένο εκ της προηγούμενης αποφάσεως 7478/2008 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κάλυπτε πλέον των άλλων και το ζήτημα του χρόνου παραγραφής), παρόλο που οι διατάξεις αυτές ήταν εφαρμοστέες, β) των διατάξεων των άρθρων 250 και 937 ΑΚ, με την εφαρμογή αυτών, παρόλο που οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες και γ) των άρθρων 100 Συντάγματος και 51 Ν. 345/1976, ως και της αποφάσεως ΑΕΔ 9/2009 (που επέλυσε το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας ή μη των άρθρων 48 και 51 Ν.Δ. 496/1974), με τη μη εφαρμογή αυτών.
Ωστόσο, με βάση τα προεκτεθέντα, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ένδικη ένσταση παραγραφής καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 7478/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, (είναι εντελώς διάφορο αν η κρίση της τελευταίας περί της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ 496/1974 ήταν εσφαλμένη), ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, που αφορά παραβίαση, λόγω μη εφαρμογής, της διάταξης του άρθρου 48 Ν.Δ. 496/1974, στην οποία στηρίζεται η ένδικη, καλυπτόμενη από το δεδικασμένο, ένσταση παραγραφής, με τον οποίο τίθεται υπό αμφισβήτηση η ιστορική και νομική αιτία της έννομης συνέπειας που διαγνώστηκε, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής.
Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 100 Συντάγματος, 51 Ν. 345/1976, ως και της αποφάσεως ΑΕΔ 9/2009, καθόσον, πέραν του ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, ασκήθηκαν πριν από την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του ΑΕΔ με την υπ' αριθμ.
καταθ. 12002/31-8-2007 αγωγή και επομένως η ισχύς της υπ' αριθμ. 9/2009 αποφάσεως του ΑΕΔ, που ισοδυναμεί με νομοθετική μεταβολή, οι συνέπειες της οποίας δεν μπορεί παρά να επέρχονται εφεξής και να εφαρμόζονται σε όσες έννομες σχέσεις αναπτύσσονται και τελειούνται και μετά τη νομοθετική αυτή μεταβολή, δεν αφορά την ως άνω επίδικη έννομη σχέση, αφού αυτή καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 7478/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, που αφορά την παράβαση λόγω εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 250 και 937 ΑΚ, είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το δεδικασμένο από την ως άνω υπ' αριθμ. τελεσίδικη 7478/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, δεν προέβη η ίδια σε κρίση περί παραγραφής των αξιώσεων αυτών κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 250 ΑΚ και 937 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον.
Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το τέταρτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ορθά εκτιμάται, η ίδια αναιρετική από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι υπάρχει δεδικασμένο για το ζήτημα της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων που παρήχθη από την ως άνω τελεσίδικη υπ'αριθμ. 7478/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, παραβίασε τις ως διατάξεις περί δεδικασμένου, είναι απαράδεκτος, καθόσον κατά το ως άνω άρθρο 560 παρ.1 δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως σχετικά με την παράβαση του νόμου περί της συνδρομής ή όχι δεδικασμένου (ΑΠ 1365/2018).
Ούτε, άλλωστε, στους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται λόγος αναιρέσεως αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που να επιτρέπει στον 'Αρειο Πάγο τον αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ' άρθρ. 562 παρ.4 ΚΠολΔ της σχετικής πλημμέλειας εξ αυτού, όπως αβάσιμα αιτείται επικουρικά το αναιρεσείον με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Μειοψήφισε ο Πρόεδρος του Τμήματος, ο οποίος υπεστήριξε την εξής άποψη. 'Όπως αναφέρεται και στην μείζονα πρόταση της πλειοψηφίας, κατά την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, "Το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή".
Η ένσταση παραγραφής της απαιτήσεως δεν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα και επομένως καλύπτεται από το δεδικασμένο εάν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε ενώ μπορούσε να προταθεί. Για να μπορούσε να προταθεί μια ένσταση κατά την διάρκεια της δίκης πρέπει να είχαν συμβεί μέχρι την τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά έστω και εάν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαίτια ή ανυπαίτια, ακόμη και εάν υφίσταται περίπτωση ανωτέρας βίας, εκτός εάν ιδρύεται λόγος αναψηλάφησης.
Συνεπώς δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο ενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοδίκου δικαστηρίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εάν έχει ασκηθεί έφεση. Δεν είναι όμως υποχρεωμένος ο διάδικος να ασκήσει έφεση για να προτείνει τις ενστάσεις, που γεννήθηκαν μετά την τελευταία στον πρώτο βαθμό συζήτηση, είτε μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, είτε κατά την διάρκεια της προθεσμίας εφέσεως.
Μπορεί να μην ασκήσει έφεση, να αφήσει να τελεσιδικήσει η πρωτόδικη απόφαση και να προτείνει τις ενστάσεις αυτές με ανακοπή κατά της εκτέλεσης ή με αναγνωριστική αγωγή ή κατ' ένσταση ή με αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η παράλειψη άσκησης έφεσης δεν συνιστά λόγο αποκλεισμού, ούτε με βάση το δεδικασμένο, ούτε με βάση τυχόν άλλες διατάξεις, των περιστατικών, που συνέβησαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τα οποία περιστατικά θεμελιώνουν ισχυρισμούς που αποκλείουν ή περιορίζουν το δικαίωμα που αναγνωρίσθηκε ή επιδικάστηκε.
Τα περιστατικά αυτά παραμένουν μεταγενέστερα και συνεπώς δικαιολογούν την ανατροπή του δεδικασμένου. Ειδικότερα, η επιγενομένη αιτία είναι δυνατόν να αποτελέσει βάση για την άσκηση νέας, αυτοτελούς αγωγής. Το είδος της αγωγής αυτής εξαρτάται από τη διαδικαστική θέση του διαδίκου στην πρώτη δίκη και το περιεχόμενο της αποφάσεως που εκδόθηκε επ' αυτής.
Εάν η πρώτη αγωγή έγινε τελεσίδικα δεκτή, η δυνατότητα ασκήσεως νέας αγωγής, θεμελιουμένης σε επιγενομένη αιτία, αναφέρεται συνήθως στο πρόσωπο του ηττηθέντος εναγομένου της πρώτης δίκης. ο οποίος μπορεί να ασκήσει παραδεκτά αρνητική αναγνωριστική αγωγή για τη δικαστική διαπίστωση της αποσβέσεως του δικαιώματος του ενάγοντος. (Κονδύλη, το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, σ. 473, Αρβανιτάκη, Τα χρονικά όρια του δεδικασμένου, σ. 72, 189 επ.).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1, 48 παρ. 1, 2, 50 παρ. 3 και 51 παρ. 1 - 3 του Κώδικος του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Ν. 345/1976), η ερμηνεία η οποία δίδεται από το ΑΕΔ σε μια διάταξη νόμου καταλαμβάνει, πέρα από τη συγκεκριμένη υπόθεση που προεκάλεσε την αμφισβήτηση για τη συνταγματικότητα ή την έννοια τυπικού νόμου, και όλες τις άλλες εκκρεμείς δίκες, ακόμα και αυτές που εξελίσσονται μετά την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Οι αποφάσεις αυτές ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και δεσμεύουν το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής η διαφορά, και συνεπώς καταλύουν το υφιστάμενο δεδικασμένο και την εκτελεστότητα που αποκτήθηκε με βάση αντίθετη από την υιοθετηθείσα από το ΑΕΔ νομολογιακή εκδοχή, εάν δε πρόκειται για διαρκή έννομη σχέση, επιφέρουν στο εξής κατάργηση του δεδικασμένου οποιασδήποτε ενδεχόμενης αντίθετης τελεσίδικης αποφάσεως (ΟλΑΠ 10/2001).
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί καταλύσεως ή μη του δεδικασμένου συνεπεία εκδόσεως αποφάσεως του ΑΕΔ υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο βάσει του αριθμού 1 του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ ως παραβίαση των διατάξεων του Ν. 345/1976 και όχι ως παραβίαση του δεδικασμένου (ΑΠ 1595/2002).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης αιτούμενοι την επιδίκαση διαφοράς αποδοχών. Κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης το αναιρεσείον υπέβαλε την ένσταση της διετούς παραγραφής του άρθρου 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974.
Το Ειρηνοδικείο με την υπ' αριθμ. 7478/2008 απόφασή του απέρριψε την ένσταση ως αντισυνταγματική και δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων με το σκεπτικό ότι οι αξιώσεις τους υπέκειντο στην πενταετή παραγραφή. Η απόφαση αυτή δεν επιδόθηκε στο αναιρεσείον και κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας το έτος 2011, χωρίς να ασκηθεί έφεση.
Εν τω μεταξύ, το έτος 2009 δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμόν 9/2009 απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία κρίθηκε η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974 περί διετούς παραγραφής συνταγματική. Εν συνεχεία, το αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την ένδικη αγωγή, αιτούμενο να αναγνωρισθεί ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες είχαν επιδικασθεί με την 7478/2008 απόφαση, είχαν υποπέσει εν επιδικία, μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, σε παραγραφή.
Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η ένδικη αγωγή απερρίφθη, μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 345/1976.
Ο εν λόγω λόγος είναι βάσιμος. Και τούτο διότι η απόφαση του ΑΕΔ, η οποία συμφώνως προς τα προαναφερθέντα ισχύει έναντι πάντων και καταλαμβάνει όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιονδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας και στον Άρειο Πάγο, κατέλαβε και την υπόθεση, για την οποία είχε εκδοθεί η υπ' αριθμόν 7478/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του ΑΕΔ (2009) ήταν εκκρεμής, διότι δεν είχε τελεσιδικήσει, και ίδρυσε συνακολούθως επιγενόμενο λόγο παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων.
Την παραγραφή αυτή, την οποία κατά τα ανωτέρω το αναιρεσείον δεν ήταν υποχρεωμένο να την προβάλει με λόγο εφέσεως, παραδεκτώς την προβάλλει ως επιγενομένη αιτία ασκώντας την ένδικη αρνητική αναγνωριστική αγωγή. Δεν υφίσταται δε ταυτότης μεταξύ της υποβληθείσας από το αναιρεσείον ενστάσεως διετούς παραγραφής κατά την συζήτηση, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμόν 7478/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία βασιζόταν επί της διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974, και του με την ένδικη αγωγή προβαλλομένου λόγου παραγραφής αφορώντος μεταγενέστερο της εκδόσεως της προαναφερομένης αποφάσεως χρονικό διάστημα, ο οποίος ερείδεται επί διαφορετικής νομικής αιτίας, της διατάξεως του άρθρου 51 παρ. 1 Ν. 345/1976 εν συνδυασμώ προς την υπ' αριθμόν 9/2009 απόφαση του ΑΕΔ, ήτοι πρόκειται περί νέας ενστάσεως λόγω της ισοδυναμούσης με νομοθετική μεταβολή αποφάσεως του ΑΕΔ.
Η εν λόγω ένσταση, η οποία δεν ηδύνατο να προβληθεί κατά την ενώπιον του Ειρηνοδικείου αρχική συζήτηση της υποθέσεως, επέφερε κατάλυση του εκ της αποφάσεως αυτής υφισταμένου δεδικασμένου που είχε αποκτηθεί με βάση αντίθετη από την υιοθετηθείσα από το ΑΕΔ νομολογιακή εκδοχή.
Συνεπώς έπρεπε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις. Και ναι μεν το αναιρεσείον αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ.4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το νομικό Συμβούλιο του Κράτους και ως εκ τούτου η σε βάρος αυτού, ως ηττηθέντος διαδίκου, δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί πλήρης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 7190/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ