Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling contract terms do not override mandatory law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Health Administration's decision regarding night shift pay. The appellants argued the lower court failed to properly apply mandatory regulations and contract terms, while the administration contended mandatory law prevails over contractual agreements. The court rejected the appeal because contract terms cannot exclude mandatory legal provisions, and the lower court's reasoning was deemed sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Contractual terms do not constitute rules of substantive law and their violation does not found a ground for appeal under Article 559(1), nor can a contract with binding force exclude the application of mandatory legal provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1861 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1861/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με έδρα τα Ιωάννινα και επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Δ.Υ.Π.Ε. Ηπείρου" λόγω συγχώνευσης - απορρόφησης με το άρθ. 3 του Ν. 3527/2007 και τούτου ως διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με έδρα τα Ιωάννινα και επωνυμία "Περιφερειακό Σύστημα Υγείας και Πρόνοιας (ΠΕΣΥΠ) λόγω συγχώνευσης - απορρόφησης με το άρθ. 1 παρ. 1, άρθ. 14 και άρ. 42 παρ. 1 του ν. 3329/2005 και τούτου ως διαδόχου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Κοινωνικής Φροντίδας (Ε.Ο.Κ.Φ.)", άρθ. 1 παρ. 2 περ. Εη και παρ. 3 του ν. 3106/2003 και τούτου ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.), άρθ. 20 παρ. 2 του ν. 2716/1999. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λεπίδα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4 και 5) Ψ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλλιόπη Νταφοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Βικτωρίας Βακάλη - Ζιάκα, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/1997 του ίδιου Δικαστηρίου, 186/1998 μη οριστική και 111/1999 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 28-6-1999 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1013/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 17-10-2007 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 7-3-2003 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου Θεόδωρου Αποστολόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στα δικαστήρια της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. Α.Π. 27/1998, 32/1996). Στην προκείμενη υπόθεση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 έως 8 του Ν. 1505/1984, διότι το Εφετείο προέβη σε εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 της 18310/1946 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους "επίδομα" για εργασία κατά την νύκτα, καίτοι δεν προβλέπεται η καταβολή τέτοιου επιδόματος από τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 1505/1984.
Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός ότι η προσαύξηση των αποδοχών των μισθωτών για την νυκτερινή εργασία, που δεν προβλέπεται ως "επίδομα" από τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 1505/1984, ρυθμίζεται ειδικώς στο άρθρο 17 παρ. 2-4 του νόμου αυτού, όπως οι παρ. 3 και 4 του άνω άρθρου αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1810/1988, και οφείλεται σε κάθε περίπτωση, ακόμη και όταν η παροχή της νυκτερινής εργασίας επιβλήθηκε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, στη συγκεκριμένη περίπτωση εκτίθενται στο αναιρετήριο το ιστορικό της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου - του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση, κατά τα προεκτεθέντα - δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και να στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, κατά το πρώτο σκέλος του, προεχόντως ως αόριστος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου της αναιρέσεως, που στηρίζεται ομοίως σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του Ν. 1505/1984, διότι, ενώ δέχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ.
του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, που έγιναν αποδεκτές από το προσωπικό του και αποτέλεσαν όρο των ατομικών συμβάσεων των εργαζομένων - ότι θα εφαρμόζονται για τις αποδοχές του προσωπικού οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 και γενικά το μισθολογικό καθεστώς των δημόσιων υπαλλήλων, έκρινε στη συνέχεια ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται μη προβλεπόμενο από τις διατάξεις του πιο πάνω νόμου επίδομα για παρεχόμενη κατά τη νύκτα εργασία.
Ο λόγος αυτός, πέρα από την προαναφερόμενη αοριστία του, είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος και απορριπτέος. Διότι, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 ήταν συμβατικώς εφαρμοστέες και συνεπώς η παραβίαση αυτών συνιστούσε παραβίαση των σχετικών όρων της συμβάσεως των αναιρεσιβλήτων και όχι των διατάξεων του νόμου, οι ρυθμίσεις των οποίων για το μισθολόγιο των δημόσιων υπαλλήλων δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στους αναιρεσιβλήτους αν δεν είχε συμφωνηθεί η εφαρμογή τους.
Οι όροι όμως της συμβάσεως των αναιρεσιβλήτων δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συνακόλουθα η παραβίαση αυτών δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή ότι έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπάρξεως δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν την προβλεπόμενη από την Υ.Α. 18310/1946 προσαύξηση της αμοιβής τους για νυκτερινή εργασία, παρά το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί η εφαρμογή στο προσωπικό του αναιρεσείοντος Οργανισμού των διατάξεων του Ν. 1505/1984, καθώς και στο ζήτημα της υπάρξεως όρων του Κανονισμού Προσωπικού του αναιρεσείοντος που να δικαιολογούν την παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1505/1984 και εκείνων που προβλέπουν την αμοιβή των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αναφέρονται στις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αλλά στην αιτιολόγηση της εφαρμογής των διατάξεων της πιο πάνω Υ.Α., η εσφαλμένη εφαρμογή της οποίας ελέγχεται μόνο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 13/1995).
Ειδικά για τους όρους του Κανονισμού Προσωπικού του αναιρεσείοντος, που έχουν συμβατική ισχύ και το περιεχόμενό τους αποτελεί αντικείμενο των ουσιαστικών παραδοχών του Δικαστηρίου, πρέπει να σημειωθεί ότι η παράλειψη παραθέσεως του περιεχομένου τους στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Διότι και αν ακόμη οι όροι του ανωτέρω Κανονισμού δεν προβλέπουν απλώς την εφαρμογή του Ν. 1505/1984, αλλά απαγορεύουν την χορήγηση στο προσωπικό του αναιρεσείοντος προσαυξήσεως για νυκτερινή εργασία, οι όροι αυτοί θα είναι ανεφάρμοστοι, αφού δεν είναι δυνατό με κανονισμό συμβατικής ισχύος να αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι αυτές της Υ.Α. 18310/1946.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως, ως απαράδεκτος, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-1999 αίτηση για αναίρεση της 111/1999 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείoν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ