Supreme Court partially allows appeal on employment contract characterization but dismisses claims regarding unpaid fees and profit sharing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the nature of the employment relationship. The appellant argued that the lack of explicit fee payment for services rendered to the hospital did not preclude a claim for remuneration or a share of clinic profits. The court rejected these arguments as irrelevant to the core issue of whether the relationship constituted dependent employment or independent services, finding the lower court's reasoning sufficient. Consequently, the appeal was allowed only regarding the reasoning section, while the claim for unpaid fees and profit sharing was dismissed as unnecessary for the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652 of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943: A contract of dependent employment exists when the worker is subject to the employer's control regarding time, place, and method of work, regardless of payment terms; claims for remuneration or profit sharing are inadmissible if the contract is characterized as independent services, as such claims do not affect the characterization of the relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1860 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1860/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Βγόντζα, Χριστόφορο Αργυρόπουλο και Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Χαραλαμπάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1769/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2007 αίτησή του και τον από 3-9-2008 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης, διάβασε την από 19-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και ο δεύτερος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθεί ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 ,652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, που παρέχει την εργασία του με μισθό, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, χωρίς περαιτέρω ευθύνη του εργαζομένου προς επίτευξη με αυτήν ορισμένου αποτελέσματος.
Διακρίνεται δε από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, διότι σ' αυτήν, εκείνος που παρέχει την εργασία του δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και στην εποπτεία του εργοδότη ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας που του έχει ανατεθεί, χωρίς όμως και στη σύμβαση αυτή να αποκλείεται κάποια χαλαρή εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο άνω λόγος αναίρεσης είναι να εισέλθει το δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και οι ελλείψεις ή ασάφειες να υπάρχουν στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τα ζητήματα που ενδιαφέρουν την κρινόμενη διαφορά, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο αναιρεσείων, ο οποίος είναι ιατρός καρδιολόγος και καθηγητής καρδιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχε συνάψει στις 8-7-1993 με το αναιρεσίβλητο σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η διάρκεια της οποίας ορίστηκε πενταετής μέχρι τις 16-7-1998. Με ειδικότερους όρους της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων παρέχει τις υπηρεσίες του στο Κέντρο χωρίς μισθό.
Δύναται όμως να αμείβεται: α) κατά περίπτωση για παρεχόμενες ιατρικές υπηρεσίες σε ασθενείς που νοσηλεύονται στο Κέντρο κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τούτο και β) προς διευκόλυνση της παρουσίας του ιατρού στο χώρο του Κέντρου και απρόσκοπτης παροχής των υπηρεσιών του, το Κέντρο θα διαθέτει χώρο για τη λειτουργία του ιδιωτικού του ιατρείου, από τις αποδοχές του οποίου θα κατακρατείται ποσοστό 30% υπέρ του Κέντρου για τη γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη.
Ακολούθως, ο αναιρεσείων στις 5-4-1999 είχε συνάψει με το αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πενταετούς διάρκειας με έναρξη την 16-7-1998 και λήξη την 15-7-2003, με την οποία προβλέφθηκε ότι θα ασκεί τα ιατρικά του καθήκοντα και θα καταλάβει τη θέση του Διευθυντή του Β' Καρδιολογικού Τμήματος του Ω.Κ.Κ.
Στις βουλευτικές εκλογές της 9-4-2000 ο αναιρεσείων εκλέχθηκε βουλευτής Δωδεκανήσου, θέση την οποία διατήρησε έως το Φεβρουάριο του 2004. Ο ίδιος με τις από 14-6-2000 και 19-3-2002 επιστολές του προς το Δ.Σ. του Ω.Κ.Κ. και με σκοπό τη διευκόλυνσή του κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων δήλωσε ότι προτίθεται να προσφέρει αμισθί υπηρεσία στο Ω.Κ.Κ.
πλην των αποδοχών από το ιδιωτικό του ιατρείο σ' αυτό και ζήτησε τη ρύθμιση του θέματος της συμβάσεώς του. Πράγματι το Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου κατά την υπ' αριθμ. 274 συνεδρίαση της 19-3-2002 και προκειμένου να ικανοποιήσει σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος αποφάσισε ότι "επανέρχονται σε ισχύ οι όροι της προηγούμενης από 9-7-1993 σύμβασης με τον Χ" (παροχή υπηρεσιών στο Κέντρο χωρίς μισθό, δυνατότητα αμοιβής του με ποσοστό 70% από ασθενείς που νοσηλεύονται στο Κέντρο), ο δε αναιρεσείων εξακολουθούσε να παρέχει στο αναιρεσίβλητο τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους όπως και στην προηγούμενη από 5-7-1993 σύμβαση.
Επομένως, η βούληση των ως άνω συμβληθέντων μετά την 19-3-2002 ήταν να παρέχει ο αναιρεσείων τις ιατρικές του υπηρεσίες ως Διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής χωρίς δέσμευση και εποπτεία της Διοικήσεως του Κέντρου, ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του, ώστε παράλληλα να μπορεί να ανταποκρίνεται στο ερευνητικό του έργο, καθώς και στα καθήκοντά του ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, ως βουλευτή και στη συνέχεια να οργανώσει την Καρδιολογική Κλινική του Γ.Π.Ν. "ΑΤΤΙΚΟΝ".
Με τα δεδομένα αυτά, η σχέση που συνέδεε του διαδίκους μετά την 19-3-2002 ήταν αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και έτσι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Βεβαίως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η επίδικη σχέση από την 16-7-1998 μέχρι και την 30-4-2005 είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων καθ' όλη τη διάρκεια της ως άνω σχέσης παρείχε τις υπηρεσίες του στο αναιρεσίβλητο σε χρόνο και με τρόπο που καθορίζονταν με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, χωρίς δέσμευση ή εποπτεία των νομίμων εκπροσώπων ή των οργάνων του αναιρεσιβλήτου, ενώ οι διδόμενες από το τελευταίο οδηγίες στα πλαίσια της γενικότερης βούλησης τούτου δεν μετέβαλαν τη νομική μορφή της σχέσης αυτής.
Ο αναιρεσείων με τις από 24-3-2004 και 5-4-2004 επιστολές του προς τον Γενικό Διευθυντή του Ω.Κ.Κ. επανέλαβε ρητά προς τη Διοίκηση αυτού την πρόθεσή του να μην λάβει οποιαδήποτε αμοιβή για τις υπηρεσίες που εξακολουθούσε να προσφέρει. Επίσης, με την πρώτη από τις ως άνω επιστολές ο αναιρεσείων δήλωσε ρητά ότι θα παρέμεινε στη θέση του Διευθυντή της Β' Καρδιολογικής Κλινικής του Ω.Κ.Κ.
μέχρι την πλήρη λειτουργία της Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής στο Αττικό Νοσοκομείο, χρονικό διάστημα που δεν θα υπερέβαινε το εξάμηνο. Για τη ρύθμιση του θέματος των προσφερομένων στο διάστημα αυτό υπηρεσιών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου με την από 20-5-2004 απόφασή του της 315ης συνεδρίασης αποφάσισε ότι "...
μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας του Καθηγητή Χ- από τη διάλυση της Βουλής (την 11-2-2004) έως σήμερα- η περίπτωση του Διευθυντή του Β' Καρδιολογικού Τμήματος (εκκαλούντος) πρέπει να εξομοιωθεί με αυτήν του Διευθυντή του Α' Καρδιολογικού Τμήματος, καθώς οι λόγοι επί των οποίων στηρίχθηκαν οι προηγούμενες αποφάσεις του Δ.Σ.
για την αμοιβή του Α συντρέχουν πλέον και για τον Χ". Μετά όμως και από τη λήψη της ανωτέρω αποφάσεως ο αναιρεσείων για το χρονικό διάστημα από 12-2-2004 έως και 30-4-2005 ουδένα ποσό έλαβε από το αναιρεσίβλητο ως αμοιβή ή αποζημίωση για οποιαδήποτε αιτία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι αυτός στην από 22-4-2005 επιστολή του προς το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου ρητά ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθεί οποιαδήποτε αμοιβή εκ μέρους του Ω.Κ.Κ.
από την περίοδο της λήξης της βουλευτικής του θητείας, αφού επανήλθε πλήρως στο Πανεπιστήμιο. Η μη καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής στον αναιρεσείοντα μετά την 1-1-2003 και μέχρι την 30-4-2005 έγινε μετά από συμφωνία αυτού με τους νόμιμους εκπροσώπους του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου περί παύσεως της ισχύος του σχετικού όρου της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών του αναιρεσείοντος που προέβλεπε την καταβολή αυτών (αμοιβών).
Επομένως, ο ισχυρισμός αυτού με την υπό κρίση αγωγή του ότι το αναιρεσίβλητο, παρά το ότι ποριζόταν τις ωφέλειες από την παροχή των υπηρεσιών του και εισέπραττε τα σχετικά χρηματικά ποσά, αρνείτο να του καταβάλλει οποιαδήποτε αμοιβή ή αποζημίωση γι' αυτές, τις οποίες και παρακράτησε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο δε διότι είχε αποφασισθεί κατά τα ως άνω, μετά από κοινή και σαφή συμφωνία και των δυο διαδίκων μερών, αποκλειστικά όμως για λόγους που φορούσαν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, η παύση της ισχύος του σχετικού όρου της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών καθώς και η παροχή μετά την 1-1-2003 ανεξαρτήτων ιατρικών υπηρεσιών εκ μέρους του αναιρεσείοντος δωρεάν, δηλαδή χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής.
Συνεπώς, η αξίωση αυτού για αναγνώριση της υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του ύψους 348.618 ευρώ (159.647 ευρώ που αντιστοιχεί στο 70% των ακαθάριστων αποδοχών του ιδιωτικού του ιατρείου για την περίοδο από 1-1-2003 έως 14-2-2004, 91.111 ευρώ για αποδοχές των ιατρικών του υπηρεσιών κατά την περίοδο από 1-1-2003 έως 14-2-2004 και 97.860 για αποδοχές των ιατρικών του υπηρεσιών κατά την περίοδο από 15-2-2004 έως 30-4-2005) δεν θεμελιώνονται στην επικαλούμενη από τον ίδιο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ως εκ τούτου η αγωγή κατά το σχετικό της κεφάλαιο είναι μη νόμιμη.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι είναι μη νόμιμη η αγωγή και ως προς το κεφάλαιο που αφορά τις αποδοχές του αναιρεσείοντος από τη λειτουργία του ιατρείου του, καθόσον αυτή δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε και στη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού είχε αποφασιστεί η παύση της ισχύος του σχετικού όρου της σύμβασης αυτής για την καταβολή κάθε είδους αμοιβής.
Με βάση τις άνω παραδοχές, το Εφετείο, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, απέρριψε στην συνέχεια κατ' ουσία την ασκηθείσα απ' αυτόν έφεση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 20-5-2004 έως 30-4-2005.
Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι είχε αποφασισθεί η παροχή από τον αναιρεσείοντα μετά την 1-1-2003 ανεξαρτήτων ιατρικών υπηρεσιών δωρεάν προς το αναιρεσίβλητο και ότι οι αξιώσεις του πρώτου δεν θεμελιώνονται στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, παράλληλα δέχεται ότι από 20-5-2004 έως 30-4-2005 " η περίπτωση (δηλ. η συμβατική σχέση) του αναιρεσείοντος πρέπει να εξομοιωθεί με αυτήν του Διευθυντή του Α' Καρδιολογικού Τμήματος, καθώς οι λόγοι επί των οποίων στηρίχθηκαν οι προηγούμενες αποφάσεις του Δ.Σ.
για την αμοιβή του Α συντρέχουν πλέον και για τον Χ", χωρίς να καθορίζεται ποια είναι αυτή η σχέση και πώς αμειβόταν ο ανωτέρω Διευθυντής του Α' Καρδιολογικού Τμήματος. Έτσι το Εφετείο, με την ανωτέρω ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης έννομης σχέσης για το χρονικό διάστημα μόνο από 20-5-2004 έως 30-4-2005 και ο οποίος παραδεκτά προβάλλεται, εφόσον το Εφετείο εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αφού οι παραπάνω παραδοχές προέκυψαν ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, η δε ασαφής και ανεπαρκής αιτιολογία ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση, είναι βάσιμος.
Μετά τα παραπάνω, κατ' αποδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος της και συγκεκριμένα, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή για το χρονικό διάστημα από 20-5-2004 έως 30-4-2005 (αμοιβές, αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, για τις αιτούμενες από τον αναιρεσείοντα με την ένδικη αγωγή του αποδοχές του χρονικού διαστήματος πριν της 20-5-2004 η αγωγή, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, κρίθηκε με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ότι δεν είναι βάσιμη, ότι δηλαδή οι διάδικοι δεν συνδέονταν κατά το διάστημα αυτό (πριν της 20-5-2004) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση κατά το επίδικο χρονικό αυτό διάστημα είχε το χαρακτήρα της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Εξάλλου, με την αναίρεση δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις παραδοχές της για το νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης έννομης σχέσης, για το χρονικό διάστημα πριν της 20-5-2004. Ενόψει αυτών, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, στον οποίο περιέχονται οι αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια, αν η παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος χωρίς αμοιβή αφορούσε την παροχή των υπηρεσιών του στο αναιρεσίβλητο ή και το μερίδιό του από την αμοιβή του ιδιωτικού του ιατρείου, δηλ. 70% της συνολικής καταβαλλόμενης από τους ασθενείς αμοιβής, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και στην περίπτωση που κριθεί βάσιμος, δεν οδηγεί στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον το διατακτικό αυτής στηρίζεται με τη ανωτέρω παραδοχές για το χαρακτήρα της σχέσης του αναιρεσείοντος. (Δηλαδή η παραδοχή του Εφετείου ότι οι διάδικοι συνδέονταν πριν της 20-5-2004 με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στηρίζει πλήρως το διατακτικό της, ενώ οι παραδοχές της για το ύψος και το είδος των αμοιβών του αναιρεσιβλήτου καθώς και τη συμφωνία για μη πληρωμή αμοιβής είναι πλεοναστικές και δεν ασκούν επιρροή).Επίσης, για τον ίδιο πιο πάνω λόγο και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το κεφάλαιό της περί καταβολής σ' αυτόν αμοιβής για τις υπηρεσίες που παρείχε στο αναιρεσίβλητο κατά την περίοδο από 1-1-2003 έως 14-2-2004 και το κεφάλαιό της περί καταβολής του μεριδίου του από τα έσοδα του ιδιωτικού ιατρείου του, που λειτουργούσε στα εξωτερικά ιατρεία του αναιρεσιβλήτου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 14-2-2004, με το σκεπτικό ότι έγινε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί μη καταβολής αμοιβής, χωρίς το αναιρεσίβλητο να έχει προβάλει σχετικό ισχυρισμό καταλυτικό του άνω μέρους της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Τέλος, για τον ίδιο λόγο, αλυσιτελής και απορριπτέος είναι και ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, αν και συνομολόγησε το αναιρεσίβλητο ότι για το χρονικό διάστημα από 12-2-2004 και εφεξής είχε αυτός, κατά τη μεταξύ τους σύμβαση, το δικαίωμα να λαμβάνει ποσό 2.934 ευρώ μηνιαίως και το 70% των εισπράξεων από την εκ μέρους του εξέταση ασθενών σε απογευματινά εξωτερικά ιατρεία του αναιρεσιβλήτου και με την από 26-9-2006 έφεσή του και τις από 8-1-2007 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επικαλέστηκε ότι "το εφεσίβλητο αναγνωρίζει και συνομολογεί ότι το ύψος των αποδοχών του είναι αντίστοιχο με αυτό των αποδοχών του συναδέλφου του Α", το Εφετείο, παραβλέποντας την ομολογία αυτή απέρριψε την έφεση και την αγωγή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1769/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ