185/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated185/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως καλή πίστη εννοείτο η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα κυριότητας άλλων (ν. 8 παρ. 1/8 κωδ. (7.3) ν. 9 § 1 πανδ (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ (41.4), ν.6 παρ. 1 πανδ (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ (23.3) ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1) 10.15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 3 και 5 παρ. 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7, 4 παρ. 1 πανδ (51.4).
Full text
Απόφαση 185 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 185/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου :Οικοδομικού Συνεταιρισμού ..., με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κατερίνα Μαρίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2182/2007 του ιδίου Δικαστηρίου, 1715/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 10-6-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 16-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει όταν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται, αναιρετικά, με τις διατάξεις των αριθμών 8 εδα και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο, ως προς το ορισμένο της αγωγής έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου.
Περαιτέρω για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, απαιτείται από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ), ο καθορισμός κατά τρόπο λεπτομερή και σαφή της θέσεως στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων και της έκτασής του, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) του δικογράφου της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, το επίδικο ακίνητο περιγράφεται επακριβώς κατά έκταση, θέση και όρια, ώστε να μη γεννιέται καμμιά αμφιβολία για την ταυτότητά του και δη ως ακίνητο επιφάνειας 500 στρεμμάτων, που βρίσκεται μέσα στα όρια της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας και ήδη Δήμου … και εμφαίνεται στο επικαλούμενο και προσαρτώμενο, στον κτητικό του ενάγοντα τίτλο, τοπογραφικό διάγραμμα προσδιοριζομένων επακριβώς και των ορίων του.
Ενόψει τούτων δεν συνέτρεξε περίπτωση λήξεως υπόψη, ως προς το ορισμένο της αγωγής πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ούτε περίπτωση ακυρότητας του δικογράφου της αγωγής, λόγω αοριστίας, και δεν έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση, που την δέχθηκε ως ορισμένη, επικυρώνοντας κατά τούτο την συνεκκληθείσα μη οριστική, περί αποδείξεων υπ'αριθμ. 9011/1999 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 513 παρ. 2 ΚΠολΔικ).
Ενόψει τούτων οι αιτιάσεις του πέμπτου λόγου της αναιρέσεως περί αοριστίας της αγωγής, που επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και που άλλωστε λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου περί αοριστίας της αγωγής λόγω μη ακριβούς περιγραφής του επιδίκου, ως τμήματος μεγαλυτέρου ακινήτου, είναι απαράδεκτες γιατί δεν αφορούν στο επίδικο, αλλά στο εδαφικό τμήμα, του οποίου την αναγνώριση της κυριότητας επιδίωκε ο συνενάγων του αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού και μη ών διάδικος στην παρούσα δίκη, Γ.
Ζ. του Θ.. Επειδή με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος, που είχε ισχύ νόμου.
Ο ορισμός της έννοιας του δάσους, κατά το Ελληνικό δίκαιο, διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 1 του Ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας δασών" (ήτοι εδαφική έκταση, καλυπτόμενη εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, η οποία προορίζεται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων και επαναλήφθηκε έκτοτε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμου, διευρυνθείς ως προς τον δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις επικαλούμενες από αυτά λειτουργίες (ήτοι προσθήκη πέραν της οικονομικής και της οικολογικής λειτουργίας τους), ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 57 του ν. 3077/1924, 45 του ν. 4173/1929 (όπως τροπ.
με τα άρθρα 9 του αν 3/1935 και 1 του αν 857/1937), 1 του νδ 69/1969 και 3 του ν. 998/1979, ενώ οι πρόσθετες προϋποθέσεις που απαιτήθηκαν για τον χαρακτηρισμό του δάσους με το άρθρ. 1 του Ν. 3208/2003 έχουν κριθεί αντισυνταγματικές με τις υπ'αριθμ. 32/2013 και 34/2013 της Ολ.ΣτΕ. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΒΔ της 17/29.11.1836 συνάγεται ότι για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά τη διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου Β.Δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Τα δάση για τα οποία δεν υποβλήθηκαν τίτλοι ή υποβλήθηκαν, αλλά είτε δεν κρίθηκαν, είτε κρινόμενοι μη νόμιμοι ή άκυροι κλπ εκκρεμεί συνεπεία τούτου, η διαφορά στα δικαστήρια ή δεν έγινε σ'αυτά προσφυγή, χαρακτηρίζονται ως "διακατεχόμενα". Ο "διακάτοχος" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, που πρέπει να ερμηνευθούν, σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του ΒΡΔ, οι οποίες αναφέρονται στη "διακατοχή" συνήθως υπό την έννοια της νομής και του άρθρου 22 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", όπου η διακατοχή καθιερώνεται ως δικαίωμα, αντίστοιχο με εκείνο της νομής του Αστικού Κώδικα, ο διακάτοχος είναι νομέας και όχι κάτοχος του διαφιλονικούμενου δάσους.
Ως "διακατεχόμενα" προσέτι, χαρακτηρίζονται ορισμένα δάση από τους δασικούς κώδικες του ν. 4173/1929 (άρθρα 62, 93, 105, 107, 108, 131) αν. 2204/1940 (άρθρο 5), ν.δ. 86/1969 (άρθρα 156, 163 ν. 998/1979 (άρθρο 7) υπό άλλη ή υπό ασαφή συχνά έννοια (ΣτΕ 484/2014). Σε τέτοια δημόσια μεν, αλλά διακατεχόμενα δάση ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από τους διακατόχους - νομείς αυτών ιδιώτες, ή αναγνωρισμένες νομικές οντότητες, όπως δήμος, μοναστήρια κλπ, όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο, αγροτικό ή αστικό κτήμα σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ ΒΡ δίκαιο (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) με έκτακτη χρησικτησία.
Οι προϋποθέσεις αυτής ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη. Πράξεις νομής είναι οι εμφανείς και συνεχείς πράξεις που εκδηλώνουν τη βούληση εξουσιάσεως του νομέα πάνω στο ακίνητο, ήτοι με διάνοια κυρίου, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις.
Ως καλή πίστη εννοείτο η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα κυριότητας άλλων (ν. 8 παρ. 1/8 κωδ. (7.3) ν. 9 § 1 πανδ (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ (41.4), ν.6 παρ. 1 πανδ (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ (23.3) ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1) 10.15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 3 και 5 παρ. 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7, 4 παρ. 1 πανδ (51.4).
Την ύπαρξη καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Η ύπαρξη ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών, χωρίς αποτέλεσμα, στη διαδικασία του άρθρου 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα.
Ο τριακονταετής χρόνος της χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι τις 11.9.2015, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ'/1912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ.
της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση, μέχρι και την 11.9.1915, έκτακτης χρησικτησίας επί δασικής εκτάσεως, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε κατ'αυτόν τον τρόπο, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι, επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ'αυτών καμία πράξη νομής, ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής, ότι το Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει κύριος όλων των δασών της χώρας, τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά και ότι μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ'εαυτή ως διακατοχική πράξη.
Εξ αντιδιαστολής βέβαια συνάγεται ότι, οι από της 11.9.1915 και εφεξής πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος δεν είχαν καμμία αξία ως προς την δια έκτακτης χρησικτησίας κτήση κυριότητας, εφόσον, εάν δεν έχει επέλθει αυτή μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία (11.9.1915) δεν δύναται να συμπληρωθεί ο προς χρησικτησία χρόνος και να αποκτηθεί κυριότητα κατά τον μετέπειτα χρόνο.
Περαιτέρω ο από τη διάταξη του άρθρου 59 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011). Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 9/2016).
Ο ίδιος λόγος είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ'αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ'ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ουσία της υποθέσεως και ιδιαίτερα ως προς τα αποτελούντα αντικείμενο των αναιρετικών λόγων ζητήματα της διακατοχής του επιδίκου και της αποκτήσεως από την απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντα - αναιρεσίβλητου, ήτοι την Ιερά Μονή Πεντέλης, της κυριότητας του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. "Το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση πεντακοσίων περίπου στρεμμάτων, βρίσκεται στην ανατολικοδυτική πλευρά της ..., σχεδόν επί της Εθνικής Οδού ...
και δυτικά αυτής και περιγράφεται επακριβώς, στο προσαρτημένο στο υπ'αριθμ. .../17.5.1955 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου … Α. Μ., στο από 4-5-1954 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Γ. Κ., πλην μιάς επακριβώς περιγραφομένης εκτάσεως 882 τμ. Ολόκληρο το ως άνω ακίνητο των 500 στρεμμάτων περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ενάγοντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού, με το νόμιμα μεταγραφέν υπ'αριθμ. 1.../26.7.1955 συμβόλαιο του συμ/φου … Δ.
Κ., (με το νόμιμα μεταγραφέν υπ'αριθμ. .../26.7.1955 συμβόλαιο του συμ/φου Πειραιώς Δ. Κ.), με αγορά από τον Π. Ξ., ο οποίος το είχε αποκτήσει, επίσης με αγορά, από την Ιερά Μονή Πεντέλης, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ'αριθμ. .../17.5.195 συμβόλαιο του συμβ/φου … Α. Μ., ως τελευταίος πλειοδότης, κατά τη διενεργηθείσα στις 4.10.1953 σχετική πλειοδοτική δημοπρασία εκποίησής του ...............................................................................................
Η πωληθείσα στον Π. Ξ. από την Ιερά Μονή Πεντέλης έκταση των 500 στρεμμάτων, αποτελεί τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου κτήματος της τελευταίας (Ιεράς Μονής Πεντέλης), ονομαζομένου "Γ." ή "Χ.", εκτάσεως πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασότοπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, συνορευόμενο παλαιότερα ανατολικώς με …, βορείως με κτήμα ..., μεσημβρινώς με Α., Π.
και Κ. Σ., δυτικώς με Ν. Σ., ... και κτήμα .... Η Ιερά Μονή Πεντέλης απέκτησε το μείζον αυτό κτήμα, κατά το έτος 1600 περίπου, από ένα Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοραπωλησίας, οι οποίοι, όμως, καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και εξουσίαζε τούτο έκτοτε συνεχώς ως ενιαίο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη δασική έκταση των 500 στρεμμάτων μέχρι την 11η-9-1915, αλλά και πέραν αυτής με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και στη μορφολογία διακατοχικές πράξεις, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή αμφισβήτηση από το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Ειδικότερα δε με τα αρμόδια όργανά της επέβλεπε και προστάτευε τούτο από επεμβάσεις ή διεκδικήσεις τρίτων, φρόντιζε για τη φύλαξή του με την πρόσληψη φυλάκων, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς ή καλλιεργητές αντίστοιχα, ενώ στις δασικές εκτάσεις του, όπως είναι η πωλούμενη στο δικαιοπάροχο του εκκαλούντος Συνεταιρισμού Π.
Ξ., έκταση των 500 στρεμμάτων, συνέλεγε τη ρυτίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε σε τρίτους το δικαίωμα ρυτινοσυλλογής, υλοτομίας των δένδρων του, παραγωγής καυσοξύλων ή ξυλανθράκων και μεταβίβαζε κατά κυριότητα τμήματα αυτού σε τρίτους, μετά τη χορήγηση των απαιτούμενων, σε κάθε περίπτωση, αδειών εκμετάλλευσης, εκμίσθωσης, παραχώρησης, η εκποίησης από τις αρμόδιες αρχές του Δημοσίου, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση, μέχρι μεν την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), ότι με την κτήση της νομής του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το εν λόγω ακίνητο, μέσα στα όρια του οποίου περιλαμβανόταν η προπεριγραφόμενη έκταση των 500 στρεμμάτων, δεν προσέβαλε το δικαίωμα άλλου επί τούτου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό (ολόκληρο ή τμήμα του), μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχε αποκτήσει κυριότητα στο μείζον αυτό ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται ολόκληρη η πωλούμενη προς το δικαιοπάροχο του εκκαλούντος Συνεταιρισμού έκταση των 500 στρεμμάτων.
Τις πράξεις δε αυτές τα αρμόδια όργανα της Ιεράς Μονής Πεντέλης ενεργούσαν για λογαριασμό της με διάνοια κυρίας, έχοντας τη θέληση να εξουσιάζει και εκμεταλλεύεται ως ιδιοκτήτρια ολόκληρο το παραπάνω μείζον ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα του. Έτσι, λόγω της προαναφερόμενης καταστροφής των τίτλων, αγοραπωλησίας του μείζονος ως άνω ακινήτου, από τη Μονή ..., με διαταγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως, συντάχτηκαν τα έτη 1836 και 1837, ως "μαρτυρικά", έγγραφα οι επικαλούμενοι από τους διαδίκους δύο κώδικες, που σώζονται μέχρι σήμερα.
Απ' αυτούς, ο ένας έχει αριθμό πρωτοκόλλου 662 και φέρει την από Φεβρουαρίου 1836 θεώρηση του Επαρχιακού Διευθυντή Αττικής και ο δεύτερος, υπό τον τίτλο "Κώδιξ Μέγας της Ιεράς Μονής Παναγίας Πεντέλης ", φέρει χρονολογία 31-3-1837, θεώρηση του Ηγουμενοσυμβουλίου με αριθμ. πρωτ. 40 και χρονολογία 1-4-1837, όπως επίσης θεώρηση με χρονολογία 20-6-1909 του Τμηματάρχη του Εκκλησιαστικού Τμήματος του τότε Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.
Τα έγγραφα αυτά, που αναφέρονται στο αντίγραφο της από 2-10-1987 εισήγησης του Αρεοπαγίτη Ευαγγέλου Ανδριανού, προς το Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών και το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Δ.8089/2352/1978 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών- Γεωργίας, δεν αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας, έχουν όμως ιδιαίτερη αξία ως αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με τις εκτάσεις που νεμόταν και κατείχε η Ιερά Μονή Πεντέλης, (στις οποίες περιλαμβάνεται το άνω μείζον ακίνητο), δεδομένου ότι συντάχθηκαν από Δημόσια υπηρεσία, (την Επιτροπή β.δ.
της 1-12-1834), με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων των πλησίον χωρίων, οι οποίοι προφανώς δεν είχαν συμφέρον να επεκτείνουν τα όρια των κτημάτων της Μονής. Ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ότι οι κώδικες αυτοί έχουν νοθευτεί από άτομα που είχαν τη δυνατότητα εύκολης πρόσβασης σε αυτούς και συγκεκριμένα από άτομα του στενού περιβάλλοντος της Μονής, με αποτέλεσμα να στερούνται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης, δεν επιβεβαιώνεται από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, συμπεριλαμβανομένης και της από 7-5-1980 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ.
Τ., που επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του, καθόσον αυτή αφορά την περιεχόμενη στην ένατη (9) σελίδα του Μεγάλου Κώδικα φράση "Βράχον ... ως εστί και ευρίσκεται" η οποία πράγματι, κατά το συμπέρασμά της έχει γραφεί σε χρόνο διάφορο του κειμένου, μη δυναμένου να προσδιοριστεί και δεν προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο που έγραψε το κείμενο, πλην, όμως, τούτο και αληθές υποτιθέμενο, δεν αρκεί για να ανατρέψει όσα προαναφέρθηκαν.
Επιπλέον, σύμφωνα με την ως άνω από 2-10-1987 εισήγηση του Αρεοπαγίτη Ευάγγελου Ανδριανού στην κατάσταση των πινάκων υλοτομίας του δάσους "Χ." του Δασονομείου Αττικής, το δάσος αυτό αναφέρεται κατά τα έτη 1842- 1844 ως διαφιλονικούμενο, το 1853 ως μοναστηριακό, κατά τα έτη 1857, 1858, 1881 και 1882 ως εκκλησιαστικό, κατά τα έτη 1875, 1882 και 1883 ως εθνικό, για το έτος 1866 με επιφύλαξη και για τα υπόλοιπα έτη ήτοι 1864, 1865, 1867, 1869- 1874, 1877- 1879, 1883 και από το 1884 συνεχώς μέχρι και το 1901 ως ιδιόκτητο.
Το 1884 το Ηγουμενοσυμβούλιο της Ιεράς Μονής Πεντέλης, με την υπό στοιχεία ΞΝ'/16-1-1884 πράξη του, δώρισε στο Ελληνικό Δημόσιο έκταση 1337 στρεμμάτων και 325 μέτρων του κτήματος "Χ." για την ίδρυση λωβοκομείου. Η δωρεά αυτή εγκρίθηκε με το από 31-1-1884 β. δ/γμα, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 45/3-2-1884), στο οποίο αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη έκταση αποτελεί τμήμα του ανήκοντος στη Μονή, "κειμένου δε εν τω κατά τον Μαραθώνα κτήματι της Μονής, τω γνωριζομένω υπό την επωνυμίαν "Χ.", πλην όμως, λόγω ακυρότητας της δωρεάς, ως μη γενομένης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το 1895 η Μονή άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 15-6-1895 αγωγή διεκδικήσεως της κυριότητας της ανωτέρω εκτάσεως των 1.337,325 στρεμμάτων.
Η αγωγή αυτή μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 7550/1895 προδικαστικής απόφασης του πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 4033/1897 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, αναγνωριζομένης της Μονής κυρίας της επίδικης έκτασης, διατάχθηκε η εγκατάσταση αυτής στη νομή της, με την αντίστοιχη αποβολή του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η απόδοση των εξαχθέντων καρπών από την κοινοποίηση της αγωγής μέχρι εγκαταστάσεως της ενάγουσας κατά την αγοραία αξία τους, υποχρεώνοντας προς τούτο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σε λογοδοσία, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της.
Με το υπ' αριθμ. .../1912 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Α. Γ., που επακολούθησε, έγινε συμβιβασμός μεταξύ των ως άνω διαδίκων (Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Μονής Πεντέλης), οι οποίοι συνομολόγησαν, πλην άλλων, ότι, μετά την επέλευση τελεσιδικίας για τα οριστικώς κριθέντα κεφάλαια της υπ' αριθμ. 4033/1897 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αποδεχόμενη την αγωγή της Μονής Πεντέλης, "ανεγνώρισε την νομήν και κυριότητά της επί του όλου κτήματος "Χ." και διέταξε την επί του καταληφθέντος υπό του Δημοσίου τμήματος τούτου εγκατάστασιν της Μονής Πεντέλης", η τελευταία εγκαταστάθηκε στο επίδικο κτήμα την 3η-5-1898.
Η ανωτέρω απόφαση δεν αποτελεί, βέβαια, δεδικασμένο ως προς όλη την έκταση του κτήματος "Γ.", αφού τότε δεν ήταν επίδικη όλη η έκταση αυτού, αποτελεί, όμως, δεδικασμένο για το τμήμα των 1337,325 στρεμμάτων και για τα επί τούτου δικαιώματα της Μονής, που κρίθηκαν, τα οποία δεν, καταλύθηκαν με νεότερες ενέργειες του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι το τελευταίο, κατά τη δίκη εκείνη, δεν προέβαλε δικαίωμα κυριότητας με το από 17-11/1-12-1836 β.
δ/γμα ή το από 15-12- 1833 β. δ/γμα, (που αφορούσε τους βοσκοτόπους) ή με την ιδιότητα του διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 6/7-7-1830 και της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832 ή βάσει δικαιώματος πολέμου ως εγκαταλειφθέν από άγνωστο Οθωμανό. Επίσης, η Ιερά Μονή Πεντέλης με την από 19-7-1902 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενη ότι κατέχει με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από την ίδρυσή της το έτος 1560 το κείμενο στην περιφέρεια του Δήμου … και … κτήμα της, καλούμενο Χ.
και …, που συνορεύει προς ανατολάς με …, δυτικώς με το κτήμα της Μονής …, αρκτικώς με κτήμα ..., μεσημβρινώς με κτήμα ..., περιέχον γαίες καλλιεργούμενες και μη, ελαιώνες και δάση από πεύκα, πρίνα, κουμαριές και λοιπά δένδρα, αλλά το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από τον Οκτώβριο 1901 και Μάρτιο 1902 με τους ανθρώπους του και ιδίως τον Π.
Β., στους οποίους χορήγησε άδειες υλοτομίας, αυθαιρέτως, παρανόμως και χωρίς δικαίωμα έκοψε από το αναφερόμενο δάσος περισσότερες των 100.000 αγριελιές, ηλικίας 10 έως 100 ετών διαταράσσοντας με τον τρόπο αυτόν την ήσυχη και ανεπίληπτη διακατοχή της επί του εν λόγω κτήματος, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί το Δημόσιο να πάψει τη διατάραξη της, επί του ανωτέρω κτήματος, διακατοχής της.
Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 15-12-1907, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7597/1908 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού έκρινε ότι από τα προσκομιζόμενα στοιχεία, αποδεικνύεται πλήρως η επί του επιδίκου ανεπίληπτη νομή της ενάγουσας Μονής και, παράλληλα, πιθανολογείται η γενόμενη από το Δημόσιο διατάραξη, δεχόμενο κατά τούτο την αγωγή, υποχρέωσε το Δημόσιο να πάψει τη διατάραξη της διακατοχής της ενάγουσας Μονής επί του περιγραφόμενου στην αγωγή κτήματος, με απειλή χρηματικής ποινής δρχ. 10.000.
Επιπλέον, με το από 25-1-1933 β. δ/γμα (ΦΕΚ 39/14-2-1933, τ. Α) "περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της Ιεράς Μονής Πεντέλης - Αρχιεπισκοπής Αθηνών", που εκδόθηκε κατόπιν προτάσεως του επί της Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού, ορίστηκε "διατηρητέα μεν περιουσία, παραμένουσα εις την διαχείρισιν της Ιεράς Μονής Πεντέλης, ως απαραίτητος προς χρήσιν αυτής", πλην άλλων, τμήμα του δάσους "Χ." και ως εκποιητέα, μεταξύ άλλων, το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου δάσους κατά σχεδιάγραμμα, (π.ρ.β.λ.
Α.Π. 1338/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ενόψει των εκτεθέντων, η δικαιοπάροχος του εκκαλούντος Ιερά Μόνη Πεντέλης κατέστη κυρία του παραπάνω μείζονος κτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, με χρησικτησία, (έκτακτη, κατά το προγενέστερο δίκαιο) και ήδη την 11η-9-1915 ανήκε στην κυριότητά της ως νεμόμενη μέχρι τότε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, όπως έχει, άλλωστε, κριθεί με τις υπ' αριθμ. 3631/1988 και 4488/1998 αμετάκλητες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, απορριπτομένων των κατά αυτών αναιρέσεων του Ελληνικού Δημοσίου με τις υπ' αριθμ. 1257/1990 και 1146/1999 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα.
Με τα δεδομένα αυτά, το γεγονός ότι η Ιερά Μονή Πεντέλης δεν τήρησε την προβλεπομένη στο άρθρο 3 του β. δ/τος της 17/29-11-1836 διαδικασία υποβολής των νόμιμων τίτλων ιδιοκτησίας της στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση, εντός της οριζόμενης ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή του (Φ.Ε.Κ. 69/1-12-1836), δεν έχει έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, αφού, μετά την παράλειψή της αυτή, που είχε σαν συνέπεια τα δασικά τμήματα του εν λόγω μείζονος κτήματος να θεωρούνται ως αδιαφιλονίκητα εθνικά, παραμένοντας στην κατοχή τους, εξακολούθησε να νέμεται αυτά, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την 11η-9- 1915, οπότε, κατά τα εκτεθέντα, απέκτησε την επί τούτων κυριότητα, όπως της υπόλοιπης μείζονος έκτασης του συγκεκριμένου κτήματος, δεδομένου ότι η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ήταν επιτρεπτή, υπό τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας προϋποθέσεις, που αποδείχτηκαν.
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν πλέον εφαρμογή, για το επίδικο ακίνητο, οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και πάντως μετά την 11η-9-1915 δασικών κωδίκων, σύμφωνα με τις οποίες το δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια γενικά βάση, έστω και αν δεν έχει ενεργήσει πράξεις νομής και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί νομή με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 85/2003).
Άλλωστε, τις ως άνω διακατοχικές πράξεις εξακολούθησε να ασκεί συνεχώς η Ιερά Μονή Πεντέλης, με την πεποίθηση ότι ήταν κυρία μέχρι την 17η-5-1955, που μεταβίβασε στον Π. Ξ. την προπεριγραφόμενη έκταση των 500 στρεμμάτων του εν λόγω μείζονος κτήματος "Γ." ή "Χ.", χωρίς ποτέ μέχρι τότε να αμφισβητηθεί η ήδη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση από το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδεμία διακατοχική πράξη έχει ασκήσει επί της έκτασης αυτής, αλλά, αντίθετα, θεωρώντας αυτή ως ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε ρητώς ή σιωπηρώς την Ιερά Μονή Πεντέλης ως ιδιοκτήτρια, εγκρίνοντας μάλιστα τη μεταβίβαση και κατάτμησή της, τόσο στον άμεσο δικαιοπάροχο του εκκαλούντος Π.
Ξ., όσο και στον ίδιο τον εκκαλούντα Συνεταιρισμό με την έκδοση των προαναφερομένων Υπουργικών αποφάσεων. ...
Συνακόλουθα τούτων, η Ιερά Μονή Πεντέλης ως αποκλειστική κυρία της συγκεκριμένης έκτασης των 500 στρεμμάτων, εγκύρως μεταβίβασε αυτήν στον πλειοδότη της γενομένης προς τούτο δημοπρασίας, Π. Ξ. Ξ., ο οποίος αφού έγινε, έτσι, αποκλειστικός κύριος της ίδιας έκτασης, νομίμως μεταβίβασε αυτή στη συνέχεια προς τον ενάγοντα Συνεταιρισμό και ο τελευταίος νομίμως απέκτησε επ'αυτής πλήρες δικαίωμα κυριότητας ............................................................................................".
Από τις προεκδοθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία μετά από αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δίκασε εκ νέου την αγωγή την οποία και δέχθηκε ως βάσιμη, προκύπτει ότι ως προς το αποτελούν αντικείμενο του πρώτου αναιρετικού λόγου ζήτημα της διακατοχής του επιδίκου, το Εφετείο δέχθηκε ότι η διακατοχή του επιδίκου από την απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος Συνεταιρισμού, έχει την έννοια της νομής του επιδίκου και ότι οι επικαλούμενες πράξεις διακατοχής αντιστοιχούν στις πράξεις νομής του Αστικού Κώδικα, που εφόσον ανελέγκτως κρίθηκε ότι έγιναν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατά την προηγηθείσα της 11.9.1915 τριακονταετία, προσπόρισαν στην εν λόγω δικαιοπάροχο κυριότητα επί του επιδίκου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις του ΒΡΔ, στις οποίες, όπως και στις λοιπές εκτιθέμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, η διακατοχή αντιστοιχεί προς τη νομή ούτε τις επικαλούμενες διατάξεις των δασικών κωδίκων, αφού κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η αναφορά αυτών σε διακατοχή είναι ασαφής. Ενόψει τούτων, ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ασκήσεως από την απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ιερά Μονή ... πράξεων νομής με καλή πίστη στο περιλαμβάνον και το επίδικο μεγαλύτερο ακίνητό της, ήτοι το κτήμα "Γ." ή "Χ.", για τον απαιτούμενο κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ χρόνο χρησικτησίας, οι οποίες πράξεις επαρκώς δικαιολογούν την άσκηση νομής και στο επίδικο για τις επί του οποίου πράξεις νομής γίνεται ειδικότερη αναφορά και ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του τέταρτου λόγου, κατά τις οποίες και υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι "η μη τήρηση από την προαναφερθείσα δικαιοπάροχο του ενάγοντα (Ι.Μ. ...) της προβλεπόμενης από το άρθρο 3 του Β.Δ/τος της 17/29.11.1836 διαδικασίας δεν έχει έννομη επιρροή, αφού αυτή παρέμεινε στην κατοχή του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη", καθόσον "η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής την καθιστούσε κακόπιστη νομέα, αφού γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η έκταση που διεκδικούσε δεν είχε αναγνωρισθεί ως ιδιωτική και αυτή είχε εύλογο συμφέρον να εξασφαλίσει τα δικαιώματά της στο περιλαμβάνον και το επίδικο πολλών χιλιάδων στρεμμάτων μεγαλύτερο ακίνητό της, αφού κατά τους ισχυρισμούς της οι τίτλοι της είχαν καταστραφεί", είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως του επικαλουμένου Β, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τη συναχθείσα από αυτές καλή πίστη της εν λόγω δικαιοπαρόχου καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η υποβολή των τίτλων δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την περί τα πράγματα κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη, κατά τη συνείδηση του νομέα και συνακόλουθα πλήττουν την περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔικ, και όπως τούτο ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής (1999), ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε γι'αυτά απόδειξη. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί.
Η πρώτη περίπτωση της διατάξεως αυτής ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.
Η δεύτερη περίπτωση ιδρύεται αν το δικαστήριο παρέλειψε να διατάξει τακτική απόδειξη, με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση, η οποία κατά τον προαναφερθέντα χρόνο ασκήσεως της αγωγής προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔικ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο "συμπερασματικά και χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ότι η Ιερά Μονή Πεντέλης ασκούσε στην επίδικη έκταση, τις προσιδιάζουσες στη δύση της πράξεις νομής, για το λόγο ότι ασκούσε αντίστοιχες πράξεις νομής στις λοιπές δασικές εκτάσεις του μείζονος κτήματος".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις του, ενόψει του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (1999) και της τότε επιβαλλομένης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 341 ΚΠολΔικ), δεν αφορούν στο ότι δεν τέθηκαν θέματα αποδείξεως ή στο ότι δεν προσκομίστηκαν αποδείξεις, αλλά στο ότι το εξαχθέν από αυτές, συμπερασματικά, πόρισμα, δεν είναι σύμφωνο με εκείνο, που κατά την άποψη του αναιρεσείοντος Δημοσίου, προκύπτει από τις αποδείξεις.
Ήτοι οι εν λόγω αιτιάσεις αφορούν σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου περί μη επαρκούς αιτιολογήσεως των αποδειχθέντων ως προς τις διενεργούμενες στο περιλαμβάνον και το επίδικο μεγαλύτερο ακίνητο πράξεις νομής δεν ιδρύουν την ερευνώμενη ή κάποια άλλη αναιρετική πλημμέλεια.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τρίτος), καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ'αριθμ. 134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.6.2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Οικοδομικού Συνεταιρισμού ..., με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1715/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ