Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to proper service of summons to absent defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the district court's judgment regarding a loan dispute. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for its findings on the borrower's insolvency and potential fraud. The court ruled that the appeal was inadmissible because the summons to the absent defendants was legally served and the lower court's assessment of evidence was not arbitrary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 560 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court examines cases ex officio when a party is absent; if the appellant expedites the hearing, the court proceeds despite the absence of properly summoned defendants, and appeals challenging the lower court's evaluation of evidence or lack of specific reasoning are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 185 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 185/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φραίμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2013 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου.
Εκδόθηκε η 6/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με αριθ.2635/19-5-2020 και 2640/19-5-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Ε.
Α. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 18-10-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3/21-10-2019, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 19-3-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, στην δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την παραπάνω δικάσιμο ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων κατά την περίοδο από 15-2-2021 έως 10-5-2021 για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας λόγω της πανδημίας του κορωνοιού, προσδιορίστηκε δε εκ νέου και γράφτηκε στο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης προς όλους τους διαδίκους, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ' αρθ 83 παρ.2 ν.4790/2021, μη απαιτουμένης νέας κλήσης του διαδίκου, εφόσον ο απολειπόμενος διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. 0ι παραπάνω αναιρεσίβλητοι (δεύτερη και τρίτη), οι οποίοι κλήθηκαν νόμιμα για την αρχική δικάσιμο της 19-3-2021, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ως προς αυτoύς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β` Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση oριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης για αναίρεση, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως ορίζει το άρθρο 495 παρ. 1 ιδίου κώδικα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη.
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 εδ. β` και 76 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά μόνον όταν αυτή καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (Ολ. ΑΠ 18/2001). Η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά το άρθρο 564 παρ.1Κ.Πολ.Δ.
αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Επί αναγκαστικής ομοδικίας η επίδοση της πιο πάνω απόφασης στον αντίδικο από ένα μόνο αναγκαίο ομόδικο κινεί την προθεσμία της αναίρεσης και ως προς τους υπόλοιπους (Α.Π.1836/2014, Α.Π.746/2019).Η προθεσμία αυτή της άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ` αυτής.
Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε, υποκείμενη σε αναίρεση, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 709/2007, ΑΠ 1000/2001).Η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ.
διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 3 εδ.
τελευταίο του Ν. 3869/2010 για την εκδίκαση της αιτήσεως του οφειλέτη προς ρύθμιση των χρεών του εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 741 του ΚΠολΔ στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 του ιδίου Κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή.
Τέλος, εφόσον στην αίτηση του οφειλέτη για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, αναφέρονται περισσότεροι πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών, αυτοί τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1049/2017 και 1978/2017).
Η κρινόμενη από 18-10-2019 (αρ. κατ.3/ 2019) αίτηση αναίρεσης της κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (αρθ.3.ν.3869/2010 σε συνδυασμό με το αρθ 739 επ. Κ.Πολ.Δ.) εκδοθείσης υπ' αρ. 6/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 σε συνδ.
με το άρθρο 553 παρ1 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα παραπάνω αφού, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην του τότε 2ου καθ' ου, ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, επιδόθηκε από το αναιρεσείον στον πρώτο αναιρεσίβλητο την 4-6-2019 ( βλ την με αριθ.4330β/4-6-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας Ι.
Λ.) και έκτοτε κινήθηκε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ως προς όλους τους διαδίκους. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 21-10-2019, ημέρα Δευτέρα. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, παρελθούσης της 30νθήμερης προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ' αυτής την 19-9-2019, μετά την αναστολή της προθεσμίας αυτής κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών από 1-7 μέχρι 15-9 δυνάμει του άρθρου 11 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 κώδικος περί δικών του Δημοσίου, και μη ασκηθέντος κατ' αυτής του ενδίκου μέσου της έφεσης (βλ το με αριθμό 198/2021 πιστοποιητικό του γραμματέα Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου), η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα στην νόμιμη προθεσμία που άρχισε την επομένη ημέρα μετά την λήξη της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης (20-9-2019) και έληγε την 21-10-2019, διότι η 20η/10 ήταν εξαιρετέα αφού ήταν Κυριακή (αρθ.144 Κ.Πολ.Δ.) Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσης του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεως του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεως του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι ή απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά, Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωση του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη, της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.6 Κ.Πολ.Δ. (αντίστοιχο του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου, με την προσβαλλόμενη παραπάνω με αριθμό 6/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών γεννήθηκε το έτος 1966, είναι έγγαμος με την Ι.
Τ., που γεννήθηκε το έτος 1970 και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, που γεννήθηκε το έτος 2005. Ο αιτών είναι αστυνομικός υπάλληλος και η σύζυγος του υπάλληλος στο ... Οι αποδοχές του αιτούντος ανέρχονται σε 1.434,92 ευρώ, οι δε αποδοχές της συζύγου του σε 1.178,16 ευρώ (βλ. τις βεβαιώσεις αποδοχών Οκτωβρίου 2018), υπερβαίνοντας έτσι το ποσόν των 2.500 ευρώ μηνιαίως.
Όπως προκύπτει από το πλέον πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2017 της Δ.Ο.Υ Μεσολογγίου, το συνολικό οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος (φορολογητέο εισόδημα αυτού και της συζύγου του πλέον αυτοτελώς φορολογούμενα ή αφορολόγητα ποσά μείον ποσό πληρωμής φόρου εισοδήματος) ανέρχονταν σε 42.939.87 ευρώ υπερβαίνοντας το ποσόν των 3.000 ευρώ μηνιαίως.
Εξάλλου, οι μηνιαίες βιοτικές του ανάγκες ανέρχονταν κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης σε 1.000 ευρώ, ήδη δε εμφανίζονται αυξημένες λόγω των εκπαιδευτικών και λοιπών αναγκών του ανήλικου τέκνου του αιτούντος. Όπως προκύπτει από την οικεία βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης του αιτούντος, αυτός έχει το 50% μιας μονοκατοικίας δευτέρου ορόφου επιφάνειας 149,05 τ.μ.
πλέον βοηθητικών χώρων 39,60 τ.μ. και έτους κατασκευής 2004. κτισμένης επί οικοπέδου 422 τ.μ., του οποίου αυτός έχει τη συγκυριότητα σε ποσοστό 50% που βρίσκεται στη θέση "..."…, το άλλο δε 50% ανήκει στη σύζυγο του. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος, ανέρχεται σε 119.439,82 ευρώ, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τον αιτούντα από 17.10.2018 έντυπο Κ2 υπολογισμός αξίας κτισμάτων με αντικειμενικά κριτήρια της Συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Μαρίας Σταυροπούλου και του ποσοστού του αιτούντος (1/2 ες αδιαιρέτου) σε 59.719.91 ευρώ.
Επί του ανωτέρω ακινήτου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης από το 3° των καθ' ων. Πέραν της κατοικίας αυτής ο αιτών δεν έχει άλλη ακίνητη περιουσία κατέχοντας μόνο ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας .... μάρκας FIAT 899 κυβικών εκατοστών και έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999, η αγοραία αξία του οποίου ανέρχεται κατά τα κοινώς γνωστά σε 1.000 ευρώ.
3. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ο αιτών είχε λάβει από τους καθ' ων τα κάτωθι δάνεια:1) Από τη δικαιοπάροχο της 1ης των καθ' ων ALPHA BANK ο αιτών έλαβε με την 00201205285014 σύμβαση ένα ανέγγυο δάνειο, από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσόν 17.719,95 ευρώ με μηνιαία δόση 186 ευρώ και με την ...
σύμβαση μια πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλει συνολικώς ποσόν 2.220.55 ευρώ με μηνιαία δόση 38.30 ευρώ και. επομένως, στην 1η των καθ' ων οφείλει συνολικώς ποσόν 19.940.50 ευρώ (βλ. την από 14.2.2014 βεβαίωση οφειλών της 1ης των καθ' ων), 2) από τη 2η των καθ ων έλαβε με την ... σύμβαση ένα καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσόν 7.451,74 ευρώ με μηνιαία δόση 111,90 ευρώ, με την ...
σύμβαση εγγυήθηκε για ένα καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσόν 592.62 ευρώ και μηνιαία δόση 48.20 ευρώ, με την ... σύμβαση έλαβε μια πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει συνολικώς ποσόν 555,84 ευρώ με μηνιαία δόση 11,10 ευρώ και με την ... σύμβαση έλαβε μια πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει συνολικώς ποσόν 0,07 ευρώ και, επομένως, η συνολική οφειλή του προς τη 2η των καθ ων ανέρχεται σε 8.600,27 ευρώ (βλ.
το .../20.11.2015 έγγραφο της 2ns των καθ' ων) και 3) από το 3ο των καθ' ων έλαβε ένα ενυπόθηκε στεγαστικό δάνειο με αριθμό λογαριασμού 01/96276. από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσόν 110.950,24 ευρώ και μηνιαία δόση 640,45 ευρώ και ένα ανέγγυο δάνειο μικροεπισκευών με αριθμό λογαριασμού 21/38696. από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσόν 9.136.18 ευρώ και μηνιαία δόση 121.61 ευρώ και.
επομένως. η συνολική του οφειλή προς το 3ο των καθ' ων ανέρχεται σε 120.086.42 ευρώ (Βλ. τις από 19.9.2018 καταστάσεις οφειλών του 3ου των καθ ων που το ίδιο προσκομίζει).
Συνεπώς, η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τους καθ' ων ανέρχεται σε 148.627.19 ευρώ με μηνιαία δόση 1.157,56 ευρώ. Ήδη. ο αιτών περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμής, αφού με τα προαναφερόμενα εισοδήματα του, τα οποία δεν προβλέπεται να βελτιωθούν στο μέλλον, σε συνδυασμό με τις αυξημένες βιοτικές του ανάγκες, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα ανωτέρω δάνεια, τα οποία ανέρχονται σε σημαντικό ύψος λαμβανομένου υπ' όψιν ότι από το ανωτέρω αναφερόμενο οικογενειακό εισόδημα πρέπει να εξυπηρετηθούν και οι δανειακές υποχρεώσεις της συζύγου του, οι οποίες ανέρχονται συνολικώς σε 94.762,00 ευρώ με μηνιαία δόση 866,39 ευρώ, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη ενέργεια του και, επομένως, η συνολική δόση που πρέπει να εξυπηρετηθεί από το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται σε 2.024.95 ευρώ.
Η αδυναμία δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προβάλλουν η 1η και το 3ο των καθ ων, αφού τα δάνεια του αιτούντος, στεγαστικά στο μεγαλύτερο μέρος τους. μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, που ανέρχονταν κατά το παρελθόν σε αρκετά μεγαλύτερο ύψος (βλ. ενδεικτικώς το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος χρήσεως 2012 με οικογενειακό εισόδημα 48.001.10 ευρώ." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον νομίμως πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό του τρίτου των καθ' ων, ήδη αναιρεσείοντος πιστωτή, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών, αφού έκανε δεκτό ότι ο αιτών περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμής, η οποία όμως δεν οφείλεται σε δόλο, διότι η συνολική οφειλή του αιτούντος ύψους 148.627,19 ευρώ, προεχρόμενη από δάνεια, όπως αναλυτικά το ύψος κάθε ενός και η μηνιαία δόση αναφέρεται στην απόφαση, μπορούσε να εξυπηρετηθεί από το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, ο οποίος είχε την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα, αφού τα εισοδήματά του ανερχόταν κατά το παρελθόν σε αρκετά μεγαλύτερο ποσό, το ύψος των οποίων ειδικότερα ενδεικτικά αναφέρεται στην απόφαση, στην οποία αναφέρονται και τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας και, επομένως, αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης είναι σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που να επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Με σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες και χωρίς την ανάγκη παράθεσης άλλων το δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά του, δεχόμενο ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του δεν οφείλεται σε ενδεχόμενο δόλο του.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της έλλειψης άλλης ανεπάρκειας αιτιολογιών, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου αναίρεσης και ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως οι από τον αριθμό 6 άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις του μοναδικού λόγου αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ότι χωρίς αιτιολογία άλλης με ελλιπείς αιτιολογίες το δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμα του περί μη συνδρομής του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου, αφού δεν αναφέρει με πληρότητα τα εισοδήματά του κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων και τον χρόνο συνομολόγησης αυτών ως και των δανειακών υποχρεώσεων της συζύγου του, πρέπει να απορριφθούν και μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, ανεξαρτήτως του ότι δεν αιτείται τέτοια ο πρώτος αναιρεσίβλητος, σε κάθε περίπτωση δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/10/2019 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3/2019) αίτηση για αναίρεση της 6/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ