Legislator Case Law & Legislation
1861/2011 AI generated

1861/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1861/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1861/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και των δικογράφων των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1861 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1861/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: της εταιρίας με την επωνυμία "INTERNATIONAL REEFER SERVICES S.A", που εδρεύει στον Παναμά, είναι εγκαταστημένη στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα 2. της εταιρίας με την επωνυμία "BRIGHTSTAR HOLDINGS & INVESTMENTS S.A", που εδρεύει στο Λουξεβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα και 3.του Κ. Ε. Κ., κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σιούφα.

Της αναιρεσιβλήτου: της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη Λευκωσία της Κύπρου , διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανώλη Εγγλέζο. (ΠΙΝ.59).

Β. Της αναιρεσείουσας: της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη Λευκωσία της Κύπρου , διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανώλη Εγγλέζο.

Των αναιρεσιβλήτων:1. της εταιρίας με την επωνυμία "BRIGHTSTAR HOLDINGS & INVESTMENTS S.A" (ΜΠΡΑΪΤΣΤΑΡ ΧΟΛΝΤΙΝΓΚΣ & ΙΝΒΕΣΤΜΕΝΤΣ Σ.Α) , που εδρεύει στο Λουξεβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. του Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σιούφα. (ΠΙΝ. 60).

Γ. Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανώλη Εγγλέζο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. της εταιρίας με την επωνυμία "INTERNATIONAL REEFER SERVICES S.A. (ΙΜΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΡΗΦΕΡ ΣΕΡΒΙΣ Σ.Α), η οποία εδρεύει στον Παναμά, είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα δυνάμει του ν. 89/87, διατηρεί υποκατάστημα στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. της εταιρίας με την επωνυμία "BRIGHTSTAR HOLDINGS & INVESTMENTS S.A" (ΜΠΡΑΪΤΣΤΑΡ ΧΟΛΝΤΙΝΓΚΣ & ΙΝΒΕΣΤΜΕΝΤΣ Σ.Α), που εδρεύει στο Λουξεβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα και 3.Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σιούφα (ΠΙΝ. 58).

Η ένδικη διαφορά άρχισε: ως προς την υπόθεση με στοιχεία Α. με την από 31 Μαρτίου 2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ως και τους από 19 Ιανουαρίου 2004 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3464/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 965/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Ιανουαρίου 2008 αίτησή τους, ως προς την υπόθεση με στοιχεία Β. με την από 31 Μαρτίου 2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ως και τους από 19 Ιανουαρίου 2004 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3463/2006, οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 965/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου αίτησή της και ως προς την υπόθεση με στοιχεία Γ. με την από 31 Μαρτίου 2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ως και τους από 19 Ιανουαρίου 2004 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3465/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 982/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε α. την από 4 Μαΐου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-2-2008 αίτησης αναίρεσης και β. την από 12 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ως προς την με στοιχεία Α. την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το πρώτο σκέλος αυτού και την απόρριψη των λοιπών 9/22-1-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 965/24-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και ως προς με στοιχεία Β. την απόρριψη της 16/20-2-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 966/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και των δικογράφων των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν: Α η από 9/22-1-2008 αίτηση, με αναιρεσείοντες (α) την εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL REEFER SERVICES S.A.", (β) την εταιρεία με την επωνυμία "BRIGHTSTARHOLDIΝGS & INVESTMENTS S.A." και (γ) τον Κ. Κ. και αναιρεσίβλητη την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ", για αναίρεση της 965/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 2827/31-3-2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και τον με ιδιαίτερο, 550/24-1-2005, δικόγραφο της δεύτερης τούτων πρόσθετο αυτής λόγο εδιώκετο η ακύρωση της 175/2003 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά παραδοχή κατ' αυτών απευθυνόμενης αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης και διορθώθηκε στη συνέχεια με την 78/2007 πράξη. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 3464/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 842/3-8-2006 έφεση των ανακοπτόντων, η προσβαλλόμενη 965/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με απορριπτική ομοίως επ' αυτής κρίση.

Β. η 16/20-2-2008 αίτηση, με αναιρεσείουσα την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και αναιρεσιβλητους (α) την εταιρεία με την επωνυμία "BRIGΗTSTAR HOLDIΝGS & INVESTMENTS S.A." και (β) τον Κ. Κ. για αναίρεση της 966/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Ειδικότερα, με την 2821/31-3-2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσίβλητων και τον με ιδιαίτερο, 549/24-1-2005, δικόγραφο της πρώτης τούτων πρόσθετο αυτής λόγο εδιώκετο η ακύρωση της 176/2003 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά παραδοχή κατ' αυτών απευθυνόμενης αιτήσεώς της ήδη αναιρεσίβλητης.

Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η 3463/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 847/8-8-2006 έφεση των ανακοπτόντων, η προσβαλλόμενη 966/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, κατ' αποδοχή της, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή της ανακοπής, ακυρώθηκε η πληττόμενη δι' αυτής διαταγή πληρωμής.

Και Γ. η 28/20-3-2008 αίτηση, με αναιρεσείουσα την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και αναιρεσιβλήτους (α) την εταιρεία με την επωνυμία "INTΕRNATIONAL REEFER SERVICES S.A", (β) την εταιρεία με την επωνυμία "BRIGHTSTAR HOLDINGS & INVESTMENTS S.A". και (γ) τον Κ. Κ., για αναίρεση της 982/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Ειδικότερα, με την 2826/31-3-2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσίβλητων και με τον ιδιαίτερο, 551/24-1-2004 δικόγραφο της δεύτερης τούτων πρόσθετο λόγο εδιώκετο η ακύρωση της 174/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά παραδοχή κατ' αυτών απευθυνόμενης αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης.

Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η 3465/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 843/3-8-2006 εφέσεως των ανακοπτόντων εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 982/2007απόφαση του Εφετείου Πειραιώς με την οποία, κατά, παραδοχή της ανακοπής, ακυρώθηκε η πληττόμενη δι' αυτής διαταγή πληρωμής.

Επί των με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, εκδόθηκε η 547/2009 μη οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της. Οι διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν για απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας, απορρέουσες από συνομολογηθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και εγγυήσεως, με ταυτότητα των λόγων ανακοπής ακυρώσεως τους, που συνδέονται με τις προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις.

Τούτο επιβάλλει την ενιαία εκδίκαση των ενδίκων υποθέσεων για την αποφυγή του κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων. Οι με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως συζητήθηκαν με (συν) εκφώνηση τους από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (2-2-2009), ενώ η με στοιχ.

Γ αίτηση αναιρέσεως βρίσκεται στο στάδιο προσδιορισμού δικασίμου για τη συζήτηση αυτής. Προφανές είναι ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της διευκολύνσεως της διεξαγωγής της δίκης και της αποτροπής του ενδεχόμενου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, που δικαιολογούν, με βάση την παρεχόμενη από το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., δικονομική ευχέρεια, τη συνεκδίκαση των με στοιχ.

Α, Β και Γ αιτήσεων αναιρέσεως, με πραγμάτωση του δικονομικού αυτού σκοπού την ένωση των με στοιχ. Α και Β αιτήσεων αναιρέσεως και την αναβολή της εκδόσεως οριστικής επ' αυτών αποφάσεως, προκειμένου να συνεκδικασθούν με τη με στο;χ. Γ αίτηση αναιρέσεως κατά την ορισθησομένη προς συζήτηση τους προσεχή δικάσιμο, κατ' αποδοχή του βάσιμα διατυπούμενου περί τούτου αιτήματος της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας Τράπεζας".

Σε συνέπεια με τις παραδοχές της αυτές διατύπωσε διατακτικό με το ακόλουθο περιεχόμενο "Ι. Ενώνει τις χαρακτηριζόμενες στο σκεπτικό με στοιχ. Α (9/22-1-2008) και Β (16/20-2-2008) αιτήσεις για αναίρεση των (α) 965/29-11-2007 και (β) 966/29-11-2007, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς. Και

ΙΙ. Αναβάλλει την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί των με στοιχ. Α και Β αιτήσεων αναιρέσεως, προκειμένου να συνεκδικασθούν με τη με στοιχ, Γ (28/20-3-2008) αίτηση για αναίρεση της 982/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς κατά την ορισθησόμενη προς συζήτηση τους προσεχή δικάσιμο". Επακολούθησε η έκδοση της ομοίως μη οριστικής 923/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, κατά τις αιτιολογίες της οποίας, επόμενες εκείνων της 547/2009 αποφάσεως. "Κατά τον προσδιορισμό όμως δικασίμου για τη συζήτηση της με στοιχ.

Γ αιτήσεως αναιρέσεως ορίσθηκε, προφανώς από παραδρομή, εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός αντί εκείνου των με στοιχ. Α και Β αιτήσεων αναιρέσεως (Νικόλαος Λεοντής), με άμεση δικονομική συνέπεια τον εν τοις πράγματι χωρισμό τους, χωρίς την περί τούτου έκδοση αποφάσεως, γεγονός που αποκλείει την συνεκδίκαση τους, ο δικαιολογητικός της οποίας λόγος, για τον οποίο διατάχθηκε, είναι προφανής.

Συντρέχει επομένως περίπτωση αναβολής ομοίως της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί των με στοιχ. Α και Β ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεων προκειμένου να επιτευχθεί η διαταχθείσα με την 547/2009 απόφαση συνεκδίκασή τους κατά την οριζόμενη προς συζήτηση τους δικάσιμο της 21-11-2011 διαλαμβάνοντας στη συνέχεια στο διατακτικό της, "Αναβάλλει την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί των χαρακτηριζομένων με στοιχ.

Α (9/22-1-2008) και Β(16/20-2-2008) αιτήσεων για αναίρεση των (α) 965/29-11-2007 και (β) 966/29-11-2007, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να συνεκδικασθούν με τη με στοιχ. Γ (28/20-3-2008) αίτηση για αναίρεση της 982/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς κατά την οριζόμενη προς συζήτησή τους δικάσιμο της 21-11-2011", κατά την οποία με την όμοια 922/2011 απόφασή του αναβλήθηκε με τις αυτές αιτιολογίες η συζήτηση της με στοιχ.

Γ αναιρέσεως. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α, Β και Γ χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ. 2, 246) και ερευνηθούν στη συνέχεια κατά την αυτή σειρά και αρίθμηση. Ειδικότερα: (ι) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως. Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες και αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. "Γ) Με τον πέμπτο λόγο ανακοπής του κυρίου δικογράφου προέβαλαν οι εκκαλούντες ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση αποσπάσματα των ηλεκτρονικώς τηρουμένων βιβλίων της εφεσίβλητης υπό ημερομηνία 22-1-2003, τα οποία εμφανίζουν τις εγγραφές της εφεσίβλητης σε σχέση με τις συμβάσεις δανείου, ενώ αυτά δεν έχουν αποδεικτική δύναμη, λόγω ανυπαρξίας σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών.

Ναι μεν, χωρίς συμφωνία μεταξύ του πιστούχου και της πιστοδότριας Τράπεζας, ότι το ύψος της οφειλής του πρώτου προς τη δεύτερη θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, το απόσπασμα αυτό δεν έχει αποδεικτική δύναμη, πλην η υπ' αριθμ. 175/2003 διαταγή πληρωμής δεν εκδόθηκε για κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως προέκυπτε από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της εφεσίβλητης, στα οποία αποτυπώνεται η κίνηση και το κλείσιμο του λογαριασμού.

Εκδόθηκε για την πληρωμή ανεξόφλητου κεφαλαίου ληφθέντων δανείων και των τόκων αυτών (συμβατικών και υπερημερίας), καθώς τα δάνεια, που συμφωνήθηκε να εξοφληθούν σε δόσεις, κατέστησαν στο σύνολο τους ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, μετά τη, βάσει συμβατικού όρου, καταγγελία των συμβάσεων δανείου από την εφεσίβλητη δανείστρια Τράπεζα, λόγω της καθυστερήσεως καταβολής των οφειλόμενων δόσεων.

Δοθέντος δε ότι η υπ' αριθμ. 175/2003 διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει και άλλων εγγράφων, ο ευθύς ως άνω (πέμπτος) λόγος της ανακοπής παρίσταται ως αόριστος, καθόσον οι εκκαλούντες δεν ανέφεραν ποιες ακριβώς εγγραφές των αποσπασμάτων των βιβλίων της εφεσίβλητης, στα οποία έχουν καταχωρισθεί οι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για τις συμβάσεις δανείου, στήριξαν την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής χωρίς τα στοιχεία αυτά να προκύπτουν από τα άλλα έγγραφα, στη δίκη δε της ανακοπής δεν εκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των λόγων της ανακοπής".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ο πρώτος λόγος της οποίας αξιολογείται βάσιμος κατά το διατυπούμενο δεύτερο σκέλος αυτού. Ειδικότερα, η ανακοπή του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ κατά διαταγής πληρωμής περιλαμβάνεται στις ανακοπές του άρθρου 583 Κ.Πολ.Δ, το δε αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται με την εν λόγω ανακοπή οριοθετείται από τους λόγους αυτής, σε συνδυασμό με το αίτημα της, συνίστανται δε στην έλλειψη ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Επιτρεπτώς συμφωνείται ότι η οφειλή του πιστούχου στην πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, σε περίπτωση δε μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της, και επομένως στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου.

Αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύεται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 Κ.Πολ.Δ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 Κ.Πολ.Δ " Όταν με το λόγο της ανακοπής αμφισβητείται η ύπαρξη ή το ύψος της απαιτήσεως, ο λόγος αυτός έχει αρνητικό χαρακτήρα, αφού ο καθού η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος, κατά το γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, για την απόδειξη με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ποσού της απαιτήσεως του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, σε αντιδιαστολή με την αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, που στοιχειοθετείται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο ανακοπής οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες υποστήριζαν ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση ανυπόγραφα αποσπάσματα των ηλεκτρονικώς τηρούμενων βιβλίων της καθής Τράπεζας υπό ημερομηνία 22-1-2003, τα οποία εμφανίζουν τις εγγραφές της καθής σε σχέση με τις συμβάσεις δανείου, χωρίς παράλληλα στις συμβάσεις δανείου να έχει διατυπωθεί συμφωνία τους για την αποδεικτική τους δύναμη, και με την έννοια αυτή δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη της απαιτήσεως της καθής από τα έγγραφα που προσκόμισε η τελευταία κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί άρνηση της διαδικαστικής προϋποθέσεως της αποδείξεως της υπάρξεως της απαιτήσεως της καθής από έγγραφα και δικαιολογεί την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, παρά το νόμο αξιολογήθηκε ως αόριστος, με την αιτιολογία ότι οι ανακόπτοντες δεν προσδιόρισαν επακριβώς τις εγγραφές των αποσπασμάτων των βιβλίων της καθής, που έχουν καταχωρισθεί οι λογαριασμοί για τις συμβάσεις δανείου, στις οποίες στηρίχθηκε η έκδοση της διαταγής πληρωμής, χωρίς παράλληλα να επικαλούνται ότι τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτουν από τα αλλά προσκομισθέντα έγγραφα, αρκούσης αντιθέτως της γενικής αρνήσεως με το περιεχόμενο του προβληθέντος πέμπτου ανακοπής εφόσον δεν διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της δικονομική συμφωνία των διαδίκων για την αποδεικτική δύναμη των αποσπασμάτων από τα ηλεκτρονικώς τηρούμενα βιβλία της αναιρεσείουσας, κατά την βάσιμα διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προβαλλόμενων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό Εφετείο Πειραιώς (Ναυτικό τμήμα), συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

(ιι) Με το στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως. Κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δι' αυτής ιστορείτο, ιδία, "ότι με την υπ' αριθ. .../17-10-2000 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της εφεσίβλητης, ως πιστοδότριας και της α' εκκαλούσας, ως πιστούχου, η εφεσίβλητη χορήγησε πίστωση στην α' εκκαλούσα μέχρι του ποσού 1.500.000 δολλ.

ΗΠΑ, ότι υπέρ της πιστούχου εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης για την εκπλήρωση των όρων της συμβάσεως ο β εκκαλών, ότι η σύμβαση λειτούργησε και κινήθηκε με τους υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμούς, οι οποίοι κλείσθηκαν στις 27-12-2002 με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της πιστούχου 915.031,34 Δολλ. ΗΠΑ ήτοι 884.943.22 ευρώ, με βάση την κατά την ημέρα του κλεισίματος των λογαριασμών ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ προς ευρώ, ότι οι λογαριασμοί αυτοί και το υπόλοιπο τους συμφωνήθηκε, μεταξύ των συμβληθεισών, να αποδεικνύονται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι επισυνάπτονταν στην αίτηση οι παραπάνω έγγραφες συμβάσεις πιστώσεως και εγγυήσεως, το απόσπασμα των βιβλίων της αιτούσας από το οποίο προέκυπτε η κίνηση των λογαριασμών από την ανάληψη της πιστώσεως έως του κλεισίματος τους καθώς και το υπόλοιπο αυτών, οι προσδιοριζόμενες εκθέσεις επιδόσεως της εξώδικης δηλώσεως με την οποία η αιτούσα γνωστοποίησε στην πιστούχο εταιρεία και στον εγγυητή της πιστώσεως το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών από 27-12-2002 με πρόσκληση εξοφλήσεως του υπολοίπου, και βεβαίωση της αιτούσας περί της ισοτιμίας δολαρίου ΗΠΑ/ευρώ κατά την ημερομηνία κλεισίματος των άνω λογαριασμών την 27-12-2002.

Ζήτησε δε η αιτούσα να υποχρεωθούν οι καθ ων η αίτηση, πιστούχος εταιρεία και εγγυητής της πιστώσεως, εκδιδομένης εναντίον τους διαταγής πληρωμής, να της καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον το ποσό των 884.943,27 ευρώ, νομιμοτόκως από 28-12-2002. Με βάση το παραπάνω αίτημα της εφεσίβλητης Τράπεζας εκδόθηκε στις 5-3-2003 η προμνημονευόμενη υπ' αριθμ. 176/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία διέταξε τους εκκαλούντες να καταβάλουν στην αιτούσα, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 884.943,27 ευρώ, νομιμοτόκως από 28-12-2002" Την εν λόγω αίτηση αρνητικά αξιολόγησε, προεχόντως ως μη νόμιμη, λόγω προσδιορισμού της ισοτιμίας δολαρίου - ευρώ κατά το χρόνο του κλεισίματος του λογαριασμού αντί εκείνου της πληρωμής, με επάλληλη δε αιτιολογία της και μετά από αξιολόγηση των αποδείξεων απέκλεισε την ύπαρξη συμφωνίας παρέχουσα τέτοιο δικαίωμα στην αναιρεσείουσα, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της "διότι η αιτούσα δεν δικαιούται το κατά τον χρόνο κλεισίματος των λογαριασμών ισάξιο σε ευρώ του ως άνω ποσού δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο και προσδιόρισε σε συγκεκριμένο ποσό ευρώ, αλλά το ισάξιο σε ευρώ αυτού ποσού δολλαρίων ΗΠΑ κατά τον χρόνο της πληρωμής.

Με τον τρίτο λόγο ανακοπής του κυρίου δικογράφου οι ανακόπτοντες και τώρα εκκαλούντες ζήτησαν την ακύρωση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής για τον παραπάνω λόγο. Η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τον λόγο αυτό της ανακοπής ως κατ' ουσία αβάσιμο με την αιτιολογία ότι "... με ρητό όρο της μεταξύ των μερών υφισταμένης έγγραφης συμβάσεως, η Τράπεζα είχε επιφυλάξει στον εαυτό της και το δικαίωμα της μετατροπής του καταλοίπου σε εγχώριο νόμισμα".

Είναι μεν έγκυρη η συμφωνία που καθορίζει χρονικό σημείο μετατροπής προγενέστερο της ημέρας της πληρωμής, όμως ούτε στη σύμβαση πιστώσεως ούτε στη σύμβαση εγγυήσεως, που κατατέθηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και προσκομίζονται και ήδη μετ' επικλήσεως, προβλέπεται δικαίωμα της εφεσίβλητης για μετατροπή της οφειλής από δολάρια ΗΠΑ σε ευρώ σε οποιονδήποτε χρόνο.

Ούτε η εφεσίβλητη στις πρωτόδικες προτάσεις της ανέφερε ότι υπήρχε τέτοια πρόβλεψη. Με τις προτάσεις της (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) η εφεσίβλητη επιχειρεί να θεμελιώσει σχετικό δικαίωμα της στους Όρους Συναλλαγών πελάτου-Τράπεζας που υπέγραψε με την α εκκαλούσα, τους οποίους και προσκομίζει μετ' επικλήσεως.

Δεν είχε όμως προσκομίσει αυτούς και στον Δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής. Άλλωστε, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της εφεσίβλητης, οι εν λόγω Όροι Συναλλαγών, δεν περιέχουν όρο, ο οποίος να παρέχει στην εφεσίβλητη δυνατότητα να μετατρέψει το συμφωνηθέν νόμισμα της πιστώσεως σε ευρώ.

Ο όρος 15γ των Όρων Συναλλαγών, στον οποίο παραπέμπει η εφεσίβλητη, αναφέρεται σε δυνατότητα αυτής, στην περίπτωση που ο πελάτης της διατηρεί περισσότερους λογαριασμούς, να κλείνει κάθε στιγμή και κατά την κρίση της τους λογαριασμούς αυτούς, να διενεργεί μεταφορές υπολοίπων, να χρεώνει και να πιστώνει από τον ένα λογαριασμό στον άλλο και να συμψηφίζει απαιτήσεις που προκύπτουν από τον ένα λογαριασμό προς αντίθετη απαίτηση από τον άλλο.

Η πρόβλεψη ότι οι υπολογισμοί στις περιπτώσεις λογαριασμών σε ξένο νόμισμα γίνονται με βάση τις επίσημες τιμές ξένου συναλλάγματος που αναφέρονται στο επίσημο δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την ημέρα επιχείρησης της πράξεως αφορά στην περίπτωση που οι περισσότεροι λογαριασμοί τηρούνται σε διαφορετικά ξένα νομίσματα και όχι, ως στη συγκεκριμένη υπόθεση συμβαίνει, στο ίδιο ξένο νόμισμα".

Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη -καθής η ανακοπή με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί αποτελούν οι λόγοι της κατά το άρθρο 632 Κ.Πολ.Δ ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, από τους οποίους, συνδυαζόμενους με το αίτημα της ανακοπής, οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, συνίσταται δε στην έλλειψη ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9α' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως "αίτηση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος δεσμευτικά του απονέμει, κατά δε την επόμενη διάταξη (Κ.Πολ.Δ 559 αρ.13), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος των αποδείξεως.

Μετά την κατάργηση με το άρθρο 141 ιν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και της εφαρμογής της διαδικασίας του νέου άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις, ο αναιρετικός έλεγχος εξακολουθεί να λειτουργεί για την παραβίαση των κανόνων του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της δημιουργημένης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής, η ανακοπής ή ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, σε αντιδιαστολή με το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο το δικαστήριο επιβάλλει το δικονομικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών, που είναι αναγκαία για να υποστηρίζει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του, το οποίο εκλείπει, εφόσον δεν εκδίδεται πλέον απόφαση περί αποδείξεως.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (ΕισΝΑΚ 20) και εκείνη του άρθρου 291 ΑΚ, οποιαδήποτε οφειλή εγκύρως συνομολογηθείσα σε συνάλλαγμα, η οποία πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, εξοφλείται σε δραχμές (σε εγχώριο νόμισμα κατά το άρθρο 291 ΑΚ) με την ισοτιμία της ημέρας εξοφλήσεως.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει ότι με τον διατυπούμενο δι' αυτής τρίτο κατά σειρά λόγο οι ήδη αναιρεσίβλητες προέβαλαν τον ισχυρισμό ακυρότητας της διαταγής πληρωμής λόγω προσδιορισμού της ισοτιμίας δολαρίου - ΗΠΑ κατά τον χρόνο του κλεισίματος του λογαριασμού αντί εκείνου της πληρωμής, κατά παραδοχή του οποίου από την προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Επομένως, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προτεινόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον λόγο αυτό ανακοπής, χωρίς να έχει προταθεί με το δικόγραφο αυτής, με παράλληλη αναφορά στον μη προσήκοντα αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ, ελέγχεται ως αβάσιμη.

Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, ως αλυσιτελώς διατυπούμενες, οι υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 12 και 13 Κ.ΠολΔ, που συνδέονται με την συμφωνηθείσα αποδεικτική δύναμη των αποσπασμάτων του λογαριασμού αναφορικά με το προκύπτον εξ αυτού χρεωστικό υπόλοιπο σε δολάρια, ο χρόνος προσδιορισμού της ισοτιμίας του οποίου σε ευρώ, με βάση το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα ποσό αυτού, αποτέλεσε, κατά τις αιτιολογίες της αποφάσεως, τον λόγο ακυρότητας της διαταγής πληρωμής.

II. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με την μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρησίμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 15 γ όρου της συμβάσεως πιστώσεως και ειδικότερα των Όρων Συναλλαγών, δεχθείσα ότι δεν παρείχε την δυνατότητα στην αναιρεσείουσα να μετατρέψει το σε δολάρια χρεωστικό υπόλοιπο σε ευρώ με βάση την ισοτιμία τους κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.

Κατά τις αιτιολογίες της αποφάσεως, στις οποίες παρατίθεται το κείμενο του επίμαχου αυτού όρου, η πρόβλεψη ότι οι υπολογισμοί στις περιπτώσεις λογαριασμών σε ξένο νόμισμα γίνεται με βάση τις επίσημες τιμές συναλλάγματος, που αναφέρονται στο επίσημο δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την επιχείρηση της πράξεως, αφορά στην περίπτωση του οι περισσότεροι λογαριασμοί τηρούνται σε διαφορετικά νομίσματα.

Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για λάθος ανάγνωση του επίμαχου αυτού όρου, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, με την συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο εμμέσως, πλην σαφώς, ανεπιτρέπτως πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να ελέγχεται ως αβάσιμος.

Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες, οι υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αρ. 10, 11 γ Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας στο αμέσως παραπάνω σημειούμενο αποδεικτικό πόρισμα χωρίς απόδειξη και χωρίς να λάβει υπόψη το έγγραφο διατυπώσεως των Γενικών Όρων Συναλλαγών και ειδικότερα του 15 γ όρου, στον οποίο ρητώς αναφέρεται, με την παράθεση του περιεχομένου αυτού, ερειδόμενος εντεύθεν επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως.

Τέλος, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή ότι το αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται με την κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, περιορίζεται στην επικύρωση αυτής ή στην ολική ή μερική ακύρωση της (Κ.Πολ.Δ 6333 παρ. 1), δεν παρείχετο στο δικαστήριο της ουσίας η νομική "δυνατότητα, αντί της ακυρώσεως της διαταγής πληρωμής, ο προσδιορισμός του επιδικασθέντος ποσού με βάση τη ισοτιμία δολαρίου - ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής, νομική πλημμέλεια η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τρίτο κατά σειρά λόγο, προφανώς στα πλαίσια της αναιρετικής αιτιάσεως του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού λόγου ακυρότητας της διαταγής πληρωμής δεν επιτρέπει την μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ανεξάρτητα από το γεγονός αν στο αίτημα με βάση την ισοτιμία κατά τον χρόνο του κλεισίματος του λογαριασμού εμπεριέχεται, ως έλασσον, το αίτημα προσδιορισμού της ισοτιμίας κατά τον χρόνο της πληρωμής.

Η τελευταία αυτή επάλληλη αιτιολογία της, που δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λόγων αναιρέσεως κατά την απεύθυνσή τους κατά της κύριας βάσεως (ΚΠολΔ 556 παρ. 1). Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τας οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ. (ΚΠολΔ 183).

(ιιι). Με στοιχ. Γ αίτηση αναιρέσεως. Με την προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κρίθηκε η αίτηση της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι δικαιούται, σε σχέση με το συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο των τριών λογαριασμών, ποσού 5.858.549,67 USD, το ισόποσο αυτών σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής του αντί εκείνου του κλεισίματος των λογαριασμών και με παράλληλη επάλληλη αιτιολογία της ανελέγκτως δέχθηκε "όμως ούτε στις συμβάσεις πιστώσεως, που κατατέθηκαν για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής και προσκομίζονται ήδη μετ' επικλήσεως, προβλέπεται δικαίωμα της εφεσίβλητης για μετατροπή της οφειλής από δολάρια Η.Π.Α.

σε ευρώ σε οποιονδήποτε χρόνο ούτε η εφεσίβλητη στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανέφερε ότι υπήρχε τέτοια πρόβλεψη. Αντίθετα, με τις προτάσεις της αυτές, όσο και με τις αντίστοιχες ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επιχειρεί να θεμελιώσει σχετικό δικαίωμα της στους όρους συναλλαγών πελάτη - τράπεζας, που συνομολόγησε ενυπογράφως με την πρώτη εκκαλούσα και προσκομίζει μετ' επικλήσεως Δεν είχε, όμως, προσκομίσει αυτούς στον Δικαστή, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής Άλλωστε, παρά τους περί του αντίθετου ισχυρισμούς της στους εν λόγω όρους συναλλαγών δεν περιέχεται τέτοιος, ο οποίος να της παρέχει τη δυνατότητα μετατροπής του συμφωνηθέντος νομίσματος των πιστώσεων (δολαρίου Η.Π.Α.) σε ευρώ.

Ο όρος με αριθμό 15 γ', στον οποίο παραπέμπει η εφεσίβλητη, αναφέρεται σε δυνατότητα της, στην περίπτωση που ο πελάτης της διατηρεί περισσότερους λογαριασμούς είτε στο ίδιο είτε σε διαφορετικά καταστήματα της, να ανοίγει ή και να κλείνει τους λογαριασμούς αυτούς με ή χωρίς εγγραφές στις οικείες καρτέλες, να διενεργεί μεταφορές υπολοίπων, να χρεώνει και να πιστώνει από τον ένα λογαριασμό στον άλλο, να συμψηφίζει απαιτήσεις που προκύπτουν από τον ένα λογαριασμό προς αντίθετη απαίτηση από τον άλλο, να αλλάζει αριθμούς λογαριασμών, για τις πράξεις δε αυτές, προκειμένου περί λογαριασμών σε (διαφορετικά) ξένα νομίσματα, οι υπολογισμοί των παραπάνω πράξεων γίνονται με βάση τις τιμές ξένου συναλλάγματος, που αναφέρονται στο επίσημο δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την ημέρα που γίνεται η πράξη ή προτείνεται ο συμψηφισμός.

Κατά την έννοια του παραπάνω όρου, δηλαδή, η πρόβλεψη μετατροπής νομίσματος σε εγχώριο, σε περίπτωση συνδρομής των λοιπών, ως άνω, προϋποθέσεων, αναφέρεται στην περίπτωση που οι περισσότεροι λογαριασμοί τηρούνται σε διαφορετικά ξένα νομίσματα και όχι σε ξένο νόμισμα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-καθης η ανακοπή με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία επαναδιατυπώνονται κατά της τελευταίας επάλληλης αιτιολογίας οι όμοιου περιεχομένου αναιρετικές αιτιάσεις της με στοιχ Β αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8, 9, 10, 11, 12, 13, 20 ΚΠολΔ, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες ομοίως, με βάση τις αυτές με στοιχ. (ιι) της παρούσης αιτιολογίες, ελέγχονται ως αβάσιμες.

Η επάλληλη επικουρική αυτή αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους εναντιώνεται η αναιρεσείουσα κατά της κύριας αιτιολογίας της, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αλυσιτελείς, ελλείποντος του απαιτούμενου προς τούτο εννόμου συμφέροντος (ΚΠολΔ 556 παρ. 1).

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α (9/22-1-2008), Β (16/20-2-2008) και Γ (28/20-3-2008) αιτήσεις για αναίρεση των α) 965/29-11-2997, β) 966/29-11-2007 και γ) 982/29-11-2007, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό τμήμα).

Α. Αναιρεί την 965/29-11-2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πειραιώς (Ναυτικό τμήμα), συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3,.000,00) ευρώ.

Β. Απορρίπτει την 16/20-2-2008 αίτηση για αναίρεση της 966/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Γ. Απορρίπτει την 28/20-3-2008 αίτηση για αναίρεση της 982/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ