Supreme Court dismisses appeal against partial judgment awarding damages for lost steel sheets to insolvent bank.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against the Athens Court of Appeal's partial judgment. The lower court awarded the claimant 540,000 euros in damages for lost steel sheets, correcting the first-instance valuation based on the material's age and market conditions. The Court found the appeal's sole ground of error under Article 559 of the Code of Civil Procedure to be unfounded and rejected the claim that the insolvent bank was liable as a guarantor.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9(2) of Law 1386/83; Article 19(1), (2) of Law 3562/56; Article 46 of Law 1892/90; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal when the Court of Appeal correctly applies statutory liability rules and factual findings regarding asset valuation, deeming the appellant's procedural complaints without merit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1861 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1861/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της πρώην ειδικής εκκαθαρίστριας ανώνυμης εταιρείας με διακριτικό τίτλο "ETBA FINANCE AE" που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στο …. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Στέργιο Σπυρόπουλο και Παναγιώτη Τσεπενέκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ι. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θεμιστοκλή Σκούρα, Κωνσταντίνο Αλεπάκο και Θωμά Καραχρήστου.
Κοινοποιουμένη προς Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "COSMOS SECURITY AE Ανώνυμη Εμπορική εταιρεία Συστημάτων Ασφάλειας Φυλάξεων-Χρηματαποστολών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, και την από 10-7-2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6591/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4914/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-9-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4914/13 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της από 20/12/10 εφέσεως της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εξαφάνισε την 6591/10 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της από 23/5/07 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε αυτήν μερικώς και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει το ποσό των 540.000 ευρώ, νομιμοτόκως για την αναφερόμενη σ' αυτήν αιτία.
Από τη διάταξη του άρθρου 46α παρ. ίο ν. 1892/1990 "για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3 και 9 παρ. ι, 2, 4 και 5 ν. 1386/1983 "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων", και 18-21 του Ν.Δ. 3562/1956 "περί υπαγωγής ανωνύμων εταιρειών υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών και θέσεων αυτών υπό ειδικήν εκκαθάρισιν", συνάγεται, ότι η εκκαθάριση εταιρείας, η οποία έχει τεθεί με απόφαση του Εφετείου της έδρας της επιχείρησης υπό ειδική εκκαθάριση, διενεργείται από τον διορισθέντα εκκαθαριστή, ο οποίος στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωτικά τράπεζα ή θυγατρική της επιχείρηση, και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1386/1983, συμπληρούμενες από εκείνες των άρθρων 18-21 του ν.δ. 3562/1996.
Ο εκκαθαριστής προβαίνει στην πώληση των περιουσιακών στοιχείων της επιχειρήσεως, που τέθηκε υπο ειδική εκκαθάριση, με πλειστηριασμό, διενεγούμενο από συμβολαιογράφο της έδρας της επιχειρήσεως, ο οποίος παραδίδει το επιτευχθέν πλειστηριασμό στον εκκαθαριστή. Ο τελευταίος συντάσσει πίνακα σύμφωνα με τα άρθρα 975 έως 979 και 1007 ΚΠολΔ μετά την αναγγελία των δανειστών (ΑΠ 1453/99).
Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 46α ν. 1892/1990 προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτές δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός, με τον οποίο γίνεται η πώληση της επιχείρησης που έχει τεθεί στη ρυθμιζόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική εκκαθάριση, έχει τον χαρακτήρα δημόσιου πλειστηριασμού και μάλιστα αναγκαστικού, εφόσον αποβλέπει, όπως και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων των αναγγελλόμενων προς τούτο πιστωτών του, με μια συλλογική διαδικασία, η οποία είναι συντομότερη από εκείνη που προβλέπεται στον ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η αναγκαστική εκτέλεση επί των περιουσιακών στοιχείων της τεθείσας υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείας, καθώς και η διανομή του πλείστηριάσματος γίνονται κατά τις διατάξεις του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η πρώτη δε διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν.δ. 3562/1956 δήλωση που συντάσσει ο εκκαθαριστής, η οποία, περιλαμβάνοντας πλήρη περιγραφή των εκπλειστηριασθησομένων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, επέχει θέση κατασχέσεως, καταχωρίζεται και γνωστοποιείται κατά τις διατάξεις του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 1386/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 του ν. 1882/1990, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, με την οποία ανώνυμη εταιρεία τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση και διορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων της διοίκησης της εταιρείας, η δε διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της περιέρχεται στον εκκαθαριστή.
Εξαίρεση αυτού του κανόνα υπάρχει στην περίπτωση συγκρούσεως των συμφερόντων μεταξύ του εκκαθαριστή και της εταιρείας που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, η οποία υπάρχει, όταν ο εκκαθαριστής στρέφεται με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του κατά της εταιρείας, ως οφειλέτη, οπότε η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της υπό ειδική εκκαθάριση, η θητεία του οποίου παρατείνεται για το σκοπό αυτό μέχρι τη λήξη τη εκκαθάρισης (ΑΠ 820/10).
Στις πράξεις, δηλαδή, διοίκησης, για τις οποίες δεν νομιμοποιείται το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου που ορίζει εκκαθαριστή, περιλαμβάνονται όλες οι δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που αφορούν την περιουσία της επιχείρησης, εκτός φυσικά των εξαιρουμένων ρητώς ως άνω περιπτώσεων, δηλαδή των ενεργειών του εκκαθαριστή που στρέφονται κατά της εταιρείας, ως οφειλέτη (ΑΠ 114/06).
Η διαχειριστική εξουσία του εκκαθαριστή περιλαμβάνει την αρμοδιότητά του να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την υλική διαφύλαξη των στοιχείων της επιχείρησης, προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος της διάσωσης και διατήρησης του ενεργητικού της για τη συνολική αναγκαστική εκποίησή του.
Εντεύθεν, ο ειδικός εκκαθαριστής είναι, μικτό όργανο, διότι αφ' ενός υπεισέρχεται στις εξουσίες των επισπευδόντων δανειστών της ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης και αφ' ετέρου υπεισέρχεται στις εξουσίες του μεσεγγυούχου κατασχεμένων πραγμάτων. Την ιδιότητα αυτή του μεσεγγυούχου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι την έχει η υπό ειδική εκκαθάριση εταιρεία, κατ' εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 996 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία μεσεγγυούχος του ακινήτου είναι όποιος το κατέχει όταν γίνεται η κατάσχεση, που δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρόσωπο της υπό εκκαθάριση εταιρείας, διότι η εν λόγω ιδιότητα προϋποθέτει τις αναφερθείσες αρμοδιότητες και εξουσίες, σχετιζόμενες άμεσα με την άσκηση της φυσικής εξουσίας στο πράγμα (ακίνητο), που από το νόμο τις έχει αποστερηθεί η υπό εκκαθάριση εταιρεία υπέρ του ειδικού εκκαθαριστή.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 330, 333, 334, 335, 336, 822 και 823 ΑΚ, εφαρμοζόμενες και επί μεσεγγυήσεως, συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδυναμίας του θεματοφύλακα να αποδώσει το υπό τη φύλαξή του κινητό πράγμα, αυτός, αν δικαιούται αμοιβής για τη φύλαξη, γιατί συμφωνήθηκε η αμοιβή ή γιατί αυτή συνάγεται από τις περιστάσεις (ΑΚ 822), τότε ευθύνεται για κάθε πταίσμα, από δόλο ή αμέλεια, δικό του ή των νομίμων αντιπροσώπων του η για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποίησε για να εκπληρώσει την παροχή και απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, όπως για δικό του πταίσμα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 1127/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης η εταιρεία με ... τον διακριτικό τίτλο "ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", ορίστηκε ημερομηνία παύσης πληρωμών η 11η-2-2003 και διατάχθηκε η σφράγιση της περιουσίας της, η οποία διενεργήθηκε από την Ειρηνοδίκη Κρωπίας, συνταχθείσης σχετικώς της υπ' αριθ. 1298/27-11-2003 εκθέσεως σφραγίσεως.
Στη συνέχεια και μετά από αίτηση δανειστών της πτωχεύσασας εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπούσαν ποσοστό 63,23 % των απαιτήσεων κατ' αυτής, η πτωχεύσασα εταιρεία τέθηκε υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του ν. 1892/1990 δυνάμει της υπ' αριθ. 1999/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και εκκαθαρίστρια διορίστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ FINANCE ΑΕ ...".
Κατόπιν η τελευταία αυτή απόφαση του Εφετείου Αθηνών ανακλήθηκε δυνάμει της υπ1 αριθ. 5323/2005 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου ως προς το πρόσωπο της ειδικής εκκαθαρίστριας και διορίστηκε νέα εκκαθαρίστρια η αρχικώς εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. ...", η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. ...
η οποία και συνέχισε τη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως οιονεί καθολική διάδοχος εκείνης. Η αρχικώς εναγόμενη, με αίτηση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, ζήτησε να διαταχθεί η αποσφράγιση και απογραφή της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας, που είχε σφραγισθεί ... όπως ήδη αναφέρθηκε. Επί της αιτήσεως της εναγομένης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 464/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, η οποία δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την αποσφράγιση και απογραφή της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας.
Μετά τη δημοσίευση σης 25-7-2005 της τελευταίας αυτής απόφασης η ήδη εναγομένη ειδική εκκαθαρίστρια απευθύνθηκε στην δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "COSMOS SECURITY ΑΕ ..." (προσεπικαλούμενη - εναγομένη στην πρωτοβάθμια δίκη, ως προς την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης εφέσεως), με σκοπό να της αναθέσει τη φύλαξη των χώρων της υπό εκκαθάριση εταιρείας, σε εκπλήρωση της δικής της υποχρέωσης να φυλάσσει και να διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία της υπό εκκαθάριση εταιρείας.
Συναφώς συντάχθηκε η από 1-8-2005 συμφωνία με τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό στατικής φύλαξης", με την οποία η εκκαλούσα εναγομένη ειδική εκκαθαρίστρια ανέθεσε στην 2η εφεσίβλητη εταιρεία τη φύλαξη και επιτήρηση του χώρου των εγκαταστάσεων της προαναφερόμενης υπό εκκαθάριση εταιρείας και συγκεκριμένα σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, δύο κτηρίων αποτελούμενων από ισόγειο, υπόγειο, πατάρι και 1ο όροφο, περιφραγμένα από μάνδρα με τρεις εισόδους.
Το σύνολο της δομημένης επιφάνειας των φυλασσόμενων κτηρίων ανερχόταν στα 9.710 τετρ. μ. περίπου. Αμέσως μετά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης φύλαξης η δικηγόρος Παρασκευή Φρίγγελη, ενεργούσα για λογαριασμό της ήδη εκκαλούσας ειδικής εκκαθαρίστριας, μετέβη στις 2-8-2005 στην έδρα της υπό εκκαθάριση εταιρείας στο 2° χλμ.
της Λεωφόρου Κορωπίου - Βάρης και διαπίστωσε ότι οι σφραγίδες είχαν ήδη παραβιαστεί και τα λουκέτα είχαν σπάσει τόσο στις δύο θύρες στον προαύλιο χώρο των κτηρίων της υπό εκκαθάριση εταιρείας όσο και στη μία θύρα στο φυλάκιο της εισόδου. Το γεγονός αυτό ανέφερε στην Ειρηνοδίκη Κρωπίας, η οποία προέβη σε βεβαίωση της παραβίασης των σφραγίδων.
Την ίδια ημέρα η προαναφερόμενη δικηγόρος άνοιξε τις θύρες των κτηρίων της υπό εκκαθάριση εταιρείας, διαπίστωσε ότι η έναρξη της απογραφής ήταν αδύνατη αυθημερόν λόγω του μεγάλου όγκου των ανευρεθέντων περιουσιακών στοιχείων και κλείδωσε τις θύρες, παραδίδοντας τα κλειδιά στην 2η εφεσίβλητη εταιρεία, στην οποία η ειδική εκκαθαρίστρια είχε αναθέσει τη φύλαξη του χώρου κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Κατόπιν και μετά τη διενέργεια και ολοκλήρωση της απογραφής της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας η εκκαλούσα ειδική εκκαθαρίστρια προέβη στις 27-2-2006 στη σύνταξη δήλωσης κατ' άρθρο 19 § 2 ν.δ. 3562/1956, η οποία επέχει κατά το νόμο θέση κατάσχεσης και στην οποία περιγράφονταν αναλυτικά όλα τα επιμέρους στοιχεία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας με διακριτή αναφορά αφενός στο γήπεδο, επιφάνειας 7.761,83 τ.μ., και τις κτηριακές εγκαταστάσεις και αφετέρου στα κινητά της εταιρείας, τα οποία αναγράφονταν αναλυτικά σε διακριτές μεταξύ τους ενότητες, που αφορούσαν τον μηχανολογικό εξοπλισμό, τα έπιπλα και σκεύη, τα μέσα εσωτερικών μεταφορών, τα μεταφορικά μέσα (φορτηγά) και τα υλικά και προϊόντα παραγωγής.
Τέλος γινόταν ιδιαίτερη αναφορά ότι στα εκτιθέμενα στον πλειστηριασμό στοιχεία περιλαμβάνονταν η επωνυμία της εταιρείας, η συνεταιριστική της μερίδα σε συνεταιρισμό ξύλου και οι εταιρικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση του άρθρου 19 § 2 του ν.δ. 3562/1956 όλα τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία της υπό εκκαθάριση εταιρείας θα εκποιούνταν με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενιαία ως σύνολο (ως ενιαίο βιομηχανικό συγκρότημα), πλην των στοιχείων της ενότητας "ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ (VI)", τα οποία και μόνον μπορούσαν ειδικώς, προς αποφυγήν της φθοράς και απαξίωσής τους, να εκπλειστηριασθούν και χωριστά, ως ενότητα, σε περίπτωση που δεν υπήρχε πλειοδοτικό ενδιαφέρον για το σύνολο ενιαίως.
Μεταξύ των κινητών πραγμάτων που αναγράφονταν αναλυτικά στην εν λόγω δήλωση της ειδικής εκκαθαρίστριας και δη στην ενότητα "VI. ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ" περιλαμβανόταν και η επίδικη ποσότητα 120.000 κιλών ανοξείδωτης λαμαρίνας, γεγονός που σημαίνει ότι κατά το χρόνο σύνταξης της δήλωσης, δηλ. στις 27-2-2006, η ως άνω κατασχεθείσα ποσότητα λαμαρίνας βρισκόταν στους χώρους αποθήκευσης των κινητών τής υπό εκκαθάριση εταιρείας και συγκεκριμένα, όπως ρητώς αναγράφεται στη δήλωση σε σχέση με τα έπιπλα και σκεύη, τα μέσα εσωτερικών μεταφορών και τα υλικά και προϊόντα παραγωγής (στην ενότητα των οποίων ανήκε και η ως άνω ποσότητα λαμαρίνας), "...ορισμένα ευρίσκονται στο ιδιόκτητο κτήριο και εν γένει χώρους της υπό :
εκκαθάριση εταιρείας, ενώ τα περισσότερα ευρίσκονται σε παρακείμενο μισθωμένο κτήριο και λοιπούς χώρους που κείνται στο προς το νότιο όριο του γηπέδου της, όμορο οικόπεδο, ιδιοκτησίας των Ν. Α. και Σ. Κ..". Στη συνέχεια η εκκαλούσα και η 2η εφεσίβλητη ανανέωσαν διαδοχικά την προαναφερθείσα σύμβαση φύλαξης των χώρων της υπό εκκαθάριση εταιρείας με τα προσκομιζόμενα με επίκληση από 1-8-2006 και 21-12-2006 αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά, με συνέπεια η σύμβαση φύλαξης να παραταθεί ως τις 30-6-2007.
Εν τω μεταξύ μετά την προμνησθεισα σύνταξη της από 27-2-2006 δήλωσης του άρθρου 19 § 2 του ν.δ. 3562/1956, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, επέχει κατά νόμο θέση κατάσχεσης, εξακολούθησε η εκτελεστική διαδικασία και μετά από αλλεπάλληλες ματαιώσεις πλειστηριασμών και αλλεπάλληλες μειώσεις της τιμής πρώτης προσφοράς με τις υπ' αριθ. 5400/2006,9188/2006 και 1529/26-2- 2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, συντάχθηκε το υπ' αριθ. .../2-3-2007 Γ' επαναληπτικό πρόγραμμα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού ενυπόθηκων ακινήτων και κινητών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Αλεξάνδρου Μορφονιού, με βάση το οποίο ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε εν τέλει στις 28-3-2007.
Στον ως άνω Γ' επαναληπτικό δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό αναδείχθηκε υπερθεματιστής ο εφεσίβλητος, ο οποίος πλειοδότησε στο ποσό των 4.150.300 ευρώ, με συνέπεια να, κατακυρωθεί σε αυτόν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας .... Συναφώς συντάχθηκαν η υπ' αριθ. .../28-3-2007 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης και η υπ' αριθ. .../15-5-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, η οποία χορηγήθηκε στον ενάγοντα υπερθεματιστή ως νόμιμος τίτλος ιδιοκτησίας μετά την καταβολή από αυτόν του συνόλου του πλειστηριάσματος των 4-150.300 ευρώ.
Όμως, όταν ο ενάγων μετέβη μετά τον πλειστηριασμό στο χώρο των εγκαταστάσεων της υπό εκκαθάριση εταιρείας, διαπίστωσε ότι από τα κινητά πράγματα που κατακυρώθηκαν, έλειπε ποσότητα 120.000 κιλών ανοξείδωτης λαμαρίνας, η οποία αναφέρεται σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα και εκθέσεις, που συντάχθηκαν κατά την εκτελεστική διαδικασία, στην υποενότητα "VI - Υλικά και Προϊόντα Παραγωγής" με αύξοντα αριθμό 30.
Για το λόγο, άλλωστε, αυτό ο εφεσίβλητος υπερθεματιστής διατύπωσε ρητή επιφύλαξη κατά τη σύνταξη του πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής ακινήτου και κινητών, που καταρτίστηκε και υπογράφηκε από τον υπερθεματιστή και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ειδικής εκκαθαρίστριας στις 19-4-2007 για την παραλαβή από τον εφεσίβλητο των εκπλειστηριασθέντων κινητών και ακινήτων της υπό εκκαθάριση εταιρείας, επιφύλαξη η οποία συμπεριλήφθηκε στο κείμενο του εν λόγω πρωτοκόλλου.
Άλλωστε, αυτά ούτε μεταγενέστερα παραδόθηκαν στον ενάγοντα, διότι προφανώς είχαν κλαπεί από το χώρο όπου φυλάσσονταν. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι η ως άνω ποσότητα των 120.000 κιλών ανοξείδωτης λαμαρίνας, η οποία εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε στον εφεσίβλητο μαζί με τα λοιπά στοιχεία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας, απολέσθηκε από τον χώρο φύλαξης των εκπλειστηριασθέντων κινητών στις εγκαταστάσεις της τελευταίας εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα από τις 27-2-2006, όταν συντάχθηκε από την ειδική εκκαθαρίστρια η δήλωση του άρθρου 19 § 2 του ν.δ. 3562/1956, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η απολεσθείσα ποσότητα λαμαρίνας, μέχρι τις αρχές Απριλίου του έτους 2007, όταν ο υπερθεματιστής ανακάλυψε την απώλεια αυτής.
Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα η εκκαλούσα εταιρεία είχε στην κατοχή της, ως ειδική εκκαθαρίστρια, το σύνολο των κινητών πραγμάτων της υπό εκκαθάριση εταιρείας, με την υποχρέωση να τα φυλάσσει και να τα διατηρεί μέχρι την παράδοσή τους στον υπερθεματιστή, που θα αναδεικνυόταν μετά τον αναγκαστικό πλειστηριασμό τους, ευθυνόμενη για κάθε πταίσμα, δεδομένου ότι αυτή, ως ειδική εκκαθαρίστρια, εδικαιούτο της προβλεπόμενης από το άρθρο 46 § 2 ν. 1892/1990 αμοιβής.
Στην εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσής της για φύλαξη των εκπλειστηριαζομένων πραγμάτων η εκκαλούσα ειδική εκκαθαρίστρια χρησιμοποίησε ως βοηθό εκπλήρωσης την 2η εφεσίβλητη εταιρεία φύλαξης και συστημάτων ασφαλείας, στην οποία, όπως ήδη σημειώθηκε, ανέθεσε με σύμβαση το έργο της επιμελούς φύλαξης των εγκαταστάσεων της υπό εκκαθάριση εταιρείας, όπου ήταν αποθηκευμένα τα εκπλειστηριαζόμενα πράγματα.
Η φύλαξη-επιτήρηση συμφωνήθηκε σε 24ωρη βάση από ένα φύλακα ανά βάρδια (στατική φύλαξη), ο οποίος τις συμφωνηθείσες ημέρες και ώρες υπεχρεούτο να ελέγχει ανά μία ώρα περιμετρικά από το οικόπεδο και τα δυο κτίρια, συμπεριλαμβάνονταν δε τα Σαββατοκύριακα και οι αργίες, Όμως από έλλειψη της προσοχής των υπαλλήλων της 2ης εφεσίβλητης, την οποία, (προσοχή) εκείνοι όφειλαν, ως μέσοι συνετοί υπάλληλοι εταιρείας παροχής υπηρεσιών φύλαξης, και μπορούσαν βάσει των συγκεκριμένων συνθηκών να επιδείξουν, δεν προέβησαν στην επιμελή φύλαξη των κινητών και ακινήτων πραγμάτων και των εγκαταστάσεων της υπό εκκαθάριση εταιρείας, με συνέπεια η ποσότητα 120.000 κιλών ανοξείδωτης λαμαρίνας, που φυλασσόταν στις εγκαταστάσεις της υπό εκκαθάριση εταιρείας, να απολεσθεί.
Μάλιστα είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο οι υπάλληλοι της ως άνω εταιρείας δεν αντελήφθησαν τη μεταφορά της απολεσθείσας ποσότητας από τις εγκαταστάσεις που φυλασσόταν αυτή, δεδομένου του μεγάλου όγκου και βάρους αυτής.
Συνεπώς από υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της 2η εφεσίβλητης, η οποία καταλογίζεται κατ' αρχήν στην ίδια βάσει του άρθρου 334 Α.Κ. και περαιτέρω και στην εκκαλούσα ειδική εκκαθαρίστρια, που χρησιμοποίησε την προσεπικαλούμενη-εναγομένη ως βοηθό εκπλήρωσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκλήθηκε η απώλεια της επίδικης ποσότητας λαμαρίνας και κατά συνέπεια συντρέχει εν προκειμένω υπαίτια αδυναμία παροχής κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης της εναγομένης ειδικής εκκαθαρίστριας να παραδώσει την εκπλειστηριαζόμενη ποσότητα λαμαρίνας στον ενάγοντα υπερθεματιστή.
Επομένως γεννάται ευθύνη της εκκαλούσας να αποζημιώσει τον υπερθεματιστή λόγω υπαίτιας αδυναμίας παροχής, καταβάλλοντος σε αυτόν ποσό ίσο με την αξία της απολεσθείσας ποσότητας λαμαρίνας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε τον νόμο, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με την υπό κρίση έφεση είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, όμως, η αξία της ανοξείδωτης λαμαρίνας, πάχους ο,8 mm και πλάτους 1,25 mm, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητάς της, αφού βρισκόταν στην κατοχή της υπό εκκαθάριση εταιρείας τουλάχιστον από το έτος 2003, οπότε διέκοψε αυτή τη λειτουργία της, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 4,5 ευρώ ανά χιλιόγραμμο και όχι σε αυτό των 6,50 €, στο οποίο την υπολόγισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως η αξία των απολεσθέντων πραγμάτων, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητάς τους, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των (120.000 κ. Χ 5 € =) 540.000 ευρώ, το οποίο δικαιούται, ως αποζημίωση, ο εκκαλών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, δεχόμενο ότι η αξία της απολεσθείσας λαμαρίνας ανερχόταν σε 6,5 €/κιλό, επιδίκασε στον εφεσίβλητο, ως αποζημίωση, το ποσό των 780.000 €, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και βάσιμα παραπονείται περί τούτου η εκκαλούσα με τον 6ο λόγο της εφέσεώς της.
Κατόπιν τούτων πρέπει, κατά μερική παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση κατά το ίδιο μέρος στο Δικαστήριο τούτο και να δικαστεί κατ' ουσίαν (άρθρ. 535 παρ. ι ΚΠολΔ). Με βάση, δε, όλα όσα αναφέρθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη, οφείλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωση, το ποσό των 540.000 € με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής".
Με βάση τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αναιρεσείουσα ειδική εκκαθαρίστρια της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείας υπείχε την ευθύνη του θεματοφύλακα, ως μεσεγγυούχος, των κατασχεμένων δυνάμει της κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του ν.δ. 3562/1956 δήλωσης της εκκαθαρίστριας, κατά τη διαδικασία της ειδικής εκκαθαρίσεως, προς πώληση περιουσιακών της στοιχείων, τα οποία κατά το χρόνο της απώλειας τους είχε στην κατοχή της, νομιμοποιούμενη αυτή παθητικώς στην άσκηση των επίδικων αποζημιωτικών αξιώσεων του αναιρεσίβλητου υπερθεματιστή, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 2 ν. 1386/83, 19 παρ. 1, 2 ν. 3562/56 και 46 ν. 1892/1990.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/9/13 αίτηση της Τράπεζας Πειραιώς, για αναίρεση της 4914/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ