Supreme Court dismisses retrial request for perjury defendants citing final judgment finality and lack of new evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the retrial requests filed by four defendants against their final conviction for perjury. The applicants argued that new evidence from a separate civil lawsuit regarding a labor dispute should overturn their criminal judgment. The court rejected this, noting the new evidence concerned a different case involving a third party and did not prove the defendants' innocence. Consequently, the court ruled the retrial request was substantively unfounded and ordered the defendants to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 525(1) and 583(1) of the Code of Criminal Procedure; A retrial for a completed criminal proceeding is permitted only in specific statutory circumstances, and new evidence from unrelated civil cases does not constitute a valid ground for reopening a final criminal judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1860 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1860/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ι. Μαγγίνα και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων: 1. Σ. Π. του Λ., κατοίκου ..., 2. Ι. Τ. του Γ. κατοίκου ..., 3. Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 4. Χ. Δ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 214/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5-1-2018, εγχειρισθείσα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 8 Ιανουαρίου 2018, αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 60/2018.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Ζαχαρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου, με αριθμό 144/19-6-2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 τταρ.1 περίπτ. 2, 527 παρ.1 και 3 και 528 Κ.Π.Δ.
την από 8-1-2018 αίτηση των 1) Σ. Π. του Λ. κατοίκου ..., 2) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 4) Χ. Δ. του Α., κατοίκου ..., που κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου από τον προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο Αθηνών Θεόδωρο Μαντά, για επανάληψη, προς το συμφέρον τους, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1385/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την έκδοση της με αριθμό 214/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε καθένας των αιτούντων, αφού αναγνωρίστηκε η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ στο πρόσωπο του πρώτου, δεύτερου και τρίτου από αυτούς και η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ στο πρόσωπο του τέταρτου από αυτούς, σε φυλάκιση έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη, καθώς και σε αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων για ένα(1) έτος για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η προβλεπόμενη με την περίπτωση 2 της παραγράφου 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, άσχετα αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου {Α.Π 301/2013, Α.Π 756/1993}, ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου {Α.Π 672/1995, ΑΠ 1769/2006, Α.Π 1703/2005}, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Η ανάκληση ή τροποποίηση καταθέσεων μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, δεν συνιστά αμάχητο τεκμήριο περί του ότι οι παλιότερες καταθέσεις τους (στο ακροατήριο ή την προδικασία) είναι ψευδείς {Α.Π 27/2013, Α.Π 1931/2010, Α.Π 926/2009, Α.Π 1301/2007}. Η αξιοπιστία, όμως, των νεότερων αυτών καταθέσεων θα κριθεί από την αξιολόγησή τους σε συνδυασμό με τις προηγούμενες καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας {Α.Π 186/2001, Α.Π 816/1999, Α.Π 226/1 999}.Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους ή παρόλο που είχαν υποβληθεί, δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαράδεκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων {Α.Π 1237/2017, Α.Π 259/2016, Α.Π 1866/2009, Α.Π 1086/2009, Α.Π 1034/2009}.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1α του ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).
Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι αιτούντες επιδιώκουν την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτούς, για πλημμέλημα, με αριθμό 214/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου για το λόγο ότι, από την αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που την καταδίκασαν απόδειξη, γίνεται φανερό, όπως διατείνονται, ότι είναι αθώοι της πράξης για την οποία καταδικάσθηκαν, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την με αριθμό 214/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου οι αιτούντες καταδικάστηκαν για το ότι: "βλ. διατακτικό της ως άνω απόφασης". Ήδη, οι αιτούντες επιδιώκουν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω απόφαση επικαλούμενοι και προσκομίζοντας, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο (νέα απόδειξη), από την οποία, όπως υποστηρίζουν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκαν την με αριθμό 365/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου (Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών).
Όμως το περιεχόμενο της παραπάνω απόφασης δεν καθιστά φανερή την αθωότητά τους διότι αφενός μεν αφορά άλλη υπόθεση πολιτικού δικαστηρίου, στην οποία δεν εμπλέκονται οι αιτούντες και ειδικότερα αφορά αγωγές του Μ. Σ., παθόντα και πολιτικώς ενάγοντα από την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκαν οι αιτούντες, κατά του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "..., αφετέρου στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης χρησιμοποίησε μαρτυρικές καταθέσεις αλλά και έγγραφα μεταξύ των οποίων και δημόσια έγγραφα τα οποία παρέχουν πλήρη απόδειξη του περιεχομένου τους και των οποίων η αποδεικτική αξία κλονίζεται μόνον με την προσβολή τους ως πλαστών, από την αξιολόγηση δε του συνόλου του αποδεικτικού υλικού οδηγήθηκε σε καταδικαστική γ' αυτούς κρίση.
Επομένως, το ανωτέρω επικαλούμενο από τους αιτούντες ως νέο γεγονός, από μόνο του ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω με αριθμό 214/2017 απόφασή του, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση δεν είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας και να οδηγήσει σε αθωωτική για τους αιτούντες δικαστική κρίση και αυτό μάλιστα σε βαθμό που εγγίζει τη βεβαιότητα.
Με τα δεδομένα αυτά ο επικαλούμενος ως άνω λόγος της κρινόμενης αίτησης επανάληψης διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθούν οι αϊτών στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η την από 8-1-2018 αίτηση των 1) Σ. Π. του Λ. κατοίκου ..., 2) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 4) Χ. Δ. του Α., κατοίκου ..., για επανάληψη, προς το συμφέρον τους, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση της με αριθμό 214/2017 1724-1725/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας σε βάρος των αιτούντων. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασιλική Θεοδώρου".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 5-1-2018 αίτηση των 1) Σ. Π. του Λ., 2) Ι. Τ. του Γ., 3) Ι. Σ. του Σ. και 4) Χ. Δ. του Α., ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με τη 214/2017 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Οι αιτούντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασή του, όταν εκφωνήθηκε στη σειρά της η υπόθεση αυτή, παρότι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν ενώπιον αυτού, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα, με ημερομηνία 11-7-2018 τέσσερα αποδεικτικά επίδοσης του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Σπάρτης Α. Π. Επομένως, το Συμβούλιο τούτο θα εξετάσει την παραπάνω αίτηση σαν να ήταν αυτοί παρόντες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο, στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται o έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, το οποίο αποφαίνεται, σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).
Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση όλων των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν το ακόλουθα:
Με την υπ' αριθμ. 214/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, οι αιτούντες καταδικάσθηκαν, σε δεύτερο βαθμό, αφού αναγνωρίστηκε η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ στο πρόσωπο των πρώτου, δεύτερου και τρίτου από αυτούς και η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ στο πρόσωπο του τέταρτου από αυτούς, για το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του μηνυτή-εγκαλούντος Μ.
Σ., σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών ο καθένας και σε στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων για ένα (1) έτος. Καταδικάσθηκαν, ειδικότερα, για το ότι: Στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, όλοι οι κατηγορούμενοι, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες από αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει τους κατέθεσαν ψέματα και συγκεκριμένα:
Α. Στη Σπάρτη, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενώπιον των Δικαστών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης που συνεδρίαζε στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009 και μετά από διακοπή στις 21 Δεκεμβρίου 2009 προς εκδίκαση της από 15-3-2007 με Α.Β.Μ/Β07/363 μηνύσεως του πρώτου κατηγορουμένου Σ. Π. κατά του νυν εγκαλούντος Μ.
Σ. του Ν., για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, κατέθεσαν ενόρκως και εν γνώσει της αναλήθειας αυτών τα εξής ψευδή: 1. Ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Π. του Λ. στις 10-12-2009 ότι: "...Ο κύριος T. εργαζόταν ενάμιση χρόνο πριν από τον 12/2005, εκτελούσε εργασία ως βοηθός χειριστού κλάρκ. Μετά την καταγγελία και αφού πέρασαν δύο μήνες τοποθετήθηκε στα ψυγεία, όπου παίρνει το ανθυγιεινό και εκατό ευρώ ακόμα ως μπόνους από τον συνεταιρισμό.
Ο κατ/νος έχει κάνει σωρεία καταγγελιών, αβάσιμες και ψευδείς με σκοπό να προκαλέσει σε μένα προσωπικά ως πρόεδρο ποινικές ευθύνες και στον συνεταιρισμό. Η εργασία στο κλάρκ δεν θεωρείται ανθυγιεινή και δεν παίρνεις και το επίδομα... Ο κατηγορούμενος σίγουρα γνώριζε που εργαζόταν κάθε εργαζόμενος ως συνδικαλιστής.
Σε καμία περίπτωση δεν δουλεύεις αλλού και αλλού σε εμφανίζει ο συνεταιρισμός. Τον κύριο Τ. ποτέ δεν τον βάζαμε στα ψυγεία, ως μικρό παιδί που ήταν..." 2. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Τ. του Γ. στις 10-12-2009 ότι: "Προσλήφθηκα την 1-9-2004. Ως βοηθός χειριστή κλάρκ, αυτό αναφέρει και το χαρτί της μισθοδοσίας μου. Η δουλειά μου είναι να ξεφορτώνω τα φορτία από τα φορτηγά και να τα τοποθετώ στα ψυγεία, αυτό το κάνω από 1/2/2006.
Πριν τις 1/2/2006 ξεφόρτωνα τα φορτία και τα άφηνα έξω από τους θαλάμους." 3. Ο τρίτος κατηγορούμενος Ι. Σ. του Σ. στις 21-12-2009 ότι: "Στο συνεταιρισμό εργάζομαι από το 2000. Ο κύριος Τ. εργάζεται από 1/9/2004 με ειδικότητα χειριστή κλάρκ. Από 1/2/2006 είναι στους ψυκτικούς θαλάμους. Ο κύριος Σ. έχει κάνει μια καταγγελία, τότε δεν ήταν συνδικαλιστής αλλά απλώς υπάλληλος.
Η καταγγελία είναι ψευδής. Στους ψυκτικούς θαλάμους εργαζόταν ο κύριος Β., από τότε που έφυγε σε σύνταξη ο κύριος Α....Ο κύριος Τ. έπαιρνε ακριβώς αυτά που λέει η σύμβαση του... Σήμερα μπαίνει ο Τ. γιατί παίρνει το επίδομα. Όταν έδωσα την κατάθεση μου το 2005 δεν γνώριζα το θέμα, σήμερα όμως ως συνδικαλιστής το γνωρίζω πολύ καλύτερα..." 4.
Ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ. Δ. του Α. στις 21-12-2009 ότι: "Είμαι αντιπρόεδρος του Συνεταιρισμού για αρκετά χρόνια. Ο κύριος Τ. προσελήφθηκε το 2004 με ειδικότητα βοηθός κλάρκ. Δεν υπάρχει περίπτωση να ασχολείται με άλλη δουλειά...Σήμερα μπορεί να έχει μαζέψει τις ώρες να γίνει χειριστής κλάρκ, αλλά θα πρέπει να φύγει ο κύριος Β.
και να μάθει τη δουλειά. Από το 2006 μπαίνει στους θαλάμους...Ο κατ/νος...με τις καταγγελίες του αυτές...ήθελε να βλάψει το συνεταιρισμό". Β. Στο Ναύπλιο κατά τη συνεδρίαση της 17ης Οκτωβρίου 2011 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, που εκδίκαζε την έφεση την οποία άσκησε ο εγκαλών Μ. Σ. του Ν. κατά της υπ' αριθμ. 1369 και 1447/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης που εκδόθηκε συνεπεία της υπό στοιχ.
Α. με Α.Β.Μ Β07/363 μηνύσεως, εξεταζόμενοι ενόρκως ενώπιον των Δικαστών του ανωτέρω Δικαστηρίου κατέθεσαν ενόρκως και εν γνώσει της αναληθείας αυτών τα εξής ψευδή: 1. Ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Π. του Λ., ότι: "Είμαι πρόεδρος του Συν/σμού Λακωνία. Ο κατηγορούμενος ήταν εργαζόμενος στον συνεταιρισμό, είχε κάνει σωρεία καταγγελιών.
Ο Τ....πριν την 31.1.2006 δεν δούλευε στους ψυκτικούς θαλάμους. Δεν εργαζόταν στα ψυγεία ο Τ. και το γνώριζε αυτό ο κατηγορούμενος για να πλήξει το συνεταιρισμό, δεν το νόμιζε. είναι πολλά χρόνια υπάλληλος ο κατηγορούμενος και το γνώριζε. Από 1.2.2006 άρχισε να εργάζεται στους ψυκτικούς θαλάμους. Ο Τ. έλαβε κανονικά τα επιδόματα από 1.2.2006.
Ο κατηγορούμενος ήθελε να καταγγέλλει το συνεταιρισμό όπου μπορούσε..." 2. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Τ. του Γ., ότι: "Προσλήφθηκα από τον συνεταιρισμό την 1-9-2004. Πριν την 31.1.2006 μάθαινα κλάρκ. Δεν είχα ποτέ μπει στα ψυγεία, ουδέποτε μπήκα. Υπάρχει ανακρίβεια, δεν δικαιούμην να πάρω το ανθυγιεινό επίδομα...Ποτέ δεν δούλεψα στους ψυκτικούς θαλάμους...Αφού δεν δούλευα στους ψυκτικούς θαλάμους δεν το έπαιρνα...". 3.
Ο τρίτος κατηγορούμενος Ι. Σ. του Σ., ότι: "Είμαι διοικητικός υπάλληλος του συνεταιρισμού και πρόεδρος των εργαζομένων. Πριν την 31.1.2006 ο Τ. δεν εργαζόταν στους ψυκτικούς θαλάμους. Ο κατηγορούμενος μάλλον είπε ό,τι είπε για πλήξει τον συνεταιρισμό... ο Τ. μπήκε την 1.2.2006 στους ψυκτικούς θαλάμους. Την 31.1.2006 δεν οδηγούσε κλάρκ στους ψυκτικούς θαλάμους.". 4.
Ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ. Δ. του Α., ότι: "Είμαι αντιπρόεδρος του Συνεταιρισμού. Ο Τ. πριν την 31.1.2006 ήταν εκπαιδευμένος...Σε ψυκτικούς θαλάμους δεν είχε μπει". Άπασες οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων είναι ψευδείς, ενώ αλήθεια είναι ότι, η από 27-12-2005 καταγγελία του ανωτέρω εγκαλούντος προς το Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας του Νομού Λακωνίας σε βάρος του συνεταιρισμού Α.Σ.Ε.Ε.Α. "Λακωνία" για θέματα παραβάσεων της εργατικής μονοθεσίας, μεταξύ των οποίων και η μη καταβολή ανθυγιεινού επιδόματος στον εργαζόμενο στον ανωτέρω συνεταιρισμό Ι.
Τ. του Γ. ήταν βάσιμη και αληθής.". Η απόφαση αυτή του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1385/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη οι αιτούντες, με την υπό κρίση κοινή αίτησή τους, η οποία εγχειρίστηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-1-2018, επιδιώκουν την επανάληψη, προς το συμφέρον τους, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω απόφαση, επικαλούμενοι και προσκομίζοντας, ως νέο στοιχείο (νέα απόδειξη), από το οποίο, όπως υποστηρίζουν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκαν, την υπ' αριθμ. 365/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου (Ειδική διαδικασία Εργατικών Διαφορών).
Με την απόφαση αυτή, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, απορρίφθηκε η από 26-6-2015 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος στην παραπάνω δίκη για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (Μ. Σ.) κατά της υπ' αριθμ. 177/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που δίκασε αγωγές του τελευταίου κατά του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "..., με τις οποίες ο πολιτικώς ενάγων, στρεφόμενος κατά του εργοδότη του αγροτικού συνεταιρισμού, ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απόλυσής του από τον τελευταίο, στον οποίο παρείχε εργασία δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος συνεταιρισμός να του καταβάλει οφειλόμενες αποδοχές.
Από το περιεχόμενο, όμως, της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι, και αν ακόμη είχε προσκομισθεί αυτή στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, δεν είναι βέβαιο ότι το εν λόγω Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση ως προς την ενοχή των αιτούντων-κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση που τους καταδίκασε.
Και τούτο, διότι η προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης (με αριθμό 177/2015), καθώς και η κατ' έφεση εκδοθείσα με αριθμό 365/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, την οποία επικαλούνται οι αιτούντες ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, αφορούν άλλη υπόθεση πολιτικού δικαστηρίου, στην οποία δεν εμπλέκονται οι αιτούντες και ειδικότερα αφορούν αγωγές του Μ.
Σ., παθόντος και πολιτικώς ενάγοντος από την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση (για την οποία καταδικάστηκαν οι αιτούντες), κατά του ως άνω αγροτικού συνεταιρισμού. Εξάλλου, το ποινικό Δικαστήριο που καταδίκασε τους αιτούντες, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη του μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα, μεταξύ των οποίων η υπ' αριθμ. 1129/2011 απόφαση του Τριμελούς Eφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε αθώο τον νυν πολιτικώς ενάγοντα για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος των ήδη αιτούντων, με το σκεπτικό ότι η άνω καταγγελία του ήταν αληθής, καθώς και η υπ' αριθμ. 350/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που έκρινε για την αλήθεια της εν λόγω καταγγελίας.
Κατ' ακολουθία αυτών, το ως άνω φερόμενο ως προκύψαν νέο αποδεικτικό στοιχείο δεν καθιστά πρόδηλη την αθωότητα των αιτούντων, από δε τη συνεκτίμησή του με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο ποινικό Δικαστήριο, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι της πράξης για την οποία καταδικάστηκαν αμετάκλητα.
Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2018 αίτηση των 1) Σ. Π. του Λ., κατοίκου ..., 2) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Σ. του Σ. κατοίκου ... και 4) Χ. Δ. του Α., κατοίκου ... η οποία εγχειρίστηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-1-2018, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα σε βάρος τους, με την έκδοση της υπ' αριθμ. 214/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και Επιβάλλει στους αιτούντες τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2018. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ