1860/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1860/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της επισπευδομένης εις βάρος του διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση την άνω διαταγή πληρωμής, την από 5.10.1999, ανακοπή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή και για το λόγο, ότι η απαίτηση του επισπεύδοντος για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είχε εξοφληθεί δια καταβολής του ποσού της αποζημίωσης, πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1860 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1860/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αθανάσιος Πατσάκας δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 11-11-2006 και κληρονομήθηκε από τους
1..... χήρα Χ1 , 2..... και 3...., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν βάσει πληρεξουσίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Παπαδόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 349/2004 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-1-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 παρ.1, 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει ο αναιρεσείων, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ.1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωση του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (23.04.2007) δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, εμφανίστηκαν όμως οι ....
χήρα Χ1, .... και ..... , νομίμως εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Πατσάκα, οι οποίοι δήλωσαν, ως κληρονόμοι του αναιρεσείοντος Χ1 ότι ο αναιρεσείων αυτός απεβίωσε και συνεχίζουν αυτοί εκουσίως τη δίκη. Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ...., αποδεικνύεται ότι ο άνω αναιρεσείων απεβίωσε την 17η Νοεμβρίου 2006, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατέλειπε δε ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού τους παραπάνω αναφερομένους σύζυγο και τέκνα αυτού, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο υπ αριθμ. ....
πιστοποιητικό του Δήμου .... Επομένως, και αφού το αναιρεσίβλητο δεν αμφισβητεί την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, νομίμως επαναλαμβάνεται η διακοπείσα βιαίως δίκη από τους παραπάνω κληρονόμους του αποβιώσαντος. Το ορισμένο ή αόριστο της ανακοπής, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (λόγους ανακοπής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την ανακοπή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμου βάσιμου αυτής ή αντίθετα έκρινε αόριστη αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο της ανακοπής, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση, ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο και επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραδεκτώς.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 05.10.1999 ανακοπής του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της επισπευδομένης εις βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την υπ' αριθμ.450/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το ανακόπτον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή, προβάλλοντας ως λόγο ανακοπής και ότι, πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αυτό, ως υπόχρεο προς πληρωμή του ποσού της αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, συνολικού εμβαδού 12.000 τ.μ. (8.500 + 3500), είχε παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το συνολικό ποσό των 185.308.000 δραχμών, το οποίο και εισέπραξε ο δικαιούχος αναιρεσείων, που αντιστοιχούσε στο ποσό που το Δημόσιο έπρεπε να καταβάλει σ' αυτόν.
Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι ορισμένος, αφού αναφέρεται η έκταση που απαλλοτριώθηκε, για την οποία δικαιούχος είχε αναγνωρισθεί ο αναιρεσείων καθού η ανακοπή και το καταβληθέν συνολικό ποσό και για τα δύο επί μέρους τμήματα της ιδιοκτησίας του. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης και ο τέταρτος κατά το οικείο μέρος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, κατ' επίκληση πλημμελείας από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδοντας σ΄ αυτό την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί το λόγο αυτό ανακοπής παρά το νόμο απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως και νομίμως στο εφετείο επαναφερθέντα ισχυρισμό του περί αοριστίας του λόγου αυτού ανακοπής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολόγηση στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων ή με την ερμηνεία του νόμου, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση αντιφατικών ή ασαφών επιχειρημάτων, δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το αποδεικτικό πόρισμα, προσδίδοντας σ' αυτό ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτουν τα εξής: Μετ' αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η υπ' αριθμ.450/1999 διαταγή πληρωμής εις βάρος του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου με την οποία αυτό υποχρεώθηκε να καταβάλει στο αιτούντα το ποσό των 87.500.000 δραχμών, ως αποζημίωση για αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσα, υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου, ιδιοκτησία του εμβαδού 3.500 τ.μ., για την οποία η τιμή είχε καθορισθεί οριστικώς και ο αναιρεσείων είχε αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης.
Το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της επισπευδομένης εις βάρος του διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση την άνω διαταγή πληρωμής, την από 5.10.1999, ανακοπή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή και για το λόγο, ότι η απαίτηση του επισπεύδοντος για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είχε εξοφληθεί δια καταβολής του ποσού της αποζημίωσης, πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε από το Εφετείο Θράκης, η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από άσκηση έφεσης από το ανακόπτον Δημόσιο κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η ανακοπή και ακυρώθηκε εν μέρει η επιταγή προς πληρωμή, κατά παραδοχή ως εν μέρει βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης (λόγου ανακοπής) περί εξοφλήσεως της απαίτησης του καθού η ανακοπή δικαιούχου της αποζημίωσης.
Το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την ένσταση του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου περί εξόφλησης της απαίτησης του καθού, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν τα εξής: Ότι με την υπ' αριθμ. 1056030/4721/0010/14.9.1990 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου, για τη διάνοιξη της περιμετρικής οδού Καβάλας και την κατασκευή του κόμβου Αγίου Ανδρέα, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 254.894 τ.μ., στην οποία περιλαμβανόταν και ιδιοκτησία εμβαδού 13.197,80 τ.μ., με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ......
Ότι για ένα τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής (υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα ....) εμβαδού 8.500 τ.μ., καθορίστηκε, με την υπ' αριθμ.435/1997 απόφαση του Εφετείου Θράκης, μετ' αίτηση του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν είχε κληθεί και δεν είχε συμμετάσχει στη δίκη του καθορισμού της αποζημίωσης, η οριστική τιμή ορίστηκε στο ποσό των 22.000 δρχ.
ανά τετραγωνικό μέτρο επιφανείας,. Ότι με την υπ' αριθμ.542/1998 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε μετ' αίτηση επίσης του ήδη αναιρεσείοντος, καθορίστηκε οριστικά η τιμή μονάδος για το άλλο τμήμα της ίδιας αυτής έκτασης, εμβαδού 3.500 τ.μ. στο ποσό των 25.000 δραχμών ανά τ.μ.. Ότι με τις υπ' αριθμ. 23/1995 και 4/1998 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ο ήδη αναιρεσείων αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης και για τα δυο αυτά εδαφικά τμήματα, η οποία είχε καθορισθεί οριστικά χωρίς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στη σχετική δίκη με την υπ' αριθμ. 69/1993 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Ότι το υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης Δημόσιο παρακατέθεσε υπέρ του δικαιούχου της αποζημίωσης συνολικώς το ποσό των 177.819.000 δραχμών το οποίο και εισέπραξε ο αναιρεσείων, πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι με την καταβολή του άνω ποσού στον αναιρεσείοντα εξοφλήθηκε , εν μέρει και η απαίτηση του προς είσπραξη της αποζημίωσης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεχόμενο ότι το ανακόπτον Δημόσιο όφειλε επί πλέον του άνω ποσού και ποσό 10.500.000Υ δρχ.
Στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε το Εφετείο δεχόμενο, ότι από το όλο εμβαδόν της υπ' αριθμ..... ιδιοκτησίας του κτηματολογικού πίνακα, 13.197,80 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονταν και τα παραπάνω τμήματα 8.500 και 3.500 τ.μ. για τα οποία δικαιούχος της αποζημίωσης είχε αναγνωρισθεί ο αναιρεσείων, έκταση 875 τ.μ. αυτοαποζημιούτο, εμβαδόν 1746,50 τ.μ.
αποζημιωνόταν από το Ελληνικό Δημόσιο, 50 τ.μ. αποζημιώνονταν από την ιδιοκτησία με αριθμό ...... του κτηματολογικού πίνακα, 133 τ.μ. αποζημιώνονταν από την ιδιοκτησία .... του κτηματολογικού πίνακα, 65 τ.μ. αποζημιώνονταν επίσης από την αμέσως προηγούμενη ιδιοκτησία, 5.580 τ.μ. αποζημιώνονταν από το Δημόσιο,, 4.642,30 τ.μ.
αυτοαποζημιώνονταν και 106 τ.μ. αποζημιώνονταν από την ιδιοκτησία με αριθμό ..... Έτσι που έκρινε το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε εν μέρει λόγο ανακοπής του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ότι είχε εξοφλήσει την απαίτηση του αναιρεσείοντος και ακύρωσε εν μέρει την επιταγή προς πληρωμή, καθιστώντας εκ του λόγου αυτού ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 416 ΑΚ, για τους εξής λόγους:
α) Μολονότι δέχεται ότι η τιμή μονάδος είχε καθορισθεί οριστικώς για μεν την έκταση εμβαδού 8.500 τ.μ. στο ποσό των 22.000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο , για δε την έκταση των 3.500 τ.μ. στο ποσό των 25.000 δραχμών ανά τ.μ., για την αποζημίωση των οποίων αναγνωρίστηκε δικαιούχος ο αναιρεσείων, και επομένως αυτός, εκτός τυχόν συνδρομής αυτοαποζημίωσης, εδικαιούτο συνολικώς αποζημίωση 274.500.000 δρχ. (187.000.000 για την έκταση των 8.500 τ.μ.
και 87.500.000 για την έκταση των 3.500 τ.μ.) δεν διευκρινίζει για ποίο λόγο τελικώς αυτός εδικαιούτο αποζημίωση 188.319.000 δρχ., όπως δέχτηκε, αφού πρόκειται για δύο τμήματα διαφορετικού εμβαδού, για καθένα των οποίων είχε καθορισθεί διαφορετική οριστική αποζημίωση, ήτοι δεν διευκρινίζει επί ποίου εμβαδού υπολογίζει αποζημίωση με ποσό 22.000 δρχ.ανά τ.μ.
και επί ποίου με 25.000 δρχ, β) Μολονότι δέχεται ότι από την όλη έκταση του υπ' αριθμόν κτηματολογικού πίνακα .... τεμαχίου, συνολικού εμβαδού 13.197,801 τ.μ., ο αναιρεσείων αναγνωρίστηκε δικαιούχος μόνο για 12.000 τ.μ. και έτσι απέμεινε υπόλοιπο 1. 197,80 τ.μ., δεν διευκρινίζει αν η έκταση που φέρεται ότι αυτοαποζημιούται (και η οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, για όλο το ΚΠ ....
τεμάχιο, συμποσούται σε 5.517,30 τ.μ. και επομένως, αυτή είναι μεγαλύτερη των 1.197,80 τ.μ., γεγονός που σημαίνει ότι ο αναιρεσείων δεν μπορεί να δικαιούται αποζημίωση για 12.000 τ.μ., αλλά για μικρότερη έκταση), εμπίπτει και κατά ποίο εμβαδόν, στις φερόμενες ως ανήκουσες στον αναιρεσείοντα ιδιοκτησίες. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο 2ος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των κληρονόμων του αναιρεσείοντος που συνεχίζουν τη δίκη, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν.3693/1957 σε συνδυασμό με την Υ.Α. 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.349/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο αυτό Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος από ευρώ 293.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ