Legislator Case Law & Legislation
185/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bigamy grounds, ruling lower court correctly applied substantive law on marriage validity.

Case Number 185/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment rejecting her claim for annulment of her marriage due to bigamy. The appellant argued the lower court erred in finding the marriage valid after her father's prior marriage was dissolved, but the court held the appellate decision correctly applied substantive civil law provisions. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay court costs to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if substantive law rules were violated, and if the lower court correctly applied the law regarding the validity of a marriage dissolved by a prior judgment, the appeal must be dismissed.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation bigamy annulment marriage validity court costs final judgment civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 1354, 1372, 1438 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
No. 467/1984 of the Supreme Court
No. 4727/1984 of the Athens Court of Appeal
No. 10478/1982 of the Athens Court of Appeal
No. 8817/1982 of the Athens Court of First Instance
No. 1365/2012 of the Athens Multi-member Court of First Instance
No. 5467/2014 of the Athens Court of Appeal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 185 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 185/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. - Χ. Π. του Γ., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, η οποία ανακάλεσε την από 16/11/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. Σ. του Α., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κωνσταντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1365/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5467/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/7/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 20/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 17-7-2017 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ύστερα από την υπ' αριθμ. 20/2022 πράξη του Προέδρου του αναιρετικού τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Υπόκειται προς κρίση η από 17-7-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 5467/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 17-10-2012 έφεση της ενάγουσας, νυν αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 1365/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 7-7-2008 αγωγή της για την αναγνώριση της ακυρότητας του γάμου του πατρός της με την εναγομένη, νυν αναιρεσίβλητη, λόγω διγαμίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Κατά το άρθρο 1354 εδάφ. α' ΑΚ, εμποδίζεται η σύναψη γάμου πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος που υπάρχει, ενώ κατά τα άρθρα 1372 και 1378 και ίδιου Κώδικα, ο γάμος που έγινε κατά παράβαση εκτός των άλλων άρθρων και του προμνημονευθέντος είναι άκυρος, η δε αγωγή ακύρωσης αυτού μπορεί να ασκηθεί από τους συζύγους και από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, καθώς και από τον εισαγγελέα αυτεπαγγέλτως.

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 608 ΚΠολΔ (πρβλ. και ομοίου περιεχομένου άρθρο 603 ΚΠολΔ, όπως αριθμήθηκε μετά το ν. 4335/2015), η αγωγή για αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας ή της ακύρωσης γάμου που ασκείται από τον ένα σύζυγο απευθύνεται κατά του άλλου και, αν αυτός έχει πεθάνει, κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η αγωγή που αναφέρεται στην παρ. 1, όταν ασκείται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον που έχει συμφέρον, απευθύνεται και κατά των δύο συζύγων και, αν έχει πεθάνει ο ένας, κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1354, 1372 και 1378 ΑΚ και 608 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αγωγή ακύρωσης του δευτέρου γάμου, που συνήφθη πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετακλήτως ο πρώτος, μπορεί να ασκηθεί και από τα τέκνα από τον πρώτο γάμο, εφόσον αυτά, βεβαίως, έχουν προς τούτο έννομο συμφέρον.

Η αγωγή ακύρωσης γάμου λόγω σύναψης δευτέρου γάμου πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετακλήτως ο υφιστάμενος πρώτος, όταν ασκείται από τα τέκνα του συζύγου που έχει πεθάνει από τον πρώτο γάμο, πρέπει να απευθύνεται κατά του επιζώντος συζύγου από το δεύτερο γάμο και κατά του επιζώντος συζύγου από τον πρώτο γάμο, εφόσον όμως ο γάμος του με τον αποβιώσαντα δεν έχει στο μεταξύ λυθεί ή ακυρωθεί αμετακλήτως και έτσι εξακολουθεί να είναι κληρονόμος του (ΟλΑΠ 1043/1976, ΑΠ 1395/93).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1438 ΑΚ, ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, το οποίο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 613 ΚΠολΔ (πρβλ. και άρθρο 602 ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4335/2015) κατά την οποία οι αποφάσεις που απαγγέλλουν διαζύγιο αποτελούν δεδικασμένο υπέρ και εναντίον όλων, εφόσον δεν μπορούν να προσβληθούν με αναίρεση και αναψηλάφηση, προκύπτει ότι, και αν ακόμη απαγγέλθηκε διαζύγιο με οριστική ή τελεσίδικη απόφαση, η έννομη σχέση του γάμου των διαδίκων εξακολουθεί να υφίσταται, έως ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση αυτή.

Ο νόμος εδώ προσδίδει το απόλυτο έναντι όλων δεδικασμένο της απόφασης (effet absolu) λύσης του γάμου στο αμετάκλητο αυτής, κατ' επιρροή του γαλλικού αστικού δικονομικού δικαίου, για λόγους ασφάλειας ως προς σημαντικό ζήτημα της προσωπικής κατάστασης των ατόμων, που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, εφόσον δεν μπορεί να νοηθεί ότι ένα πρόσωπο τελεί σε γάμο με άλλο πρόσωπο και ταυτόχρονα να θεωρείται ως άγαμο έναντι των τρίτων.

Η απόφαση που λύει το γάμο ή είναι αμετάκλητη και ως προς τους δύο, οπότε λύεται ο γάμος, ή δεν είναι και ως προς τους δύο, οπότε ο γάμος δεν έχει λυθεί. Η νομοθετική αυτή επιλογή και η αναφορά του περιεχομένου του άρθρου 613 ΚΠολΔ μόνον στην απόφαση που λύνει τον γάμο είναι συνειδητή και ειδικότερη σε σχέση με άλλες διατάξεις του δικονομικού δικαίου που ορίζουν γενικά και αφηρημένα το επιτρεπτό προσβολής μιας δικαστικής απόφασης με ένδικα μέσα με βάση την εξέλιξη της διαδικασίας.

Τέτοια διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 551 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποίαν κατά της απόφασης που εκδίδεται στην αναψηλάφηση επιτρέπονται ένδικα μέσα μόνον εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα.

Συνεπώς, η απόφαση που λύνει τον γάμο λόγω διαζυγίου καθίσταται αμετάκλητη, κατά τα προαναφερθέντα, εφόσον η τελεσίδικη απόφαση που επίσης λύνει τον γάμο μεταξύ των διαδίκων δεν υπόκειται πλέον στα έκτακτα ένδικα μέσα, ανεξάρτητα από το εάν η απορριπτική της απόφασης της αναψηλάφησης κατά της τελεσίδικης απόφασης που έχει λύσει τον γάμο, εξακολουθεί να υπόκειται σε αναίρεση, όταν μάλιστα η αναίρεση κατά της απόφασης που λύνει τον γάμο έχει ήδη ασκηθεί και αναλωθεί πριν την άσκηση της ως άνω απορριφθείσας αναψηλάφησης.

Τούτο επιρρωνύεται εμμέσως και από το ότι όταν έχει λυθεί αμετάκλητα ο γάμος μεταξύ των διαδίκων με επίκληση ενός νόμιμου λόγου και εξακολουθεί να υπάρχει δίκη για κάποιο ένδικο μέσο που έχει ασκήσει ο ένας σύζυγος κατά μιας απόφασης επί αντίθετης αγωγής για τη λύση του γάμου με επίκληση άλλου λόγου διαζυγίου, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ελλείψει εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1314/2015.

Πρβλ. και ΟλΑΠ 1/1989). Εξ άλλου, η πρωτοβάθμια απόφαση για τη λύση του γάμου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, καθίσταται αμετάκλητη : α) με την παραίτηση των διαδίκων από τα ένδικα μέσα μετά την έκδοση αυτής (άρθρο 606, πρβλ. άρθρο 599 ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4335/2015), β) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης κατ' αυτής των ενδίκων μέσων της έφεσης, αναψηλάψησης και της αναίρεσης, η οποία στην περίπτωση επίδοσής της προσδιορίζεται από τις τριάντα (30) ημέρες της προθεσμίας της έφεσης προκειμένου για διαδίκους που διαμένουν στην Ελλάδα (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) και την προθεσμία των έξι (6) μηνών της αναψηλάφησης, η οποία συντρέχει με εκείνη της αναίρεσης (άρθρα 538, 539 παρ. 1 εδ. 1, 605 ΚΠολΔ.

Πρβλ. άρθρο 598 ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4335/2015) και σε περίπτωση μη επίδοσής της από την τριετή προθεσμία της έφεσης (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και την συντρέχουσα τριετή προθεσμία της αναψηλάφησης και της αναίρεσης (άρθρα 545 παρ. 5 εδ. 1, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 846/2009, ΑΠ 1502/2009).

Συνεπώς, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που λύνει τον γάμο καθίσταται αμετάκλητη όταν δεν υπόκειται πλέον σε κανένα ένδικο μέσο και ειδικότερα πρέπει είτε να έχουν ασκηθεί και απορριφθεί τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης καθώς και τα έκτακτα ένδικα μέσα της αναψηλάφησης και της αναίρεσης, είτε να μην ασκήθηκαν αυτά και να παρήλθε η προθεσμία, είτε να παραιτήθηκαν από αυτά οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα με την από 7-7-2008 αγωγή της ισχυρίστηκε α) ότι ο πατέρας της Γ. Π., ο οποίος απεβίωσε στις 4-3-2008, συνήψε στις 17-11-1946 νόμιμο θρησκευτικό γάμο με τη μητέρα της Κ.

Τ., β) ότι κατόπιν αγωγής του ανωτέρω Γ. Π. κατά της προαναφερόμενης συζύγου του εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8817/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος, γ) ότι κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε έφεση από τη μητέρα της Κ. Τ., η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 10478/1982 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ η κατά της απόφασης αυτής ασκηθείσα από την ίδια αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την 467/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου, δ) ότι, ακολούθως, η μητέρα της άσκησε αίτηση αναψηλάφησης κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 10478/1982 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία επίσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 4727/21-5-1984 απόφαση του Εφετείου-, Αθηνών, ε) ότι αμέσως μετά, στις 23-5-1984, κατόπιν αίτησης του πατέρα της Γ.

Π. εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... διαζευκτήριο, και στη συνέχεια αυτός τέλεσε με την εναγομένη δεύτερο (πολιτικό) γάμο στην Αθήνα, στις 31-5-1984, στ) ότι ο δεύτερος αυτός γάμος του Γ. Π. είναι άκυρος, διότι κατά την ως άνω ημερομηνία τέλεσης αυτού, δεν είχε λυθεί αμετακλήτως ο προηγούμενος γάμος του, που εκείνος είχε συνάψει με την μητέρα της Κ.

Τ., δεδομένου ότι δεν είχε παρέλθει η προθεσμία προς άσκησης αναίρεσης κατά της πιο πάνω υπ' αριθμ. 4727/21-5-1984 απόφασης του Εφετείου, που εκδόθηκε στη δίκη της αναψηλάφησης. Ζήτησε δε η ενάγουσα ν' αναγνωριστεί η ακυρότητα του ανωτέρω δεύτερου γάμου του πατέρα της με την εναγομένη, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον αυτής το ότι τυγχάνει, όπως ισχυρίζεται, μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα της Γ.

Π.. Εξ άλλου, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής : "..εφόσον εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8817/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία λύθηκε ο μεταξύ του Γ. Π. και της Κ. Τ. γάμος, και ακολούθως απορρίφθηκαν διαδοχικά αφενός μεν η έφεση, την οποία άσκησε η Κ.

Τ. κατά της ανωτέρω απόφασης (με την υπ' αριθμ. 10478/1982 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), αφετέρου δε και τα ασκηθέντα κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου έκτακτα ένδικα μέσα, ήτοι τόσο η αίτηση αναίρεσης (με την υπ' αριθμ. 467/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου), όσο και η αίτηση αναψηλάφησης (με την υπ' αριθμ. 4727/21-5-1984 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 8817/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μη υποκείμενη πλέον σε έφεση, αναίρεση ή αναψηλάφηση, κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της πιο πάνω υπ' αριθμ. 4727/21-5-1984 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και, συνεπώς, επέφερε τη λύση του γάμου των γονέων της ενάγουσας, αφού, σε κάθε περίπτωση, η Κ.

Τ. δεν άσκησε εντός της νόμιμης προθεσμίας αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 4727/21-5-1984 απορριπτικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με αποτέλεσμα η εν λόγω απόφαση να δεσμεύει ως προς την ύπαρξη του αμετακλήτου της λύσης του γάμου, δοθέντος ότι μέχρις ότου γίνει δεκτό το έκτακτο ένδικό μέσο, δηλ. και όταν τούτο είναι ακόμα εκκρεμές, η απόφαση εξακολουθεί να αποτελεί δεδικασμένο, να δεσμεύει δηλαδή ως προς τη διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια και συνεπώς ο τελεσθείς στις 31-5-1984 μεταξύ του ανωτέρω Γ.

Π. και της εναγομένης γάμος να είναι έγκυρος". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17-10-2012 έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ.. 6236/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, με επάλληλη δε αιτιολογία απέρριψε την αγωγή και ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, διότι αυτή είχε αποκλειστεί του κληρονομικού δικαιώματος επί της περιουσίας του πατρός της με την από 8-8-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του με την οποίαν αυτός εγκαθιστούσε μόνους κληρονόμους του την εναγόμενη σύζυγό του και την εγγονή του (κόρη της ενάγουσας) και έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 6012/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας για την αναξιότητα της εναγομένης να κληρονομήσει τον πατέρα της και επικουρικά να κηρυχθεί άκυρη η ως άνω διαθήκη.

Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, και ειδικότερα ότι η εναγόμενη τέλεσε νόμιμο πολιτικό γάμο με τον πατέρα της ενάγουσας στις 31-5-1984 και μετά την έκδοση της υπ' αριθμ 4727/21-5-1984 απορριπτικής επί της αναψηλάφησης απόφασης του Εφετείου Αθηνών απόφασης, η οποία είχε απορρίψει με την υπ' αριθμ. 10478/1982 απόφασή του την έφεση της τότε εκκαλούσας-εναγομένης μητέρας της (κατά της οποίας είχε ασκηθεί αναίρεση η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 467/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου) κατά της υπ' αριθμ. 8817/1982 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία λύθηκε ο μεταξύ του Γ.

Π. και της Κ. Τ. γάμος, γονέων, και ενόσω δεν είχε παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 4727/1984 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1354, 1372, 1438 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον η προαναφερθείσα απόφαση που έλυσε τον γάμο του πατρός της με την μητέρα της κατέστη αμετάκλητη στις 21-5-1984.

Επομένως, ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, οι λοιποί λόγοι αναίρεσης από τους αρ. 1, 8 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα βάλλει, όπως έχει επιλεκτικό δικαίωμα για την κατάταξη των λόγων αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της αρχής της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά του σκέλους της απόφασης με το οποίο το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε την προαναφερθείσα αγωγή της ελλείψει εννόμου συμφέροντος, περιουσιακού και ηθικού, κατά τα εκεί γενόμενα δεκτά, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ως αλυσιτελώς προτεινόμενοι, διότι και αληθείς υποτιθέμενοι ως προς το εσφαλμένο της κρίσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στο ζήτημα αυτό, δεν μπορούν να οδηγήσουν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη λόγω του δυσερμήνευτου του εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου (άρθρα 179 εδ. α, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5467/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ