Legislator Case Law & Legislation
185/2018 AI generated

185/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 185/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

185/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4344/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 4072/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον, με την από 2-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 185 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 185/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Γ. Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αντωνία Μαυρογεώργη-Πριονά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4344/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 4072/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον, με την από 2-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 577 παρ. 2, 309 εδα, 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 Κ.Πολ.Δ. η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσον της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, καθ' όσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση.

Περαιτέρω ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το γεγονός ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, διάδικος που δικάσθηκε ερήμην, άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, Ειδικώς όμως περί του Δημοσίου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων δεν μπορεί να γίνει σιωπηρώς, αλλά πρέπει να εκδηλωθεί σαφώς και με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 6 του Ν.3086/2002 "περί οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", με το οποίο ορίζεται ότι για την παραίτηση του Δημοσίου από την άσκηση ενδίκων μέσων πρέπει να υπάρξει γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής ή τμήματος του Ν.Σ.Κ.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσον. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3, 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι τυπικά και επομένως στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσον της αναίρεσης είναι μόνον η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Έτσι τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, που προβάλλονται παραδεκτώς. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται 1) η 4344/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και 2) η 4072/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας του τελευταίου, την έφεσή του κατά της εκκληθείσας παραπάνω πρωτόδικης απόφασης.

Με βάση τα προεκτεθέντα η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθ' όσον η απόφαση αυτή, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης, ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση. Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλομένης ερήμην του εκκαλούντος παραπάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, αφού δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης, ούτε βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή απ' αυτής, ούτε επίσης προσκομίζεται βεβαίωση της γραμματείας του αρμοδίου δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας, ούτε γνωμοδότηση, κατά τα προαναφερόμενα, της αρμόδιας επιτροπής, περί παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας.

Συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου είχε καταστεί κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης τελεσίδικη και πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ, 1, 2 1 Κ.Πολ.Δ.). Το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 173, 186 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύει το άρθρο 52 αρ. 8 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και της ΥΑ (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-3-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως 1) της 4072/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και 2) της 4344/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ