Supreme Court dismisses appeal against inheritance claim due to lack of standing and insufficient grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling in an inheritance dispute. The State lacked standing to appeal because it was not a proper party in the original proceedings, having only intervened to support the claimant. Furthermore, the appellate court's decision was found to be well-reasoned regarding the principal sum and interest calculations, leaving no valid grounds for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12(1), 12(2) of Law 2298/1995; Article 559(8), 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant lacks standing as a proper party in the substantive proceedings, and admissible grounds for appeal are absent if the lower court's reasoning is clear, sufficient, and non-contradictory regarding the disputed facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1861 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1861/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομία και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, και 2. Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ακούντος την εποτπεία επί των σχολαζουσών κληρονομιών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Λαϊνά, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2.Ψ2. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοφιλόπουλο, ο δεύτερος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γεωργαντά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-1997 αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, με την από 7-12-1998 ανταγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και με την από 9-1-1998 παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46440/1999 προδικαστική, 2183/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 880/2007 (μαζί με την 7356/2007 διορθωτική της) του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της κρινόμενη αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού δημοσίου προσκομίζεται η υπ' αιρθμ. 1267/2007 γνωμοδότηση του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του Ν. 2298/1995, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999. Η αίτηση αυτή απαραδέκτως απευθύνεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός δεν υπήρξε αντίδικος των αναιρεσειόντων στα ουσιαστικά δικαστήρια, αλλά οι τελευταίοι άσκησαν πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση ζητώντας να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Με το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' και 19 ΚπολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Ψ2, με την ιδιότητά του ως κηδεμόνος της σχολαζούσης κληρονομίας της Ζ, η οποία απεβίωσε την 13-1-1985, ζήτησε, με την από 22-5-1997 αγωγή του, να του επιδικασθεί (νομιμοτόκως) χρηματικό ποσό 11.292.011 δραχμών. Το ποσό αυτό φερόταν να έχει λάβει από την Ζ, και δη από τραπεζικό λογαριασμό, η πρώτη αναιρεσίβλητος Ψ1, στις 16-12-1983, ως εντολοδόχος της, και δεν της το απέδωσε όσο ζούσε.
Υπέρ του ενάγοντος κηδεμόνος Ψ2 παρενέβησαν οι εδώ αναιρεσείοντες, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο και ο Υπουργός Οικονομικών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 2183/2006 απόφασή του, δέχθηκε σχεδόν στο σύνολό της την αγωγή, και δη για ποσό (κεφάλαιο) 11.032.715 δραχμών (32.377,74 €) με τον νόμιμο επ' αυτού τόκο από 1-1-1991.
Στη συνέχεια το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και δέχθηκε μερικώς την έφεση της εναγομένης, εξαφανίζοντας δε την πρωτοβάθμια απόφαση μερικώς, και δη "μόνο ως προς τη διάταξη που αφορά τον χρόνο έναρξης των νομίμων τόκων", όρισε ως χρονική αφετηρία της τοκοφορίας την 1-1-1992.
Σχετικά με το ύψος του χρηματικού ποσού, που έλαβε η εναγομένη ως εντολοδόχος της Ζ, το Εφετείο έκρινε ως αποδεδειγμένο ότι αυτό ανερχόταν (όχι στο αιτηθέν δια της αγωγής ποσό αλλά) σε 11.032.715 δραχμές. Κατά λέξη το Εφετείο δέχθηκε για το ζήτημα αυτό τα ακόλουθα (σελ. 21-22) : "Η εναγομένη, κατά την 16-12-1983, δηλαδή την επομένη του θανάτου της ..., ανέλαβε ολόκληρο το ποσό του κοινού λογαριασμού.....που ήταν στο όνομα της αποβιωσάσης και της ιδίας (της εναγομένης) εκ 11.032.715 δραχμών, ανήκον όμως στην Ζ και δεν το απέδωσε σ' αυτήν κατά παράβαση του άρθρου 719 ΑΚ ....
Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό αυτό.... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό....δεν έσφαλε.....και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εναγομένης και του ενάγοντος είναι αβάσιμοι".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφενός μεν διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με το ύψος του, οφειλομένου ως κεφαλαίου, από την πρώτη αναιρεσίβλητη στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, χρηματικού ποσού, πράγμα που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των οικείων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες περί εντολής διατάξεις-αφετέρου δε έλαβε υπόψη (και απέρριψε ως αβάσιμους) τους συναφείς λόγους εφέσεως του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.
Κατά συνέπεια, αμοφότεροι οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 απορρέοντες, αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για αναίρεση της 880/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ