Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over health condition worsening due to workplace transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final labor court decision regarding a workplace transfer. The appellant argued that his severe epilepsy worsened due to the move, but the lower court had already considered all medical evidence and found no causal link between the transfer and his health decline. The court upheld the lower court's assessment of the medical documents and rejected the claim that the transfer constituted a detrimental change to the employment relationship.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's consideration of medical evidence without separate detailed analysis does not constitute a ground for cassation if the lower court's factual findings are supported by the record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 185 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 185/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Ανδρεουλάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, οι οποίες παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 371/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5718/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-5-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 23.05.2022 και με αριθμό κατάθεσης 4099/439/23.05.2022, αίτηση αναίρεσης, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 5718/15.10.2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 18.04.2018 και με αριθμό κατάθεσης 37582/2630/2018, έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 371/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την, από 06.03.2017 και με αριθμό κατάθεσης ..., αγωγή αυτού (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος) κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων ανωνύμων εταιριών, περί αξιώσεών του, εκ της επικαλούμενης καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων σε σχέση με τη μετακίνησή του από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη, που συνιστά και προσβολή της προσωπικότητός του, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου και ενόψει του ότι έλαβε χώρα και αναστολή της προθεσμίας αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 74 παρ. 1 εδ.
α και β του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 περ. α εδ. α και β του ν. 4790/2021 (από 13.03.2020 ως 31.05.2020 και από 07.11.2020 έως 05.04.2021 αντιστοίχως), σε συνδυασμό με την ερμηνευτική διάταξη αυτών του άρθρου 49 του ν. 4963/2022 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 217/2022, 978/2020, 492/2020). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (και όχι 559 αρ. 1 ΚΠολΔ όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει), ήτοι ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 102 του ν. 4001/2011, σύμφωνα με τις οποίες με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ...
αφενός το αναφερόμενο λεπτομερώς προσωπικό της ... που απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταφέρεται στην ... και αφετέρου καθορίζονται η διαδικασία και γενικά κάθε λεπτομέρεια για την ανωτέρω μεταφορά, δεχόμενο, κατά την ουσιαστική κρίση του, ότι ο ίδιος (ήδη αναιρεσείων-εκκαλών) δυνάμει του υπ' αριθμ.
πρωτ. ... εγγράφου της διοίκησης της πρώτης εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ... μεταφέρθηκε από τον τομέα αυτής, όπου υπηρετούσε (Διεύθυνση Εκπαίδευση), στη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ..., χωρίς να προσδιορίζει αν η ένδικη μεταφορά-μετακίνησή του έγινε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ... (το οποίο Δ.Σ.
δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με τη διοίκηση αυτής, αφού διοίκηση ασκούν και άλλα όργανα της ...), με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ενώ απλή επισκόπηση του παραπάνω εγγράφου πιστοποιεί, ότι είναι έγγραφο του Διευθυντού Εκπαίδευσης κ. ....
και όχι του Δ.Σ. της .... Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν και ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προβάλλεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ καθόσον το νομικό αυτό σφάλμα προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί ισχυρισμού που προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και, κατά τα εκτιθέμενα, το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, όπως είναι αναγκαίο για το παραδεκτό αυτού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται (ο σχετικός ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης) είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, ο ήδη αναιρεσείων στην ίδια την ένδικη αγωγή του αναφέρει ότι ο Διευθυντής Εκπαίδευσης της πρώτης εναγομένης ... Δ. Κ. και οι δύο τομεάρχες Σ. Κέντρος και Σ. Τ. αποφάσισαν να τον μετακινήσουν από τη διεύθυνση εκπαίδευσης της πρώτης εναγομένης ... στη δεύτερη εναγομένη ... χωρίς να προσβάλλει ως άκυρη την απόφαση αυτή, λόγω (τυχόν) αναρμοδιότητας των εκδωσάντων αυτή οργάνων, ενώ αντιθέτως επανειλημμένως αναφέρει ότι η επίμαχη μετακίνησή του αποφασίστηκε από τα αρμόδια όργανα των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΑΠ 559/2020, 1556/2018, 618/2018).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν (περίπτωση β' της ανωτέρω διάταξης), όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 772/2023, 725/2022, 559/2020, 618/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο και κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι η επίδικη μετακίνηση - μεταφορά του από την πρώτη αναιρεσίβλητη ...
Α.Ε. στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ...., σε συνδυασμό με τη σοβαρή κατάσταση της υγείας του (χρόνια ανθεκτική και ανίατη ασθένειά του της επιληψίας) προκάλεσε επιδείνωση της υγείας του και συνεπώς βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου στα πλαίσια έρευνας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "...
Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας (εννοεί της περιγραφόμενης διαδικασίας μεταφοράς προσωπικού από την, πρώτη εναγομένη - πρώτη εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναρεσίβλητη, ... στη θυγατρική της, δεύτερη εναγομένη - δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναρεσίβλητη, ..., κατ' εφαρμογήν του ν. 4001/2011), ο εκκαλών, ο οποίος από το έτος 1993 είχε προσληφθεί από την πρώτη των εφεσιβλήτων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχοντας την εργασία του, αρχικώς στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης που εδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού ...
αρ…., στο ..., έως το έτος 2006, εν συνεχεία στο ... έως το έτος 2009 και ακολούθως επέστρεψε στην ανωτέρω υπηρεσία στο ... μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011, στις 11-2-2011, δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. ... εγγράφου της Διοίκησης της πρώτης εφεσίβλητης, μεταφέρθηκε από τον τομέα που υπηρετούσε (Διεύθυνση Εκπαίδευσης) στη δεύτερη εφεσίβλητη "...", με έδρα αυτής στα ..., επί της .... ...
στο προσωπικό της δεύτερης εφεσίβλητης, εντάχθηκαν συνολικά 85 εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εκκαλών. ... κατά τη μεταβίβαση τμήματος της πρώτης εφεσίβλητης στη δεύτερη, η τελευταία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ... Α.Ε., μεταξύ αυτών προϋπηρεσία, μισθολογικά κλιμάκια κλπ.
Περαιτέρω, ο εκκαλών παραπονείται ότι, η μεταφορά του στη δεύτερη εφεσίβλητη ... έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψιν των αρμοδίων η κατάσταση της υγείας του και ο κίνδυνος υποτροπής αυτής σε περίπτωση χειροτέρευσης των συνθηκών ζωής και εργασίας του, την οποία υποτροπή τοποθετεί στην μετάθεσή του από την έδρα της πρώτης εφεσίβλητης στο ...
στη δεύτερη εφεσίβλητη στο ..., ήτοι σε διαφορετική Δημοτική Περιφέρεια. Προς τούτο δε, απέστειλε και την, από 16-9-2015, εξώδικη δήλωσή του αιτούμενος εγγράφως την ανάκληση της μετακίνησής του στον .... Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι, η μετακίνηση του εκκαλούντος έλαβε χώρα μεταξύ δύο διαφορετικών συνοικιών του ιδίου ..., ήτοι από το ...
στα ..., και όχι στο ..., όπως αβασίμως επικαλείται ο εκκαλών. ... η επιλογή του εκκαλούντος για τη μεταφορά του στη δεύτερη εφεσίβλητη, έγινε για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών που ανέκυψαν με την απόσχιση Τμήματος της ... και τη δημιουργία του ... και δεν ήταν καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης εφεσίβλητης.
Εξάλλου, η μεταφορά του εκκαλούντος από τη θέση όπου υπηρετούσε, έλαβε χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 4001/2011 και κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής ρύθμισης νόμου, κανονισμού, διαιτητικής απόφασης, συλλογικής ή ατομικής σύμβασης εργασίας (βλ. άρθρο 102 ν. 4001/2011), ενώ δεν προέκυψε δυσμενής μεταχείριση σε βάρος του εκκαλούντος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι, η μετάθεσή του από το ... όπου υπηρετούσε στα ... αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασής του, καθώς η μετακίνησή του από τους ... όπου διαμένει στον τόπο εργασίας του είναι δύσκολη, κρίνεται αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για μετάθεση αλλά για μεταβίβαση επιχείρησης, η οποία έχει ως επακόλουθο τη μεταφορά του εργαζόμενου στην έδρα της νέας εταιρείας, αλλά ακόμη και αν θεωρηθεί μετάθεση, αυτή δεν απαγορεύεται και δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή, καθώς σύμφωνα με τον Κανονισμό της ... (βλ.
άρ. 16 παρ. 1 και 20 παρ. 2 του προσκομιζόμενου Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της ...) προβλέπεται η μετάθεση, ακόμη και σε άλλη πόλη ανά την επικράτεια, πόσο μάλλον σε άλλη περιοχή εντός του νομού Αττικής. Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι, η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας του εκκαλούντος δεν είναι βλαπτική, έγινε δε, κατ' επιταγή διάταξης νόμου, ενώ η καινούρια θέση του εκκαλούντος δεν είναι υποδεέστερη, ούτε από τη μεταβολή αυτή επήλθε μείωση των αποδοχών του.
Επομένως, η μετακίνηση του εκκαλούντος στον ... κρίνεται σύννομη και δεν αποτελεί καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης εφεσίβλητης.". Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τον ανωτέρω ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι η επίδικη μεταφορά - μετακίνησή του σε συνδυασμό με τη σοβαρή κατάσταση της υγείας του συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του που προκάλεσε επιδείνωση της υγείας του.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την παραδοχή ότι η επίδικη μεταφορά/μετακίνηση του εκκαλούντος (ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος) δεν ήταν βλαπτική αφού έλαβε χώρα μεταξύ δύο διαφορετικών συνοικιών του ιδίου ..., ήτοι από το ... στα ..., και όχι στο ..., όπως αβασίμως επικαλείται ο ίδιος, αποδίδοντας (με την αγωγή του) την υποτροπή της ασθενείας του στη μετάθεσή του από την έδρα της πρώτης εφεσίβλητης στο ..., στην έδρα της δεύτερης εφεσίβλητης στο ..., ήτοι σε διαφορετική Δημοτική Περιφέρεια, που σημαίνει, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, ότι, η τυχόν επιδείνωση της υγείας του (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος) δεν επήλθε λόγω της επίδικης μεταφοράς του, αφού αυτή δεν ήταν βλαπτική δεδομένου ότι έλαβε χώρα εντός των ορίων του ιδίου ..., δηλαδή δεν συνδέεται (η όποια επιδείνωση της υγείας του) με αυτή (επίδικη μεταφορά), έλαβε υπόψη τόσο την ασθένεια του εκκαλούντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος όσο και την επικαλούμενη επιδείνωση (υποτροπή) αυτής, τις οποίες και συνδύασε με την επίδικη μεταφορά αυτού και απέρριψε στην ουσία τον ανωτέρω ισχυρισμό του.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω και τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, αφού, όπως διαλαμβάνεται στις, άνω παραδοχές του Εφετείου, τούτο εξέτασε τον παραπάνω ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, υπό την προβλεπόμενη σ' αυτόν περίπτωση β', είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2103/2022, 993/2022, 979/2017).
Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν, από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 868/2020, 1719/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα ιατρικά έγγραφα που αφορούν την κατάσταση της υγείας του και τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του, προς επίρρωση του αγωγικού ισχυρισμού και του οικείου λόγου της έφεσής του ότι η κατάσταση της υγείας του (καθώς πάσχει από χρόνια ανθεκτική κροταφική επιληψία από ηλικίας 10 ετών) επιδεινώθηκε δραματικά λόγω της επίμαχης μεταφοράς - μετακίνησής του από την Διεύθυνση Εκπαίδευσης της ...
Α.Ε., που βρίσκεται στο ..., στην ...., που βρίσκεται στα ... της ... (ενώ, σημειωτέον, κατά την αγωγή βρίσκεται στο ...). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, πλην άλλων (κατάθεση μάρτυρος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ομολογίες των διαδίκων) και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα στον πρώτο βαθμό προσκόμισαν και ήδη με επίκληση επαναπροσκομίζουν, ως και εκείνα που, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, προσκομίζουν για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς".
Από τη βεβαίωση, αυτή σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος (αν και διαφορετικού σε σχέση με εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων) και τα αναφερόμενα στον λόγο αναίρεσης ιατρικά έγγραφα (που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο ήδη αναιρεσείων), χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί σε ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγησή τους.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε στον ανωτέρω, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, δέχθηκε ότι η επιδείνωση αυτή δεν συνδέεται με την επίδικη μεταφορά του, για την οποία σαφώς έκρινε ότι δεν συνιστούσε βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σχέσης.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.05.2022 και με αριθμό κατάθεσης 4099/439/2022 αίτηση αναίρεσης της 5718/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ