Legislator Case Law & Legislation
1861/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's liability finding against motorcycle driver.

Case Number 1861/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the pedestrian and her family against a traffic accident judgment. The lower court found the motorcycle driver liable for the pedestrian's death due to her dark clothing and the driver's lack of sustained attention, rejecting the claim that the accident point was unclear. The court ruled that violating traffic rules alone does not establish causation without a direct link to the collision, and since the appellate court adequately addressed these facts, the appeal was rejected as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Violation of traffic regulations constitutes a breach of duty but does not automatically establish liability for an accident; appellate courts must provide reasoned findings on causation and factual evaluation to avoid reversible errors.

Keywords

AI generated
traffic accident liability causation in negligence appellate review standards motorcycle driver duty Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 959/2015
Supreme Court Case 995/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1861 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1861/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Α. του Γ., 2) Ε. Α. του Γ., 3) Γ. Α. του Ι., 4) Α. Α. του Ι., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του Ι. Α. και Ε. - Ε. Φ., 5) Μ. Σ. του Κ., 6) Θ. Σ. του Κ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της Κ. Σ. και Ε. Α., 7) Ε. - Ε. Φ. του Α., συζ. Ι. Α., 8) Κ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., 9) Ι. Μ. του Ν., 10) Λ. χας Γ. Π., το γένος Ν. Μ., κατοίκων ... και 11) Ά. Σ. το γένος Ν. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11826/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1362/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-8-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 13-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1362/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../23-1-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας Δ. Σ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".

Τέλος, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 και 4 περ. ε’ του εν λόγω νόμου "1. Οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικά γι’ αυτούς ερείσματα... 4. Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α)..., ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ* αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς ταν άξονά του".

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 11826/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης .../2013 αγωγή τους, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή τους κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και επιδικάσθηκαν σ’ αυτούς τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και έξοδα κηδείας της συγγενούς αυτών Θ. Α., για τον θανάσιμο τραυματισμό της οποίας στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκαν συνυπαίτιοι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός μοτ/τας ασφαλισμένης στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, κατά ποσοστό 30%, και η ίδια η θανούσα, κατά ποσοστό 70%.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού της μοτοσικλέτας και της θανούσας πεζής, καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 21.10.2011, ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 19.30, ο...

πρώτος των εναγομένων... οδηγούσε την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του... και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... και ειδικότερα στο ύψος του 6ου χιλιομέτρου του ρεύματος πορείας που οδηγεί στην Έδεσσα, διερχόμενος μέσα από το Τοπικό Διαμέρισμα Ριζαρίου Εδέσσης. Η προαναφερθείσα επαρχιακή οδός τυγχάνει διπλής κατευθύνσεως και στο παραπάνω σημείο της διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας στο κάθε ρεύμα πορείας, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη γραμμή που διακόπτεται στο σημείο στο οποίο η ως άνω επαρχιακή οδός διασταυρώνεται με μια ανώνυμη οδό που βρίσκεται δίπλα ακριβώς από μια εκκλησία του παραπάνω Τοπικού Διαμερίσματος.

Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της ως άνω επαρχιακής οδού ανέρχεται σε 11,30 μέτρα και δίπλα ακριβώς από το κάθε ρεύμα πορείας υπάρχουν πεζοδρόμια, εκ των οποίων αυτό που βρίσκεται δίπλα από το ρεύμα πορείας που οδηγεί προς Έδεσσα έχει πλάτος 1,50 μέτρων και αυτό που βρίσκεται δίπλα από το ρεύμα πορείας που οδηγεί στην Θεσσαλονίκη έχει πλάτος 1,90 μέτρα, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας έχει καθορισθεί σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως, αφού η παραπάνω περιοχή έχει χαρακτηρισθεί ως κατοικημένη.

Η επαρχιακή αυτή οδός στο παραπάνω σημείο της είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, ενώ κατά το ως άνω χρονικό σημείο η κατάστασή της ήταν "ξηρά - καλή", η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν "πυκνή" και των πεζών "κανονική" και παρότι ήταν νύχτα, η ορατότατα ήταν καλή και δεν περιοριζόταν, αφού επικρατούσε καλός καιρός και "υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός", όπως τα παραπάνω στοιχεία επι λέξει καταχωρήθηκαν στην από 21-10-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συντάχθηκε από την Υπαστυνόμο Β’ Ν.

Χ. με την παρουσία και του Ανθυπαστυνόμου Ι. Μ. που υπηρετούν στο Τμήμα Τροχαίας Εδέσσης. Την ίδια στιγμή, η γεννηθείσα στις 31-1-1940 Θ. Α. χήρα Γ., το γένος Ν. Μ., βάδιζε δίπλα από το ρεύμα πορείας που οδηγεί στην Θεσσαλονίκη και είχε πρόθεση να εισέλθει στο οδόστρωμα της ως άνω επαρχιακής οδού και αφού την διασχίσει καθέτως να μεταβεί στην απέναντι πλευρά της, ώστε ακολούθως να κατευθυνθεί στην παρακείμενη οικία της θυγατέρας της Ε.

Α., όπου και διέμενε. Παρότι όμως αντελήφθη την πυκνή κυκλοφορία των οχημάτων, αυτή δεν ανέμενε -όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει- την κατάλληλη στιγμή που δεν θα εκινούντο στο οδόστρωμα της ως άνω οδού οχήματα ώστε να διέλθει από αυτήν χωρίς κανένα κίνδυνο, αλλά επεχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της εν λόγω επαρχιακής οδού κατά τρόπον όμως που θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος τόσον για την ίδια, αλλά και για όσους οδηγούς εκινούντο επί της ως άνω επαρχιακής οδού, καθόσον φορώντας σκούρα ενδύματα και ως εκ τούτου δεν ήταν ευχερώς αντιληπτή από τους οδηγούς που εκείνη την στιγμή εκινούντο στο παραπάνω σημείο της επαρχιακής αυτής οδού, διέσχισε αρχικώς ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού, που οδηγεί στην Θεσσαλονίκη, πέρασε ακολούθως πάνω από την διπλή συνεχόμενη γραμμή, με την οποίαν όπως ήδη αναφέρθηκε, διαχωρίζονται τα δύο ρεύματα πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού και στην συνέχεια εισήλθε στο επόμενο ρεύμα πορείας, σ’ αυτό δηλαδή που οδηγεί στην Έδεσσα και κινούμενη από αριστερά προς τα δεξιά εν σχέσει προς την πορεία του πρώτου των εναγομένων, παρενεβλήθη στην πορεία του.

Αυτός επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του, αλλά και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτής ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθ’ όσον εκινείτο με ταχύτητα 82 χιλιομέτρων ωριαίως, υπερέβαινε δηλαδή το ανώτατο όριο ταχύτητος των 50 χιλιομέτρων ωριαίως που όπως ήδη αναφέρθηκε είχε καθορισθεί για το παραπάνω σημείο, δεν κατέστη δυνατόν να την αντιληφθεί εγκαίρως και να αντιδράσει προσηκόντως ώστε να την αποφύγει με κατάλληλο προς τούτο ελιγμό και με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της δίκυκλης μοτοσικλέτας του επέπεσε επ’ αυτής και την τραυμάτισε.

Εξ αιτίας της σφοδρότητος της συγκρούσεως μάλιστα, η ως άνω πεζή εκτινάχθηκε σε απόσταση 15,80 μέτρων από το σημείο της προσκρούσεως, ενώ ο πρώτος των εναγομένων έχασε τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε, παρεξέκλινε (προς τα αριστερά) εν σχέσει με την πορεία του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και αφού έχασε την ισορροπία του, έπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε, ενώ σε μικρή απόσταση από το σημείο της πτώσεώς του ακινητοποιήθηκε και η δίκυκλη μοτοσικλέτα του. (...).

Το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα και ο εντεύθεν θανατηφόρος τραυματισμός της προαναφερθείσης Θ. Α., οφείλεται στην συνυπαιτιότητα της ίδιας της θανούσης, αλλά και του πρώτου των εναγομένων και ειδικότερα η συνυπαιτιότητα της παραπάνω θανούσης ανέρχεται σε ποσοστόν 70% και τούτο γιατί αυτή παρότι αντελήφθη την πυκνή κυκλοφορία των οχημάτων επί της παραπάνω οδού, εν τούτοις δεν ανέμενε, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει, την κατάλληλη στιγμή που δεν θα εκινούντο στο οδόστρωμα της ως άνω οδού οχήματα, ώστε να διασχίσει αυτήν χωρίς κανένα κίνδυνο, αλλά επεχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της εν λόγω επαρχιακής οδού κατά τρόπον που θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος τόσον για την ίδια, αλλά και για όσους οδηγούς εκινούντο επί της ως άνω επαρχιακής οδού, αφού φορώντας σκούρα ενδύματα και ως εκ τούτου δεν ήταν ευχερώς αντιληπτή από τους οδηγούς που εκείνη την στιγμή εκινούντο στο παραπάνω σημείο της επαρχιακής αυτής οδού, διέσχισε αρχικώς ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού, που οδηγεί στην Θεσσαλονίκη και αφού πέρασε πάνω από την διπλή συνεχόμενη γραμμή, με την οποίαν διαχωρίζονται τα δύο ρεύματα πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού, εισήλθε στο επόμενο ρεύμα πορείας, σ’ αυτό δηλαδή που οδηγεί στην Έδεσσα και κινούμενη από αριστερά προς τα δεξιά εν σχέσει προς την πορεία του πρώτου των εναγομένων, παρενεβλήθη στην πορεία του (συμπεριφορά που συνιστά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 1, 3 περ.

ε’ του ν. 2696/1999 - ΚΟΚ). Το υπόλοιπον ποσοστό ευθύνης, δηλαδή 30%, βαρύνει τον πρώτον των εναγομένων, καθ’ όσον αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του, αλλά και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτής ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ως οδηγού, καθ’ όσον εκινείτο με ταχύτητα ογδόντα δύο (82) περίπου χιλιομέτρων ωριαίως, που υπερέβαινε το ανώτατο όριο ταχύτητος των 50 χιλιομέτρων ωριαίως που έχει καθορισθεί για το παραπάνω σημείο (που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του ν. 2699/1999) και ως εκ τούτου, δεν κατέστη δυνατόν να αντιδράσει εγκαίρως και να αποφύγει την ως άνω πεζή και με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της δίκυκλης μοτοσικλέτας του επέπεσε επ’ αυτής και προκάλεσε τον θανατηφόρο τραυματισμό της...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς όλα τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την υπαιτιότητα του υπαίτιου οδηγού της μοτ/τας για το ένδικο ατύχημα, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (οδήγηση της μοτ/τας με υπερβολική ταχύτητα, ήτοι 82 χλμ.

ωριαίως, οπωσδήποτε πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπομένης των 50 χ/ω, χωρίς σύνεση και προσοχή και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο επί της μοτ/τας), την οποία υπαιτιότητα, ανέλεγκτα, καθόρισε σε ποσοστό 30%, όσο και ως προς το συντρέχον πταίσμα της θανούσας, συνιστάμενο στο ότι, παρά την πυκνή κυκλοφορία των οχημάτων επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού, αυτή επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος, τόσο για την ίδια όσο και για τους οδηγούς των κινουμένων επί της οδού οχημάτων, από τους οποίους δεν ήταν ευχερώς αντιληπτή, δοθέντος ότι φορούσε σκούρα ενδύματα, και διέσχισε ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη εισελθούσα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Έδεσσα, όπου εκινείτο ο πρώτος των εναγομένων - ήδη αναιρεσιβλήτων οδηγός της μοτοσικλέτας, στην πορεία του οποίου περενεβλήθη.

Καθόρισε δε, ανέλεγκτα, το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτής σε 70%. Η παραδοχή ότι η κυκλοφορία επί της οδού ήταν πυκνή δεν έρχεται σε αντίφαση, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με το γεγονός, ότι σε κάποιο χρονικό σημείο, στο οποίο προφανώς δεν εκινούντο στο ύψος της οδού, όπου ανέμενε η πεζή, οχήματα επί του ρεύματος κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη, αυτή βρήκε την ευκαιρία να διασχίσει τα 5,65 μ.

του ρεύματος αυτού και να εισέλθει (όχι ακινδύνως) στο αντίθετο ρεύμα που οδηγεί προς Έδεσσα. Επίσης, το Εφετείο αιτιολογεί με πληρότητα την καθυστερημένη αντίληψη από τον οδηγό της μοτοσικλέτας της κίνησης της πεζής επί του οδοστρώματος, οφειλομένη, όπως προαναφέρθηκε, αφενός στο γεγονός ότι αυτή φορούσε σκουρόχρωμα ενδύματα και αφετέρου στην οδήγηση του αναιρεσίβλητου οδηγού, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση.

Εξάλλου, η αιτίαση των αναιρεσειόντων περί εκ πλαγίου παραβάσεως της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 Κ.Ο.Κ., διότι δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη το ακριβές σημείο της πρόσκρουσης εντός του ρεύματος κυκλοφορίας, στο οποίο εκινείτο η μοτοσικλέτα, δηλαδή εάν αυτή έβαινε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, είναι απορριπτέα, προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι μόνη η παραβίαση κανόνα του Κ.Ο.Κ.

δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή, υπαιτιότητα ως προς την επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αλλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου γίνεται από το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στην προκειμένη δε περίπτωση το Εφετείο, με τις παραδοχές αυτού, προσδιορίζει με σαφήνεια και αναλυτικά τις παραβιάσεις διατάξεων από πλευράς του αναιρεσίβλητου οδηγού, που, ανέλεγκτα, αξιολόγησε ότι συνδέονται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό της ως άνω πεζής, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., η οποία θεσπίσθηκε, άλλωστε, για την μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των κινουμένων στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας οχημάτων (ΑΠ 959/2015, ΑΠ 995/2014).

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Καθ’ όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, με αιτιάσεις π.χ., ότι δεν αναφέρεται πως κατάφεραν άλλα οχήματα να αποφύγουν τη σύγκρουση με την πεζή, υπό την παραδοχή ότι η κυκλοφορία ήταν πυκνή κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο λόγος αυτός, κατά τις ως άνω αιτιάσεις του είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης ...-11-2015 αίτηση για αναίρεση της 1362/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ