Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of damages for fraudulently concealed work overvaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss claims for damages. The appellants argued that the respondent committed fraud by falsely overvaluing construction work and concealing facts, violating contractual duties of good faith. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the causal link between the fraud and the damages claimed, ruling that the dismissal violated substantive law provisions on fraud and causation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 914 of the Civil Code and Article 386 of the Penal Code; The court held that a party's failure to disclose facts constituting fraud or to explain false valuations violates contractual duties of good faith, and a lower court's dismissal of such claims without adequate reasoning constitutes a violation of substantive law requiring remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1861 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1861/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. (ή Α. ή Μ.) Α. του Χ. (πρώην συζ. Σ. Π. - Π.) και 2. Δ. (ή Ά.) Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 9-5-2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. θυγ. Π. Λ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου, κληρονόμου εκ διαθήκης, του Β. Η. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των Κ. Φ., Γ. Λ. (αναιρεσίβλητης) και Β. Α., καθώς και την από 21.9.1993 αγωγή του Κ. Φ. κατά των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9800/1994, 5178/1998 προδικαστικές, 4607/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με την 1591/2007 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου και 6507/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της και το από 11-2-2010 δικογράφο προσθέτων αυτής λόγων, επί των οποίων εκδόθηκε η 890/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το απορριπτικό της έφεσης της αναιρεσίβλητης μέρος της και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε στη συνέχεια την 3919/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Ιανουαρίου 2012 αίτησή τους ως και τους από 13 Δεκεμβρίου 2012 με ιδιαίτερο δικογράφο πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε αφενός μεν την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος του κύριου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως, αφετέρου δε την από 11 Ιανουαρίου 2013 δική του (Δημητρίου Κράνη) έκθεση επί των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο πρώτος κατά το πρώτο και το τρίτο μέρος του και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3919/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να γίνει δεκτός ο πρώτος των προσθέτων λόγων κατά το δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο μέρος του, έτσι ώστε να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τις σχετικές με τον Β. Α. αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων, που αφορούν ζημίες τους από επιπλέον καταβολές τους για αμοιβές επίβλεψης και εκτέλεσης του έργου, προκειμένου στη συνέχεια η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, να δικασθεί στην ουσία της από τον Άρειο Πάγο.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ύστερα από την υπ' αριθ. 890/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 6507/2008 απόφαση του ίδιου Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την από 13.4.2007 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της επιδικίας τρίτου των αρχικών εναγομένων Β.
Α., ενώ διατηρήθηκε η ισχύς της απόφασης αυτής κατά το μέρος που απέρριψε την από 19.7.2007 αντίθετη έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 4607/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε ύστερα από τις υπ' αριθ. 9800/1994 και 5178/1998 προδικαστικές αποφάσεις και διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1591/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 21.9.1993 αγωγή του Κ.
Φ. κατά των αναιρεσειόντων, καθώς και η από 5.3.1993 αγωγή των αναιρεσειόντων ατομικά κατά της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή κατά του πρώτου των εναγομένων Κ. Φ. και κατά της δεύτερης των εναγομένων ως μοναδικής κληρονόμου του τρίτου αυτών Β. Α., οι οποίοι υποχρεώθηκαν εις ολόκληρο να καταβάλουν το ποσό των 71.093,90 ευρώ συμμέτρως και νομιμοτόκως στους αναιρεσείοντες.
Το ποσό αυτό περιορίσθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη ήδη απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε 38.412,52 ευρώ ως προς την αναιρεσίβλητη με την ιδιότητα που αυτή παρίσταται, ως προς την οποία εξαφανίσθηκε αντίστοιχα η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και έγινε αντίστοιχα εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή σε σχέση με τις αξιώσεις κατά του τρίτου των αρχικά εναγομένων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 13.12.2012 ιδιαίτερο δικόγραφο οι αναιρεσείοντες άσκησε ως προς το αυτό προσβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τον κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
2. Κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των άρθρων αυτών, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στη δεύτερη περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 118/2006, 1796/2012).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.
Αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρ. 386 ΠΚ, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης.
Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά και σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999). Δεν είναι πάντως αναγκαίο η ζημία που προκλήθηκε από την απάτη να συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια γι' αυτόν που την προκάλεσε, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο, αρκεί και στην περίπτωση αυτή να υπήρξε δόλος του δράστη.
Η έννοια του δόλου προκύπτει κατά βάση από τη διάταξη του άρθρ. 27 ΠΚ και συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 890/ 2010). Περαιτέρω παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνιστά και η εσφαλμένη εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας που ενδέχεται να υπάρχει στο πραγματικό του κανόνα ή κατ' εξαίρεση στην έννομη συνέπειά του, δηλαδή νομικής έννοιας που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της.
Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας γίνεται με αφετηρία την ιδέα του δικαίου και αναφορά στις αξίες που απορρέουν απ' αυτή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινωνικής ηθικής, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα.
Κατά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, με την οποία με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια προσδιορίζεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το περιεχόμενο (εύρος) της αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να υπαχθεί ακολούθως σ' αυτή η ατομική περίπτωση, το τυχόν σφάλμα μπορεί αντίστοιχα να είναι είτε καθαρά ερμηνευτικό σε σχέση με την εξειδίκευση (ανάλυση) των στοιχείων της νομικής έννοιας κατά τη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τύπο κατά κανόνα γενικό είτε υπαγωγικό σφάλμα, οπότε ανάλογα πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα δικαίου, που συνιστούν τις δυο όψεις της εσφαλμένης εφαρμογής του.
Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να εκτίθενται ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 420/2009, 2032/2009, 201/2010).
Αόριστη νομική έννοια είναι και αυτή της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, ώστε να θεμελιώνεται κατά τις διατάξεις των άρθρ. 297-298, 299 ΑΚ αξίωση για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 1958/2009, 41/2010).
Συνεπώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων αυτών, που είναι ουσιαστικού χαρακτήρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας ή της ηθικής βλάβης, αφού πρόκειται για κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 831/2005, 697/2012).
Αντίθετα η κρίση ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο της ζημίας αναφέρεται σε πράγματα και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 1652/2006). Ειδικότερα κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, 24/2004, 17/2006).
Κατά την έννοια αυτή αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο κάτι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Περί τον Οκτώβριο του 1990, οι ενάγοντες Δ.
Α. και Ι. Α. (αναιρεσείοντες) ανέθεσαν στη Γ. Λ. (δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη), αρχιτέκτονα-πολιτικό μηχανικό, με την οποία συνδέονταν με στενή φιλία, τη σύνταξη μελέτης για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με πυλωτή επί ενός οικοπέδου στην ..., στη συμβολή των οδών ... αριθ. 1 και ... αριθ. 25, το οποίο ανήκε σ' αυτούς κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα.
Παράλληλα ανέθεσαν σ' αυτήν και στο σύζυγο της Β. Α. (τρίτο των αρχικά εναγομένων), επίσης στενό φίλο τους, την από κοινού επίβλεψη της καλής εκτέλεσης του όλου έργου έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 12%, ήτοι 6% για τον καθένα, επί του συνολικού κόστους της υπό ανέγερση οικοδομής. Συγχρόνως οι ενάγοντες ζήτησαν από τους τελευταίους να τους συστήσουν εργολάβο-κατασκευαστή προκειμένου να του αναθέσουν την εκτέλεση του έργου της κατασκευής σκελετού εξ οπλισμένου σκυροδέματος της επίδικης οικοδομής.
Το Μάρτιο του 1991 οι ως άνω εναγόμενοι συνέστησαν στους ενάγοντες τον εργολάβο οικοδομών Κ. Φ. (πρώτο των εναγομένων), με τον οποίο είχαν συνεργασθεί και παλαιότερα για την ανέγερση άλλων οικοδομών. Ο εργολάβος αυτός υπέβαλε στους ενάγοντες έγγραφη προσφορά με τις τιμές για τις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος που επρόκειτο να εκτελεσθούν στην οικοδομή.
Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την προσφορά και τον Απρίλιο του 1991 υπογράφηκε μεταξύ τους η σχετική σύμβαση έργου, που περιελάμβανε: (α) κατασκευή ξυλοτύπων εν γένει, καρφοβελόνες, μεταφορά ξυλείας και σιδηρών καλουπιών, καθαρισμό αυτών μετά το ξεκαλούπωμα και μεταφορά μετά το πέρας των εργασιών, (β) προμήθεια και διάστρωση του μπετόν σε οποιοδήποτε ύψος και βάθος, δόνηση του μπετόν και χρήση πρέσας για τη διάστρωση του μπετόν, (γ) προμήθεια, κατασκευή και τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού και όλες τις ειδικές εργασίες π.χ.
σκάλες. Για τις παραπάνω εργασίες ο ως άνω εργολάβος πρότεινε στους ενάγοντες και αυτοί αποδέχθηκαν τις εξής τιμές, στις οποίες περιλαμβάνονταν η αξία των υλικών, οι αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού που αυτός θα χρησιμοποιούσε, καθώς και το εργολαβικό του κέρδος: (α) 15.000 δρχ. ανά μ3 για το μπετόν καθαριότητας (Β-120), (β) 18.000 δρχ.
ανά μ3 για το γκρο μπετόν με πλέγμα Τ-92 (Β-160), (γ) 38.000 δρχ. ανά μ3 για το οπλισμένο μπετόν όπως τα σχέδια της μελέτης (Β-225), (δ) 3.000 δρχ. ανά τ.μ. για τις βαθμίδες (σκάλα), (ε) 4.000 δρχ. ανά τ.μ. για το στηθαίο, (στ) 1500 δρχ. ανά τ.μ. για τις φαλτσόπηχες-σκωτίες, (ζ) 5.000 δρχ. ανά μ2 για το εμφανές μπετόν με κόντρα πλακέ, (η) 40.000 δρχ.
η έξτρα χρέωση της πρέσας κάθε φορά για ποσότητα σκυροδέματος μικρότερη των 35 μ3, (θ) 20.000 δρχ. ανά τ.μ. για τις ζαρντινιέρες και (ι) 1500 δρχ. ανά μ3 για τις εκσκαφές. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι οι τιμές αυτές θα μπορούσαν να αυξηθούν μόνο στην περίπτωση που θα υπήρχε ανατίμηση των υλικών και μόνο κατά το ποσοστό της ανατίμησης.
Οι ενάγοντες προκειμένου να προλάβουν ενδεχόμενη αύξηση των τιμών στα υλικά, προκατέβαλαν στον ως άνω εργολάβο, πριν από την έναρξη των εργασιών στην οικοδομή, το συνολικό ποσόν των 5.500.000 δρχ. Το Φεβρουάριο του 1992 και ενώ υπολειπόταν η κατασκευή του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, οι ενάγοντες ζήτησαν από τη δεύτερη και τον τρίτο των εναγομένων να τους προσκομίσουν εγγράφως τις πιστοποιήσεις των εργασιών που είχαν ήδη εκτελεσθεί και γενικά λεπτομερή λογαριασμό για όλες τις δαπάνες στις οποίες είχαν υποβληθεί μέχρι τότε.
Είχε προηγηθεί προτροπή του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ. (μάρτυρα των εναγόντων) προς αυτούς, ο οποίος τους πληροφόρησε ότι το ποσό των 43.000.000 δρχ. περίπου (ήτοι για εργολαβικό αντάλλαγμα 33.719.000 δρχ., για εισφορές στο ΙΚΑ 6.359.565 δρχ. και για αμοιβή επιβλέποντος μηχανικού 3.156.700 δρχ.), που είχαν ήδη αυτοί δαπανήσει, ήταν υπερβολικό για τα τότε κρατούντα οικονομικά δεδομένα ...
Εν τέλει, ύστερα από επανειλημμένες οχλήσεις, ο Κ. Φ. παρέδωσε στους ενάγοντες αναλυτικό κατάλογο με τις εργασίες που είχε εκτελέσει και το κόστος για κάθε μία από αυτές, το οποίο κόστος ανερχόταν συνολικά στο ποσόν των 32.380.000 δραχμών. Στο σχετικό κατάλογο επισυναπτόταν και αντίγραφο επιμέτρησης που είχε κάνει ο ίδιος, στην οποία εμφανιζόταν ότι στην οικοδομή είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι τις 14.2.1992 συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος.
Την επιμέτρηση επιβεβαίωσε λίγο αργότερα ο επιβλέπων το έργο Β. Α.. Ακολούθως οι ενάγοντες κατήγγειλαν με την από 7.4.1992 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή τους τόσο τη σύμβαση έργου, που είχαν συνάψει με τον Κ. Φ., όσο και τη σύμβαση ανάθεσης της επίβλεψης των εργασιών της οικοδομής στη δεύτερη εναγομένη και στον Β.
Α.. Παράλληλα, καθ' υπόδειξη πάλι του Δ. Κ., οι ενάγοντες με αίτησή τους προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε) ζήτησαν να οριστεί πραγματογνώμονας πολιτικός μηχανικός, για να διενεργήσει επιμέτρηση των σκυροδεμάτων του σκελετού που εκτέλεσε ο εργολάβος Κ. Φ. στην ως άνω οικοδομή τους. Το Τ.Ε.Ε. ... ανέθεσε στον τοπογράφο-μηχανικό Γ.
Π. τη σύνταξη σχετικής πραγματογνωμοσύνης, ο οποίος πράγματι συνέταξε την από 24.7.1992 έκθεσή του, όπου επισημαίνονται τα ακόλουθα: (α)... (β) ότι μέχρι τη διενέργεια της αυτοψίας είχαν κατασκευαστεί το υπόγειο (σε επιφάνεια σημαντικά μεγαλύτερη σε σχέση με την εγκεκριμένη τεχνική μελέτη), η πυλωτή, ο πρώτος όροφος εκτός από τις ζαρντινιέρες που ήταν καλουπωμένες, ενώ από το δεύτερο όροφο είχαν σκυροδετηθεί τα υποστυλώματα και η σκάλα, τα δε υπόλοιπα τμήματα είχαν καλουπωθεί και είχε γίνει η τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού, (γ) ότι σε δύο διαδοχικές επιμετρήσεις του Β.
Α. παρατηρείται μεγάλη απόκλιση στις μετρηθείσες ποσότητες... και (δ) ότι οι απόψεις του Κ. Φ. όσον αφορά τις ποσότητες των σκυροδεμάτων της οικοδομής, συμβάδιζαν με τις ποσότητες που προέκυπταν από την αναλυτική επιμέτρηση του επιβλέποντος Β. Α. και ήταν οι εξής: (a)Beton καθαριότητας Β-120 = 45 μ3, (β)Beton Β-160 (gross beton) = 44 μ3, (γ)Beton 225 (σκελετός) = 428,50 μ3, (δ) Beton εμφανές = 557,66 μ2, (ε) Φαλτσόπηχες = 563,5 5 τ.μ.
και (στ) Σκωτίες = 194,66 τ.μ. Ο εν λόγω πραγματογνώμων, μετά από προσεκτική μελέτη όλων των στοιχείων και απόψεων προχώρησε στην επιμέτρηση των σκυροδεμάτων της επίδικης οικοδομής καταλήγοντας στο ακόλουθο συμπέρασμα... (α) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β-225 = 344,97 μ3, (β) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β-160 = 26,25 μ3, (γ) Σκυρόδεμα άοπλο Β-120 = 20 μ3, (δ) Σκυρόδεμα εμφανές = 324 μ2, (ε) Σκάλες = 65 τ.μ., (στ) Σκωτίες = 282,20 τ.μ., (ζ) Φαλτσόπηχες = 706,60 τ.μ.
και (η) Στηθαία = 40 τ.μ. Περαιτέρω ... και ο διορισθείς με την 9800/1994 προδικαστική απόφαση πραγματογνώμων Δ. Μ., πολιτικός μηχανικός, στην... από 13.11.1995 έκθεσή του... καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα αναφορικά με τις ποσότητες σκυροδέματος, με μικρές αποκλίσεις προς τα πάνω σε σχέση με το πόρισμα του μηχανικού Γ. Π..
Ειδικότερα σύμφωνα με την έκθεση αυτή οι ποσότητες του σκυροδέματος είχαν ως εξής: (α) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β-225 = 362,84 μ3, (β) Σκυρόδεμα οπλισμένο Β-160 = 29,21 μ3, (γ) Σκυρόδεμα άοπλο Β-120 = 20 μ3, (δ) Σκυρόδεμα εμφανές = 324 μ2, (ε) Σκάλες = 65 τ.μ., (στ) Σκωτίες = 282,20 τ.μ., (ζ) Φαλτσόπηχες = 706 τ.μ. και (η) Στηθαία = 40 τ.μ... Κοινός τόπος αμφοτέρων των πραγματογνωμόνων ...
αποτελεί η διαπίστωση ότι κατά την κατασκευή της οικοδομής των εναγόντων η ποσότητα του οπλισμένου σκυροδέματος, που χρησιμοποιήθηκε, υπολείπεται από την αναφερομένη στην επιμέτρηση των Κ. Φ. και Β. Α., οι οποίοι κατ' αυτόν τον τρόπο με πρόθεση παρουσίασαν στους ιδιοκτήτες έργο που δεν είχε εκτελεσθεί και ειδικότερα παρουσίασαν σ' αυτούς ότι σύμφωνα με την επιμέτρηση που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι το Φεβρουάριο του 1992, είχαν χρησιμοποιηθεί στην οικοδομή συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος, ενώ στην πραγματικότητα η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος ήταν πολύ μικρότερη...
Ειδικότερα: (α) η ποσότητα του Β-225 στην επιμέτρηση του Β. Α. είναι 428 μ3, στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 344,97 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι 362,84 μ3, (β) η ποσότητα του Β-160 στην επιμέτρηση του Β. Α. ανέρχεται σε 44 μ3, στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 26,53 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι 29,21 μ3, (γ) η ποσότητα του Β-120 στην επιμέτρηση του Β.
Α. είναι 45 μ3, στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 20 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι επίσης 20 μ3, (δ) η ποσότητα των εμφανών σκυροδεμάτων στην επιμέτρηση του Β. Α. είναι 557,66 μ3, στην επιμέτρηση του Γ. Π. είναι 324 μ3 και στην επιμέτρηση του Δ. Μ. είναι 324 μ3... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον Κ.
Φ. ως αμοιβή για τις πιο πάνω εργασίες το συνολικό ποσόν των 33.719.000 δραχμών και δη 5.500.000 δρχ. ως προκαταβολή, όπως προκύπτει από τη συνημμένη στο ως άνω συμφωνητικό βεβαίωση του τελευταίου, όπου αναφέρεται ότι το ποσόν αυτό δίνεται για την αγορά των ως άνω υλικών και ακολούθως (κατέβαλαν) την 18.9.1991 ποσό 4.819.000 δρχ., την 3.10.1991 ποσό 1.000.00.0 δρχ., την 11.10.1991 ποσό 2.000.000 δρχ., την 17.10.1991 ποσό 600.000 δρχ., την 8.11.1991 ποσό 2.000.000 δρχ., την 17.11.1991 ποσό 2.500.000 δρχ., την 2.11.1991 ποσό 1.500.000 δρχ., την 16.12.1991 ποσό 1.500.000 δρχ., την 20.12.1991 ποσό 1.200.000 δρχ., την 10.1.1992 ποσό 600.000 δρχ., την 31.1.1992 ποσό 700.000 δρχ., την 11.2.1992 ποσό 1.500.000 δρχ., την 12.2.1992 ποσό 1.500.000 δρχ., την 14.2.1992 ποσό 800.000 δρχ., την 16.2.1992 ποσό 1.000.000 δρχ., την 27.2.1992 ποσό 900.000 δρχ., την 28.2.1992 ποσό 1.100.000 δρχ., την 5.3.1992 ποσό 2.000.000 δρχ., την 20.3.1992 ποσό 300.000 δρχ.
και την 28.3.1992 ποσό 700.000 δρχ.... Σύμφωνα όμως με το έργο που αποδείχθηκε ότι είχε εκτελεστεί μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης (7.4.1992) και τις τιμές της μονάδος, όπως είχε συμφωνηθεί στο προαναφερόμενο τιμολόγιο-προσφοράς του Κ. Φ., οι ενάγοντες έπρεπε να του καταβάλουν: (α) για οπλισμένο σκυρόδεμα Β-225 ποσό 13.787.920 δρχ. (362,84 μ3 Χ 38.000 δρχ.), (β) για οπλισμένο σκυρόδεμα Β-160 ποσό 525.780 δρχ. (29,21 μ3 Χ 18.000 δρχ.), (γ) για σκυρόδεμα άοπλο Β-120 ποσό 300.000 δρχ. (20 μ3 Χ 15.000 δρχ.), (δ) για εμφανή σκυροδέματα ποσό 1.620.000 δρχ. (324 μ3 Χ 5.000 δρχ.), (ε) για σκάλες 195.000 δρχ. (65 τ.μ.
Χ 3.000 δρχ.), (στ) για σκωτίες ποσό 423.300 δρχ. (282,20 τ.μ. Χ 1.500 δρχ.), (η) για φαλτσόπηχες ποσό 1.059.000 δρχ. (706 τ.μ. Χ 1.500 δρχ.) και (ζ) για στηθαία ποσό 160.000 δρχ. (40 τ.μ. Χ 4.000 δρχ.), ήτοι συνολικά 18.071.000 δρχ. και συνεπώς του κατέβαλαν επιπλέον ποσό 15.648.000 δραχμών (33.719.000 - 18.071.000 δρχ.), αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η άνω διαφορά αμοιβής οφείλεται στην αύξηση της τιμής υλικών, για την αγορά των οποίων άλλωστε ο εναγόμενος εργολάβος είχε ήδη λάβει πριν την έναρξη των εργασιών από τους ενάγοντες το ποσό των 5.500.000 δραχμών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν αναθέσει στον Β. Α. να συντάσσει και να υποβάλλει στο Ι.Κ.Α τις μηνιαίες καταστάσεις των απασχολουμένων στο έργο εργατοτεχνιτών. Με βάση τις καταστάσεις αυτές οι ενάγοντες κατέβαλαν στο Ι.Κ.Α από τον Οκτώβριο του 1991 έως τον Μάρτιο του 1992 συνολικά το ποσό των 6.359.565 δρχ.
για τις από το νόμο ασφαλιστικές εισφορές και ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών ασφαλίσεως οικοδομικών και τεχνικών εργασιών, κατέβαλαν τα ακόλουθα ποσά : (α) τον Οκτώβριο του 1991 ποσό 659.529 δρχ. για ΙΚΑ και 305.294 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά στην επίδικη οικοδομή για 174 ημέρες, (β) τον Νοέμβριο του 1991 ποσό 687.434 δρχ.
για Ι.Κ.Α και 311.959 δρχ. για ΕΛΔΕΟ που αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά στην οικοδομή 165 ημέρες, (γ) το Δεκέμβριο του 1991 ποσό 1.078.657 δρχ. για Ι.Κ.Α και 489.500 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά 254 ημέρες, (δ) τον Ιανουάριο του 1992 ποσό 472.674 δρχ. για Ι.Κ.Α και 214.000 δρχ.
για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 14 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά 110 ημέρες, (ε) το Φεβρουάριο του 1992 ποσό 806.522 δρχ. για Ι.Κ.Α. και 366.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 16 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά 187 ημέρες και (στ) το Μάρτιο του 1992 ποσό 665.496 δρχ. για Ι.Κ.Α και 302.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 15 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά στην επίδικη οικοδομή 154 ημέρες, ήτοι κατέβαλαν συνολικά για την πιο πάνω αιτία ποσό 6.359.565 δρχ., που αντιστοιχεί σε 1044 ημερομίσθια.
Σύμφωνα όμως με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το Τ.Ε.Ε μηχανικού Γ. Π., για την κατασκευή κατοικιών παρόμοιας μορφής με την επίδικη οι ασφαλιστικές εισφορές για την κατασκευή σκυροδεμάτων αναλογούν περίπου σε 1 ημερομίσθιο για κάθε ένα κυβικό μέτρο σκυροδέματος, η δραχμική δε εισφορά αντιστοιχεί στο 85% του τεκμαρτού ημερομισθίου, το οποίο κατά την επίδικη χρονική περίοδο (1991-1992), ήταν 7.000 δρχ.
και επομένως η εισφορά που έπρεπε να καταβληθεί στο Ι.Κ.Α και το επικουρικό ταμείο ήταν 0,85 Χ 7.000 δρχ. = 6.000 δρχ./ημερομίσθιο. Οι ενάγοντες λοιπόν έπρεπε να καταβάλουν στο Ι.Κ.Α, με βάση την ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε στην οικοδομή τους (362,84 μ3 Χ 6.000 δρχ. ανά ημερομίσθιο) ποσό 2.178.000 δραχμών και ως εκ τούτου κατέβαλαν επιπλέον ποσό 4.181.565 δραχμών (6.359.565 - 2.178.000 δρχ.).
Κατά το ποσό αυτό της διαφοράς ζημιώθηκαν οι ενάγοντες, διότι στις καταστάσεις αυτές, που υπέβαλε στο Ι.Κ.Α ο Β. Α., με πρόθεση δήλωνε αυτός αναληθώς ως απασχοληθέντες στο έργο εργατοτεχνίτες, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα στην ίδια χρονική περίοδο απασχολούνταν στην οικοδομή του Β. Κ., στη ..., εργολάβος στην οποία ήταν επίσης ο Κ.
Φ.. Με τα δεδομένα αυτά μεταξύ της ως άνω παράνομης συμπεριφοράς του Β. Α., ο οποίος κατά τις παραπάνω χρονολογίες... δήλωνε προς το ΙΚΑ αναληθή αριθμό εργατικών ημερομισθίων, και της επελθούσας στους ενάγοντες ζημίας, υπάρχει σαφώς αιτιώδης συνάφεια. Εξάλλου με την 491/1993 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α Αγίας Παρασκευής ομόφωνα έγινε δεκτή η ένσταση των εργοδοτών (εναγόντων) και ακυρώθηκαν οι πράξεις επιβολής πρόσθετων εισφορών, με τις οποίες είχαν επιβληθεί σ' αυτούς επιπλέον εισφορές ύψους 1.903.024 δρχ., δεχόμενη στο σκεπτικό της ότι τα 1044 ημερομίσθια που είχαν ήδη καταβληθεί από αυτούς υπερκάλυπταν τις εργασίες που είχαν ήδη εκτελεσθεί στην επίδικη οικοδομή...
Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν από κοινού στη δεύτερη εναγομένη και στο Β. Α., ως αμοιβή για την επίβλεψη του εν λόγω έργου με βάση τις ψευδείς επιμετρήσεις που εμφάνισε ο τελευταίος και ο Κ. Φ., το συνολικό ποσό των 3.156.700 δρχ. και ειδικότερα στις 12.4.1991 ποσό 550.000 δρχ., στις 27.6.1991 ποσό 250.000 δρχ., στις 10.7.1991 ποσό 50.000 δρχ., στις 29.8.1991 ποσό 306.700 δρχ., στις 9.12.1991 ποσό 750.000 δρχ., στις 9.12.1991 ποσό 750.000 δρχ.
και στις 7.3.1992 ποσό 500.000 δρχ. Η καταβολή του ποσού αυτού (αμοιβής) έγινε με βάση το συνολικό κόστος της οικοδομής, ήτοι 12% επί του συνολικού κόστους, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονταν οι ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. Ενόψει δε του ότι το κόστος της οικοδομής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ανερχόταν μέχρι την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους των εναγόντων στο ποσόν των 18.071.000 δρχ., η αμοιβή που έπρεπε να τους καταβληθεί ήταν 2.168.520 δρχ. (18.071.000 δρχ.
Χ 12%) και συνεπώς τους κατέβαλαν επί πλέον για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 988.180 δραχμών. Όμως η ζημία των εναγόντων, για την οποία υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της παραπάνω από 20.2.1992 ψευδούς επιμέτρησης του Β. Α., ανέρχεται στο ποσό των 500.000 δραχμών, που καταβλήθηκε μεταγενέστερα της εν λόγω ψευδούς καταμέτρησης, στις 7.3.1992.
Σύμφωνα έτσι με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εξ αιτίας της αδικοπρακτικής (απατηλής) συμπεριφοράς του Β. Α., που τελέστηκε στις 20.2.1992 με την παροχή ψευδών επιμετρικών στοιχείων του εκτελεσθέντος έργου στους ενάγοντες εργοδότες, οι τελευταίοι εξ αφορμής της εν λόγω απατηλής συμπεριφοράς παρασύρθηκαν και κατέβαλαν στον εργολάβο Κ.
Φ. ως εργολαβικό αντάλλαγμα για μη εκτελεσθέν έργο (α) Στις 27.2.1992 900.000 δρχ., (β) στις 28.2.1992 1.100.000 δρχ., (γ) στις 5.3.1992 2.000.000 δρχ., (δ) στις 20.3.1992 300.000 δρχ. και (ε) στις 28.3.1992 700.000 δρχ., ενώ στους επιβλέποντες μηχανικούς κατέβαλαν, στις 7.3.1992, το ως άνω ποσό των 500.000 δραχμών, ως αμοιβή για την επίβλεψη του έργου και συνολικά κατέβαλαν το ποσό των 5.500.000 δραχμών, που αποτελεί τη θετική τους ζημία και συνδέεται αιτιωδώς με τη διαγνωσθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του Β.
Α.... Αντίθετα ως προς τις καταβολές των εναγόντων που έγιναν σε προγενέστερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις από 20.2.1992 ίδιες ψευδείς και απατηλές επιμετρήσεις, δεν υφίσταται χρονικά αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας και των εν λόγω καταβολών και συνεπώς ως προς αυτές δεν στοιχειοθετούνται αποζημιωτικές αξιώσεις των εναγόντων, οι οποίες γι' αυτό κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμες".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε ως προς την αναιρεσίβλητη την πρωτόδικη οριστική απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά και είχε επιδικάσει συμμέτρως στους αναιρεσείοντες το ποσό των 71.093,90 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου και του τρίτου των αρχικών εναγομένων (Κ.
Φ. και Β. Α.) για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή και πριν από την από 20.2.1992 ψευδή επιμέτρηση του έργου από τον Β. Α., δέχθηκε ακολούθως την ένδικη αγωγή για το μικρότερο ποσό των 38.412,52 ευρώ, το οποίο επιδίκασε συμμέτρως στους αναιρεσείοντες σε σχέση με τις αξιώσεις τους κατά του τρίτου των αρχικά εναγομένων.
Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, οι αναιρεσείοντες από το Μάρτιο του 1991 έως τις 7.4.1992 κατέβαλαν τμηματικά από κοινού στην αναιρεσίβλητη και στο σύζυγό της Β. Α. το συνολικό ποσό των 3.156.700 ευρώ ως αμοιβή τους για την από μέρους τους επίβλεψη των εργασιών ανέγερσης της οικοδομής των αναιρεσειόντων στην ..., ενώ ως εργολαβική αμοιβή για την ανέγερση της οικοδομής αυτής οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν τμηματικά στον Κ.
Φ. το συνολικό ποσό των 33.719.000 δραχμών, με συνέπεια να καταβάλουν έτσι συνολικό ποσό αμοιβής επίβλεψης και εργολαβικής αμοιβής κατά πολύ μεγαλύτερο απ' αυτό που πράγματι όφειλαν. Τις σχετικές καταβολές η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση τις συνδέει αιτιωδώς με αδικοπρακτική συμπεριφορά του Β. Α. μόνον εφόσον έπονται της από 20.2.1992 ψευδούς για το έργο επιμέτρησής του, την οποία θεωρεί αντίστοιχα ως τη μόνη σε σχέση μ' αυτές αδικοπρακτική συμπεριφορά του, που είχε ως αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι αναιρεσείοντες και να προβούν στις παραπάνω αυξημένες καταβολές, γι' αυτό και απέρριψε για το προηγούμενο χρονικό διάστημα τις αντίστοιχες αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων.
Ωστόσο με την προσβαλλόμενη απόφαση ναι μεν δεν γίνεται δεκτό, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι με ψευδή πριν από κάθε καταβολή επιμετρικά στοιχεία των Κ. Φ. και Β. Α. εξαπατήθηκαν ως προς τον όγκο του εκτελεσθέντος κάθε φορά έργου, όμως κατά τα λοιπά δεν εξηγείται στην απόφαση γιατί δεν συνετέλεσε σε εξαπάτηση των αναιρεσειόντων και η γενικότερη συμπεριφορά του Β.
Α., αν ληφθεί υπόψη ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποκλείσθηκε η ύπαρξη γνώσης του ως προς την αναντιστοιχία εκτελεσθέντος έργου και χρηματικών γι' αυτό καταβολών για το πριν από την από 20.9.1992 ψευδή επιμέτρησή του χρονικό διάστημα. Με την προϋπόθεση αυτή η παράλειψή του να ενημερώσει έγκαιρα τους αναιρεσείοντες ως προς την τμηματική υπερκοστολόγηση του έργου είναι ασφαλώς αντίθετη προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις ως επιβλέποντος το έργο, αφού απάτη τελείται όχι μόνο με την επιχείρηση πράξης, αλλά και με τη δόλια απόκρυψη ή αποσιώπηση γεγονότων, ως προς τα οποία πρέπει κατά συμβατική υποχρέωση των μερών και οπωσδήποτε κατά την καλή πίστη να υπάρχει πληροφόρηση.
Κατά την ίδια έννοια δεν εξηγείται στην προσβαλλόμενη απόφαση γιατί η ίδια η ως άνω ψευδής επιμέτρηση του Β. Α. δεν συνιστά απάτη με τη μορφή της δόλιας εκ των υστέρων εμφάνισης του εκτελεσθέντος έργου ως μεγαλύτερου όγκου και συνεπώς μεγαλύτερης αξίας σε σχέση με την πραγματική του. Επομένως το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τις αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων για το πριν από την ως άνω ψευδή επιμέτρηση διάστημα, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται χρονικά πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια με την αντίστοιχη ζημία τους, με αποτέλεσμα έτσι να παραβιάσει εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 297, 914 ΑΚ και 386 ΠΚ που εφάρμοσε, όπως βάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με το τέταρτο ειδικότερα μέρος του πρώτου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και πρέπει έτσι κατά το μέρος αυτό να γίνει δεκτός ο πρόσθετος αυτός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε διαφορετικά ως προς τις σχετικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων, δηλαδή αυτές που αφορούν τις ζημίες τους από επιπλέον καταβολές για αμοιβές επίβλεψης και εκτέλεσης του έργου, ενώ παρέλκει πλέον η εξέταση των λοιπών αιτιάσεων που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον κύριο και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει κατά το ίδιο μέρος να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο προκειμένου να δικασθεί στην ουσία (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013), σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Εξ άλλου η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά με την αναιρετική δίκη δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3919/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε τις σχετικές με τον τρίτο των αρχικών εναγομένων Β. Α. αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων, που αφορούν ζημίες τους από επιπλέον καταβολές τους για αμοιβές επίβλεψης και εκτέλεσης του συμφωνημένου μεταξύ τους έργου.
Κρατεί επί της ουσίας την υπόθεση ως προς το μέρος αυτό.
Αναβάλλει αντίστοιχα την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα σχετικά με την αναιρετική δίκη δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ