Supreme Court dismisses appeal on lease renewal clause interpretation, binding lower court to prior precedent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision regarding a lease renewal clause. The court held that the lower court correctly applied Article 23(2) of Presidential Decree 34/1995, which limits the prohibition on renewal to the contractual period unless explicitly agreed otherwise. Since the appellate court relied on this binding precedent established in a previous retrial, the appellant's arguments regarding the clause's interpretation were deemed inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 575, 580(3), 580(4) of the Code of Civil Procedure; The lower court is bound by the legal issues resolved in a prior retrial decision, and an appeal must be dismissed if the contested judgment is sufficiently supported by the binding reasoning of that precedent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1860 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1860/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Νικολόπουλο και Γεώργιο Κωστόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΡΟΠΟΛ - ΧΑΡΑΓΚΙΩΝΗΣ ανώνυμος εταιρεία εμπορική, κτηματική, τεχνική, ανάπτυξης εμπορικών κέντρων και χώρων στάθμευσης, υπηρεσιών και συμμετοχική" (και τον διακριτικό τίτλο "ΑΚΡΟΠΟΛ-ΧΑΡΑΓΚΙΩΝΗΣ ΑΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1431/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2746/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 1373/2005 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί εκ νέου στο ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την υπ' αριθ. 9879/2005 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και τη διατήρηση της ισχύος της υπ' αριθμ. 80/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο), με την οποία έχει διαταχθεί αναστολή εκτέλεσης της 1431/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ενώ συναίνεσε ως προς το παραπάνω αίτημα του αναιρεσείοντος περί διατήρησης της ισχύος της υπ' αριθ. 80/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο). Τέλος καθένας πληρεξούσιος ζήτησε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Το Δικαστήριο στη συνέχεια διασκέφθηκε επί του παραπάνω αιτήματος με την παρουσία της γραμματέως. Σύμφωνα με το άρθρα 565 και 575 Κ.ΠολΔικ., το Δικαστήριο αποφάσισε και δημοσίευσε αμέσως δημόσια δια του Προέδρου του την απόφαση, σύμφωνα με την οποία έκανε δεκτό το παραπάνω αίτημα περί διατήρησης της ισχύος της υπ' αριθμ. 80/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο), με την οποία έχει διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της 1431/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, κύρια και επικουρική, με την αναίρεση δε πλήσσεται μόνο η επικουρική αιτιολογία, ο λόγος αναίρεσης που την προσβάλλει απορρίπτεται ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται (και) στην κύρια αιτιολογία του δεν προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ 2166/1986).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, εξετάζοντας κατ' ουσία την αγωγή της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, με την οποία ζητούσε να της αποδοθεί η χρήση του μισθίου λόγω λύσης της μίσθωσης μετά από καταγγελία για ανοικοδόμηση, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη.
Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου μισθωτή, που στηριζόταν στο άρθρο 12 του μισθωτηρίου συμφωνητικού, σύμφωνα με το οποίο "εις τον μισθωτή κατά το χρόνο της μίσθωσης απαγορεύεται η ανοικοδόμησις και δεν παρέχεται εις αυτόν το δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως για τον λόγο τούτον" και δέχθηκε ότι με την ανωτέρω διατύπωση του όρου αυτού δεν περιέχεται αντίθετη συμφωνία περί μη καταγγελίας για ανοικοδόμηση και για το χρόνο της αναγκαστικής παράτασης του μισθίου.
Και τούτο διότι, όπως δέχθηκε το εφετείο, από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του π.δ/τος 34/1995, συνάγεται ότι εφόσον δεν ορίσθηκε ορισμένο χρονικό διάστημα για την ισχύ του όρου της σύμβασης περί απαγορεύσεως της ανοικοδομήσεως ή παραιτήσεως από το δικαίωμα αυτό, η συμφωνία αυτή ισχύει για τον συμβατικό χρόνο, όταν αυτός είναι μεγαλύτερος των δώδεκα ετών, άλλως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για το νόμιμο χρόνο, δηλαδή για δώδεκα έτη όταν αυτός (συμβατικός χρόνος) είναι μικρότερος της δωδεκαετίας, δεν εκτείνεται δε στην περίπτωση αυτή και στον χρόνο της αναγκαστικής παράτασης της μισθώσεως, εκτός αν αυτό έχει ρητά συμφωνηθεί.
Περαιτέρω, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται ασάφεια στον παραπάνω όρο του συμφωνητικού, ερμηνευομένου αυτού όπως απαιτεί η καλή πίστη και λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, με αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, τα διάδικα μέρη ηθέλησαν να ισχύσει η απαγόρευση μόνο για το συμβατικό χρόνο της δωδεκαετίας και γι' αυτό προέβησαν σε ρύθμιση του θέματος των κτισμάτων, που θα παρέμεναν υπέρ του εκμισθωτή λαμβάνοντας υπόψη τους και τη σταδιακή αύξηση του μισθώματος.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε τα ανωτέρω, όταν δίκασε ως δικαστήριο της παραπομπής (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), μετά προηγούμενη αναίρεση της προηγηθείσας υπ' αριθμ. 2746/2004 αποφάσεώς του με την 1373/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την τελευταία αυτή απόφαση του Αρείου Πάγου, στην οποία το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται ως προς τα νομικά ζητήματα που αυτή έλυσε (άρθρ. 580 παρ. 4 ΚΠολΔ), κρίθηκε το νομικό ζήτημα από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Π.Δ/τος 34/1995, ότι ο όρος της συμβάσεως περί απαγορεύσεως της ανοικοδομήσεως ή παραιτήσεως από το δικαίωμα αυτό ισχύει για το συμβατικό χρόνο, όταν αυτός είναι μεγαλύτερος των δώδεκα ετών, άλλως για το νόμιμο χρόνο, δηλαδή για δώδεκα έτη, όταν αυτός (συμβατικός χρόνος) είναι μικρότερος της δωδεκαετίας, δεν επεκτείνεται δε στην περίπτωση αυτή και στο χρόνο της αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως, εκτός και αν αυτό έχει ρητά συμφωνηθεί.
Επομένως, όπως προελέχθη, για το ζήτημα αυτό δεσμεύονται τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, όπως έπραξε και το εφετείο με την ανωτέρω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης εν προκειμένω απόφασής του. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προσβάλλει με τους δυο λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρεται στην, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ερμηνεία του πιο πάνω 12ου όρου της συμβάσεως μισθώσεως (άρθρ. 200 ΑΚ).
Σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν οι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης επαρκώς στηρίζεται στην κύρια αιτιολογία, που δεν θίγεται με τους λόγους αναίρεσης.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παρέστη χωρίς να υποβάλλει προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.2.2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 9879/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ