Supreme Court partially allows appeal, quashing conviction for data protection violation period and remanding for sentencing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance judgment regarding data protection violations. The appellant argued for the application of lenient circumstances and the correct calculation of the penalty period. The court quashed the conviction and sentencing for the specific period from January 1, 2011, to November 26, 2011, due to errors in the applicable legal provisions, while dismissing other grounds as unnecessary for the remanded sentencing phase.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6 and 22 of Law 2472/1997; The court must correct erroneous statutory citations and quash the conviction and penalty for the specific period affected by the error, remanding the case for new sentencing proceedings while dismissing other appeal grounds as unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1861 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1861/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κοντογιάννη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2143/2017 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Π. του Σ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ.4230/2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2018.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τις περί ποινής διατάξεις και περί απόρριψης της ελαφρυντικής περίστασης άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 22-04-2018 (αρ. πρωτ. 4230/23-04-2018) αίτηση αναίρεσης της Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 23-04-2018, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 2143/2017 δευτεροβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 6 του Ν. 2472/1997, όπως διατάξεις του αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 2819/2000 και καταργήθηκαν με το άρθρο 21 Ν. 3741/2006, "
1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή την έναρξη της επεξεργασίας.
2. Με τη Γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει απαραιτήτως να δηλώνει: α) Το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία ή τον τίτλο του και τη διεύθυνσή του. .... . β) Τη διεύθυνση όπου είναι εγκατεστημένο το αρχείο ή ο κύριος εξοπλισμός που υποστηρίζει την επεξεργασία. γ) Την περιγραφή του σκοπού της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο. δ) Το είδος των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υφίστανται ή πρόκειται να υποστούν επεξεργασία ή περιέχονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο. ε) Το χρονικό διάστημα για το οποίο προτίθεται να εκτελεί την επεξεργασία ή να διατηρήσει το αρχείο. στ) Τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών στους οποίους ανακοινώνει ή ενδέχεται να ανακοινώνει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. ζ) Τις ενδεχόμενες διαβιβάσεις και το σκοπό της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες. η) Τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος και των μέτρων ασφαλείας του αρχείου ή της επεξεργασίας.
3. Τα στοιχεία της προηγούμενης παραγράφου καταχωρίζονται στο Μητρώο Αρχείων και Επεξεργασιών που τηρεί η Αρχή.
4. Κάθε μεταβολή των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρέπει να γνωστοποιείται εγγράφως και χωρίς καθυστέρηση από τον υπεύθυνο στην Αρχή". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 του ίδιου ως άνω Ν. 2472/1997, "1. Όποιος παραλείπει να γνωστοποιήσει στην Αρχή, κατά το άρθρο 6 του παρόντος νόμου τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή οποιαδήποτε μεταβολή στους όρους και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της άδειας, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, τιμωρείται με φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. 2.
Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 7 του παρόντος νόμου διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών". Εξάλλου, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ.
α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που, σύμφωνα με το άρθρο 585 αυτού, άρχισε να ισχύει από την 1η-7-2019, "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους.".
Επίσης, κατά μεν το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που συντελέσθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.
Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ακόμη, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμό 2143/2017, απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη και η μηνύτρια Α.
συζ. Γ. Π. είναι αδελφές και ιδιοκτήτριες δύο αυτοτελών κάθετων ομόρων ιδιοκτησιών (εφαπτόμενες μεταξύ τους), που βρίσκονται επί κοινού οικοπέδου συνιδιοκτησίας τους, επί της οδού ... στην .... Οι ως άνω κάθετες αυτοτελείς ιδιοκτησίες (διώροφες οικίες) ανεγέρθησαν δυνάμει της αρ…..78/1997 πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβ/φου Α.
Α. και αποπερατώθηκαν το 1999. Από το 2003, όμως, και εντεύθεν, ανάμεσα στις ως άνω αδελφές δημιουργήθηκαν έντονες έριδες και διαμάχες που αφορούσαν το οικόπεδο στο οποίο αυτές ήσαν συγκύριες, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, εκάστη, λόγω των οικοδομικών αυθαιρεσιών στις οποίες είχαν προβεί αμφότερες. Το έτος 2008 η μηνύτρια υπέβαλε την από 11-12-2008 καταγγελία προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, λέγοντας ότι η Α.
Σ. (κατ/νη) είχε τοποθετήσει αυθαίρετα, και χωρίς τη συναίνεση της ιδίας, στην οροφή του πρώτου ορόφου της οικίας της, κάμερες, οι οποίες βρίσκονται σε λειτουργία όλη την ημέρα και λαμβάνουν εικόνα όχι μόνο από την οικία της, αλλά και από τους κοινόχρηστους χώρους του οικοπέδου που ανήκει και στις δύο, καθώς και από τη δική της (μηνύτριας) ιδιοκτησία.
Ότι η ως άνω πράξη της είναι παράνομη, διότι η καταγγελλόμενη δεν έχει λάβει άδεια από την αρμόδια Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, κατά το άρθρο 6 του ν.2472/1997 και αφετέρου, προσβάλλονται τα προσωπικά της δεδομένα, ο ιδιωτικός της βίος και αυτός της οικογένειάς της, αφού από τη βιντεοσκόπηση του ιδιωτικού της χώρου, πληροφορείται η κατ/νη τι ακριβώς συμβαίνει στο σπίτι της μηνύτριας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την τοποθέτηση των καμερών από την κατηγορουμένη, το έτος 2008, στους κοινόχρηστους χώρους του εν λόγω ακινήτου, η ανωτέρω διατήρησε αυτές και κατά τα έτη 2011, 2012 και 2013, παραλείποντας από πρόθεση, κατά τα έτη αυτά, να γνωστοποιήσει, όπως όφειλε, στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ότι έχει θέσει σε λειτουργία αυτές, οι οποίες κατέγραφαν την εικόνα στους κοινόχρηστους χώρους και τα αυτά αποθηκεύονταν στο αποθηκευτικό μηχάνημα.
Όταν κλήθηκε η κατηγορουμένη από την ως άνω Αρχή, με το από 21-1-2009 έγγραφο αυτής, να δώσει εξηγήσεις για την εν λόγω καταγγελία, αυτή απάντησε ότι οι εν λόγω κάμερες πράγματι είχαν τοποθετηθεί απ' αυτήν, αλλά ότι λάμβαναν εικόνα μόνο από το χώρο της ιδιοκτησίας της και ότι εγκαταστάθηκαν για λόγους ασφαλείας, καθότι, όπως ισχυριζόταν, στο παρελθόν είχε πέσει θύμα κλοπής στην ιδιοκτησία της.
Εν τέλει, η ως άνω Αρχή με το από 3-4-2013 έγγραφό της απάντησε προς τη μηνύτρια ότι: "Υφίσταται μία διαφορά μεταξύ των ως άνω συνιδιοκτητών επί του ζητήματος της βιντεοσκόπησης ή μη τμημάτων στους χώρους του κοινόκτητου οικοπέδου για την επίλυση των οποίων αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια". Η κατηγορουμένη, απολογούμενη ενώπιον του δικαστηρίου, αποδέχτηκε και πάλι το ότι στις 25-11-2008 τοποθέτησε τέσσερις (4) κάμερες που επόπτευαν μόνο τον ιδιωτικό της χώρο και ότι προέβη στην πράξη αυτή, για να προστατεύσει τον ιδιωτικό της βίο, καθόσον ζει και εργάζεται στην εν λόγω οικία και το έτος 2008 είχε διαπραχθεί ληστεία σε βάρος της και αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να νοιώθει ασφαλής, πίστευε δε καλόπιστα ότι οι κάμερες δεν κατέγραφαν κοινόχρηστους χώρους αλλά μόνο χώρους της ιδιοκτησίας της.
Οι ισχυρισμοί της αυτοί - όσον αφορά την αιτία για την οποία τοποθέτησε τις εν λόγω κάμερες - πέραν του ότι δεν αποδεικνύονται ως βάσιμοι στην ουσία τους, αφού δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν ασκούν καμία επιρροή στην αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη πράξη, ήτοι στην παράβαση του άρθρου 6 του ν. 2472/1997 καθόσον, ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους προέβη στην τοποθέτηση των καμερών αυτών, αποδείχθηκε ότι υπήρχε πρόθεση εκ μέρους της να αποφύγει να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό στην παραπάνω Αρχή, ώστε να δρα ανεξέλεγκτα στην καταγραφή των εικόνων στους κοινόχρηστους χώρους του κοινόκτητου με τη μηνύτρια οικοπέδου.
Τέλος, η κατηγορουμένη υπέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου τους κάτωθι αυτοτελείς ισχυρισμούς της: "Ένσταση άσκησης ιδίου δικαιώματος (άρθρο 20 ΠΚ, άλλως συγγνωστής νομικής πλάνης, κατ' άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ. Έλλειψη δόλου, για την πράξη που της αποδίδεται και ένσταση παραγραφής". Ο ισχυρισμός αυτής περί άσκησης ιδίου δικαιώματος και συγγνωστής νομικής πλάνης, πέραν του γεγονότος ότι προβάλλεται αόριστα, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω άρθρων, δεν προέκυψαν και ως βάσιμοι στην ουσία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
Εξάλλου, υπήρχε, κατά τα ανωτέρω, δόλος στην τέλεση της ως άνω πράξης της κατ/νης, καθόσον η πρόθεση αυτής ήταν να αγνοήσει σκόπιμα την εκ του νόμου οφειλόμενη υποχρέωσή της περί γνωστοποίησης στην ως άνω αρμόδια αρχή τη θέση σε λειτουργία των ανωτέρω 4 καμερών, προκειμένου να καταγράφει την εικόνα ακόμα και στους κοινόχρηστους χώρους του επιδίκου κοινού ακινήτου.
Τέλος, ο ισχυρισμός της περί παραγραφής της πράξης της, λόγω του ότι η τοποθέτηση των καμερών έγινε το έτος 2008 και το κατηγορητήριο της επιδόθηκε το έτος 2015, είναι αβάσιμος, καθόσον η πράξη τελέστηκε, κατά τα προαναφερθέντα, κατά τα έτη 2011, 2012 και 2013 και όχι το έτος 2008 οπότε έγινε μόνο η τοποθέτηση των καμερών.
Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν ως βάσιμα από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Α. Π. και της ένορκης κατάθεσης του συζύγου αυτής, Γ. Π., στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αλλά και από το σύνολο των αναγνωστέων εγγράφων της δικογραφίας, ενώ τα ανωτέρω δεν αποδυναμώθηκαν από κανένα άλλο αντίθετο αποδεικτικό μέσο από την κατηγορουμένη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, να κηρυχθεί αυτή ένοχη της αποδιδομένης σ' αυτήν πράξης".
ΙV. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, αφού κήρυξε ένοχη την τότε κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για την περιγραφόμενη στο σκεπτικό της αξιόποινη πράξη, επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, την οποία ανέστειλε για μία τριετία (αναγράφοντας στην οικεία θέση, από προφανή παραδρομή, ότι αναστέλλει ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών), με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει την παραπάνω κατηγορουμένη ένοχη του ότι: Στην ... κατά τα έτη 2011, 2012 και 2013 με πρόθεση παρέλειψε να γνωστοποιήσει στην Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων, κατά το άρθρο 6 του Ν.2472/1997, τη σύσταση και λειτουργία αρχείου και συγκεκριμένα τυγχάνοντας συνιδιοκτήτρια κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου μετά της εγκαλούσας Π. Α. του επί της οδού ... οικοπέδου μετά δύο διώροφων κατοικιών, οι οποίες έχουν κοινό σκελετό και εφάπτονται η μία στην άλλη, εγκατέστησε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και καταγραφής εικόνας στους κοινόχρηστους χώρους του εν λόγω ακινήτου, όπου τα καταγεγραμμένα στοιχεία αποθηκεύονταν σε αποθηκευτικό μηχάνημα, χωρίς να έχει ενημερωθεί για το σκοπό αυτό η αρμόδια αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων".
V. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της παράλειψης γνωστοποίησης στην Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων της σύστασης και λειτουργίας τέτοιου αρχείου (κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και καταγραφής εικόνας), για το οποίο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18 β', 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1 Π.Κ.
και 6 και 22 παρ. 1 Ν. 2472/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας λεκτέα τα ακόλουθα: α) Η αιτίαση, ότι δια της αναφοράς στην οικεία θέση των προβλεπουσών το ανωτέρω έγκλημα ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, της εσφαλμένης παραγράφου του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997, το οποίο προβλέπει την κύρωση για την επίδικη αξιόποινη συμπεριφορά και συγκεκριμένα της παρ. 2 αντί της παρ. 1, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμη, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι η αναγραφή αυτή οφείλεται σε προφανή παραδρομή, από την οποία ουδεμία βλάβη προκλήθηκε στην αναιρεσείουσα, η αποδοθείσα σ' αυτήν κατηγορία και κατ' επέκταση η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, όπως με πληρότητα στοιχειοθετείται αυτή από τη λεπτομερή περιγραφή της, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης, προβλέπεται από την παρ. 1, οπότε αρκεί η διόρθωση από τον Άρειο Πάγο, όπου εκκρεμεί η αίτηση αναίρεσης, του εσφαλμένου αριθμού της παραπάνω παραγράφου με τον ορθό αριθμό αυτής στη σελίδα 26 των πρακτικών της (άρθρα 145 παρ. 1, 2 και 514 εδ.
δ' (α'), τόσο του προϊσχύσαντος, όσο και του νέου ΚΠοινΔ). β) Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση λαμβάνοντας υπόψη και αξιολογώντας όλα τα υπάρχοντα στη δικογραφία, καθώς και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους.
Από τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης ουδόλως συνάγεται, ότι υπήρξε επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων ούτε αποκλεισμός κάποιου εξ αυτών, οπότε η σχετική αιτίαση που αναφέρεται σε τυπική και προσχηματική αιτιολογία, εξαιτίας σχετικών πλημμελειών της, είναι αβάσιμη. γ) Η αιτίαση, ότι απορρίφθηκαν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί της περί άσκησης ιδίου δικαιώματος, άλλως συγγνωστής νομικής πλάνης στο πρόσωπό της ως προς τον άδικο χαρακτήρα της πράξης που της αποδιδόταν και της έλλειψης δόλου, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμη, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με την προσήκουσα αιτιολογία απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως επί λέξει τα εξής: "Ο ισχυρισμός αυτής περί άσκησης ιδίου δικαιώματος και συγγνωστής νομικής πλάνης, πέραν του γεγονότος ότι προβάλλεται αόριστα, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω άρθρων, δεν προέκυψαν και ως βάσιμοι στην ουσία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
Εξάλλου, υπήρχε, κατά τα ανωτέρω, δόλος στην τέλεση της ως άνω πράξης της κατ/νης, καθόσον η πρόθεση αυτής ήταν να αγνοήσει σκόπιμα την εκ του νόμου οφειλόμενη υποχρέωσή της περί γνωστοποίησης στην ως άνω αρμόδια αρχή της θέσης σε λειτουργία των ανωτέρω 4 καμερών, προκειμένου να καταγράφει την εικόνα ακόμα και στους κοινόχρηστους χώρους του επίδικου κοινού ακινήτου".
δ) Επίσης, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι εξαιτίας κακής αξιολόγησης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας των όσων αποδεικνύονται από τα ευρισκόμενα στη δικογραφία έγγραφα της Αρχής και της εταιρείας ... δεν διαγνώστηκε η έλλειψη της υποκειμενικής υπόστασης του αποδιδόμενου σ' αυτήν αδικήματος, που προκαλείτο από τη συγγνωστή νομική της πλάνη κατά την τοποθέτηση τεσσάρων καμερών στα σημεία εισόδου του επίδικου ακινήτου πιστεύοντας, ότι ενεργεί δικαιολογημένα προς προστασία των εννόμων αγαθών της ζωής της, της περιουσίας της και της καλλιτεχνικής της δημιουργίας, είναι απαράδεκτη, εφόσον βάλλει κατά της εκτίμησης των αποδείξεων και της αξιολόγησης των κατ' ιδίαν αποδεικτικών στοιχείων.
ε) Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι δεν συγκροτείται η σε βάρος της κατηγορία, καθόσον ενημέρωσε την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ήδη από το Φεβρουάριο του έτους 2009 περί της εγκατάστασης των επίμαχων καμερών και του λόγου τοποθέτησης αυτών, δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας, οπότε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούτο να απαντήσει.
Παρόλα ταύτα απάντησε με επαρκή αιτιολογία, επί λέξει, ως ακολούθως: "αποδείχθηκε, ότι μετά την τοποθέτηση των καμερών από την κατηγορουμένη, το έτος 2008, στους κοινόχρηστους χώρους του εν λόγω ακινήτου, η ανωτέρω διατήρησε αυτούς και κατά τα έτη 2011, 2012 και 2013, παραλείποντας από πρόθεση, κατά τα έτη αυτά, να γνωστοποιήσει, όπως όφειλε, στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, ότι έχει θέσει σε λειτουργία αυτές, οι οποίες κατέγραφαν την εικόνα στους κοινόχρηστους χώρους και αυτά αποθηκεύονταν στο αποθηκευτικό μηχάνημα".
VΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, όπως η παράβαση των άρθρων 6 και 22 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' (ήδη 368 στοιχ. β') και 511 εδ. α' και γ' Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 Π.Κ., ως χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο χρόνος τέλεσης στα γνήσια εγκλήματα παράλειψης, όπως είναι και το αποδιδόμενο, κατά τα άνω, στην κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, δεν είναι μόνο χρονικό σημείο αλλά μπορεί να είναι χρονικό διάστημα, που εκτείνεται μέχρι και την τελευταία στιγμή, κατά την οποία ο παραλείψας ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην αναιρεσείουσα αποδίδεται η πλημμεληματική πράξη της παράβασης των άρθρων 6 και 22 παρ. 1 Ν. 2472/1997, φερόμενη ως τελεσθείσα με παράλειψη κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2011, 2012 και 2013.
Με βάση τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και η αναιρεσείουσα εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη, η εν λόγω αξιόποινη πράξη υπέπεσε σε μερική παραγραφή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω παρέλευσης οκταετίας από της έναρξης του χρόνου τέλεσής της μέχρι σήμερα (26-11-2019) και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 μέχρι 26-11-2011, οπότε πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της περί ενοχής της αναιρεσείουσας για το τελευταίο χρονικό διάστημα και να παύσει οριστικά η εναντίον της ποινική δίωξη, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Η υπόθεση, όμως, κατά το μέρος που δεν έχει παραγραφεί, ως προς το οποίο καθίσταται πλέον αμετάκλητη η ενοχή της αναιρεσείουσας, εφόσον η αίτηση αναίρεσης αυτής είναι κατά τα λοιπά απορριπτέα, πρέπει, αφού αναιρεθεί επίσης αναγκαίως η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινής διατάξεις της, να παραπεμφθεί για νέα επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ).
Κατόπιν αυτών, οι αναιρετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αυτής για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' και β' Π.Κ. και για εσφαλμένο προσδιορισμό του χρόνου της ποινής φυλάκισης, για την οποία ανεστάλη η εκτέλεση, είναι άσκοπο να ερευνηθούν από τον Άρειο Πάγο, ως αλυσιτελείς, διότι το Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση θα παραπεμφθεί, πριν τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής, θα αποφασίσει επί των προπαρατεθέντων αιτημάτων, που σχετίζονται αποκλειστικά με το κεφάλαιο της ποινής, εφόσον αυτά υποβληθούν εκ νέου.
Σημειώνεται, ότι η πολιτικώς ενάγουσα, Αναστασία Π., που κλήθηκε νομότυπα να παραστεί στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως προκύπτει από το από 13-8-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., που υπάρχει στο φάκελο της Δικογραφίας, δεν εμφανίστηκε ούτε παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, πλην όμως η συζήτηση, εφόσον εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα, γίνεται σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Διορθώνει στην υπ' αριθμό 2143/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών (σελίδα 26 των πρακτικών) τις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις από των εσφαλμένων 6 και 22 παρ. 2 Ν. 2472/1997 στις ορθές 6 και 22 παρ. 1 Ν. 2472/1997. -
Αναιρεί εν μέρει την ίδια ως άνω απόφαση, ως προς τις διατάξεις της: α) περί ενοχής της αναιρεσείουσας, Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., για την πράξη της παράβασης των άρθρων 6 και 22 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 26-11-2011 και β) περί ποινής.
-Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας για την αξιόποινη πράξη της παράβασης των άρθρων 6 και 22 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 μέχρι 26-11-2011.
-ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο περί ποινής μέρος της, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Και –
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 22-04-2018 (αρ. πρωτ. 4230/23-04-2018) αίτηση της Α. Σ. του Σ., κατοίκου ... [ασκηθείσα με δήλωση επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-4-2018], για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ