185/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated185/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Full text
Απόφαση 185 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 185/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γουλά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΕ-ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ-ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΔΕΡΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 276/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-11-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 18-8-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ.... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Λαρίσης Ο. Μ.-Σ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (29-9-2014) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου δια της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
Α.Π. 3/1997), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής (ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως) ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται επίσης ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά ή συμπληρωματικά της αγωγής περιστατικά, τα οποία προεβλήθησαν παραδεκτώς δια των προτάσεων ή προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στους αγωγικούς ισχυρισμούς.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 713 και 719 του Α.Κ. συνάγεται ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και να αποδώσει σ' αυτόν ο,τιδήποτε απέκτησε από την εκτέλεση της, η σχετική δε αξίωση του τελευταίου υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, (άρθρο 249 Α.Κ.), ακόμη και αν οι συμβαλλόμενοι είναι έμποροι (Α.Π. 738/1993).
Η σύμβαση της εντολής, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μάλιστα συμβολαιογραφικό, αλλά μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (Ολ.Α.Π. 104/1975). Εξ άλλου, όταν, κατά τις ειρημένες διατάξεις, ο εντολέας ζητεί από τον εντολοδόχο να του αποδώσει εκείνο που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 106, 111, 118 παρ. 4, 216 παρ. 1 και 335 του Κ.Πολ.Δ., για τη διαδικαστική πληρότητα της ιστορικής βάσεως της αγωγής να προσδιορίζονται σ' αυτή, κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, η σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενο της και δη το είδος της υποθέσεως που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, καθώς και ό,τι o τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της.
Άλλα στοιχεία, όπως ο χρόνος και ο τόπος καταρτίσεως της συμβάσεως, οι δαπάνες κτήσεως του αποκτηθέντος, η εκ των προτέρων καταβολή αυτών υπό του εντολέως κ.λ.π., εφ' όσον δεν συνδέονται με άλλο νομικό γεγονός, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και η παράλειψη αναφοράς τους δεν επηρεάζει το παραδεκτό αυτής (Α.Π. 1122/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αφού, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας ερειδόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και ως μη νόμιμη, την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού πρώτη επικουρική βάση αυτής, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, ως προς την δεκτή γενόμενη επικουρική βάση, της αγωγής, στηριζόμενη στις περί εντολής διατάξεις, τα εξής : "Στις 4-12-1998, με τη μεσολάβηση του εναγομένου, ως μεσίτη, καταρτίσθηκε, στον Τύρναβο, σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας και της ιταλικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία " LAMBERTI PELLI S.R.L.", δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και να παραδώσει, λόγω πωλήσεως, στη δευτέρα 1.000 δέρματα προβάτων ακατέργαστα και δέρματα βοδινά ακατέργαστα..., καθαρού βάρους 24.900 κιλών, αντί συνολικού τιμήματος 7.621.400 δρχ.
και ήδη 22.366,54 ευρώ, το οποίο η αγοράστρια εταιρία ανέλαβε να πληρώσει εντός προθεσμίας επτά ημερών από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου πωλήσεως...και την παράδοση...των εμπορευμάτων προς αποστολή στην Ιταλία. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως, η μεν ενάγουσα πωλήτρια εξέδωσε το με αριθ. ... τιμολόγιο πωλήσεως και παρέδωσε τα εμπορεύματα προς αποστολή...,η δε αγοράστρια εταιρία κατέβαλε εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, και δη στις 7-12-1998, το τίμημα, με κατάθεση στο λογαριασμό του εναγομένου, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος...
Η πληρωμή του τιμήματος έλαβε χώρα με καταβολή στον εναγόμενο, διότι είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο με δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Γ. Μ., προς το νόμιμο εκπρόσωπο της αγοράστριας εταιρίας... Η εξουσιοδότηση δε του εναγομένου έλαβε χώρα ενόψει του ότι είχε προηγηθεί σύμβαση εντολής μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, δυνάμει της οποίας είχε αυτός αναλάβει την υποχρέωση να εισπράξει το τίμημα για λογαριασμό της και στη συνέχεια να της το αποδώσει, πράγμα σύνηθες στις συναλλαγές που πραγματοποποιούνται με τη διαμεσολάβηση του εναγομένου, ως μεσίτη....
Όσον δε αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από την σύμβαση εντολής, αυτή είναι αρκούντως ορισμένη, διότι εκτίθεται με σαφήνεια από την ενάγουσα ότι, δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου, ανατέθηκε στον τελευταίο να εισπράξει το τίμημα εκ της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως από την αγοράστρια αντισυμβαλλομένη της ενάγουσας στην εν λόγω πώληση, πράγμα που αυτός έπραξε, και συνεπώς υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το εισπραχθέν ποσόν του τιμήματος.
Επομένως η ενάγουσα προσδιόρισε επαρκώς την επικαλούμενη σύμβαση εντολής, το περιεχόμενο της και το αποκτηθέν από την εκτέλεση της, και ως εκ τούτου ανέφερε όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία... για το ορισμένο της ως άνω βάσεως της αγωγής και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, η αγωγή, κατά τη βάση της αυτή είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 346, 713, 719 ΑΚ και 176 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Μετά ταύτα, από τις ανωτέρω αποδείξεις πλήρως αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων, αρχές Δεκεμβρίου του έτους 1998, είχε καταρτισθεί σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος, ως εντολοδόχος, είχε αναλάβει την υποχρέωση, για λογαριασμό της ενάγουσας, ως εντολέως, να εισπράξει από την ως άνω αγοράστρια ιταλική εταιρία "LAMBERTI PELLI S.R.L.", το ποσόν του συμφωνηθέντος τιμήματος από την προεκτεθείσα σύμβαση πωλήσεως που είχε καταρτίσει η τελευταία με την ενάγουσα πωλήτρια εταιρία, με σκοπό να αποδώσει, στη συνέχεια τούτο στην ενάγουσα.
Ενόψει αυτού, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, Γ. Μ., κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως (4-12-1998), με δήλωση του προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της αγοράστριας εταιρίας, παρέσχε εξουσιοδότηση προς τον εναγόμενο, ο οποίος παρίστατο στη σύμβαση, ως διερμηνέας της ιταλικής γλώσσας, προκειμένου να εισπράξει αυτός, ως τρίτος, το τίμημα από την αγοράστρια εταιρία.
Επί τη βάσει της εξουσιοδοτήσεως και ύστερα από έκδοση του 7700236/NL διεθνούς εντάλματος πληρωμής της Συνεταιριστικής Τράπεζας Α. Σ., πράγματι ο ενάγων (εναγόμενος) εισέπραξε το τίμημα εκ της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως για λογαριασμό της ενάγουσας πωλήτριας από την αγοράστρια εταιρία, πράγμα που και ο ίδιος συνομολόγησε, και ως εκ τούτου η ομολογία του συνιστά πλήρη απόδειξη περί αυτού....
Όμως, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το άνω ποσόν του τιμήματος που εισέπραξε από την αγοράστρια εταιρία, ήτοι το ποσόν των 7.621.400 δρχ. και ήδη 22.366,54 ευρώ, απέδωσε στην ενάγουσα, εκπληρώνοντας την υποχρέωση του εκ του άρθρου 719 Α.Κ....
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί αποδόσεως στην ενάγουσα του ποσού των 22.366,54 ευρώ που απέκτησε αυτός από την εκτέλεση της εντολής, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση παραγραφής της σχετικής αξιώσεως της ενάγουσας που προέβαλε, ομοίως, ο εναγόμενος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η αξίωση αυτή έχει ως βάση τη σύμβαση εντολής και υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή της Α.Κ. 249, ο χρόνος της οποίας άρχισε στις 7-12-1998, όταν ο εναγόμενος εισέπραξε το επίμαχο τίμημα, και δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή κατά την ως άνω βάση της από τη σύμβαση εντολής και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 22.366,54 ευρώ, το οποίο αυτός απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση..." Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την παραδοχή της εκ της συμβάσεως εντολής επικουρικής βάσεως της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι τοιαύτη βάση δεν προεβλήθη με την ένδικο αγωγή, και συνεπώς το Εφετείο εκτιμώντας ότι η βάση αυτή εμπεριέχεται στην αγωγή και ότι τυγχάνει νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.8 περ.α' Κ.Πολ.Δ. .
Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει σαφώς η επικουρική δι' αυτής επίκληση συμβάσεως εντολής μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας ανετέθη παρά της εναγούσης στον εναγόμενο η είσπραξη του τιμήματος πωλήσεως των εμπορευμάτων από την αγοράστρια ιταλική εταιρεία "LAMBERTI PELLI S.R.L.".
Τούτο δε συνάγεται ειδικότερα από τα κατωτέρω παρατιθέμενα αποσπάσματα του αγωγικού δικογράφου : "...Η εξεύρεση της εν λόγω εταιρίας, ως υποψήφιας αγοράστριας, οι διαπραγματεύσεις και η ολοκλήρωση της συμφωνίας έγιναν παρουσία του εναγομένου, ο οποίος ενεργούσε τόσο ως διαμεσολαβητής - μεσίτης όσο και ως μεταφραστής, καθώς ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπος μου γνώριζε την ιταλική γλώσσα ούτε ο εκπρόσωπος της ιταλικής εταιρίας γνώριζε ελληνικά, δεν υπήρχε δε έτερη, κοινή, ομιλούμενη από αμφότερους του συμβαλλομένους γλώσσα, ώστε να μπορούμε να συνεννοηθούμε χωρίς την διαμεσολάβηση του εναγομένου...Ο εναγόμενος όμως αφού κατατέθηκαν τα χρήματα αυτά στον λογαριασμό του τα ιδιοποιήθηκε, αποκρύπτοντας μου το γεγονός της κατάθεσης και αφήνοντας με να πιστεύω για μεγάλο χρονικό διάστημα πως η αγοράστρια εταιρία φάνηκε ασυνεπής και πως ακόμη μου όφειλε το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης, πεποίθηση που με οδήγησε να εγείρω εναντίον της αγοράστριας...αγωγή...
επί της οποίας εκδόθηκε... η 126/2004 οριστική απόφαση, η οποία δέχτηκε ότι η αγοράστρια κατέβαλε το τίμημα της ως άνω πωλήσεως στον εξουσιοδοτηθέντα από εμένα προς τούτο εναγόμενο στις 7-12-1998... Τούτο δέχτηκε με δύναμη δεδικασμένου και η 426/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας... Επειδή άλλως και επικουρικότερα και στην περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριο Σας πως ο εναγόμενος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος μου και εντολοδόχος μου τόσο στην ως άνω κατάρτιση της σύμβασης πώλησης όσο και κατά την είσπραξη του ποσού των 22.366,54 ευρώ και πως υπήρξε μεταξύ μας συμφωνία περί κατάθεσης του τιμήματος της πώλησης στον λογαριασμό του και πάλι οφείλει να μου αποδώσει κατά τις διατάξεις της εντολής (άρθρα 713 επ) το ποσό των 22.366,54 ευρώ που περιήλθε σ' αυτόν κατά την εκτέλεση της ανατιθέμενης σ' αυτόν εντολής, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας μέχρι εξοφλήσεως.
Η εν λόγω αξίωση μου μάλιστα από συμβατική ενοχή δεν επηρεάζει την πρώτη αγωγική βάση από αδικοπραξία, η οποία περιέχει περισσότερα στοιχεία από τη δεύτερη..." . Επομένως το Εφετείο, εκτιμώντας με την προσβαλλομένη απόφαση του ότι στο δικόγραφο της ενδίκου αγωγής σωρεύεται επικουρικώς βάση από την σύμβαση εντολής, η οποία είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη αφού περιέχει να αναγκαία για την θεμελίωση της στις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 713 και 719 του Α.Κ.
στοιχεία, δεν υπέπεσε στην ως είρηται αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.α' Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 249 και μη εφαρμογή της τοιαύτης του άρθρου 250 παρ. 1 Α.Κ. ήχθη στην απόρριψη της νομίμως προταθείσης ενστάσεως του περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως, κρίνοντας ότι η εν λόγω αξίωση, αν και προερχομένη από εμπορική συναλλαγή, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή της πρώτης των ως άνω διατάξεως και όχι στην πενταετή τοιαύτη της δευτέρας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι η ένδικη αξίωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προέρχεται από εμπορική συναλλαγή αλλά έχει ως βάση την σύμβαση εντολής με αποτέλεσμα να μην υπόκειται στη βραχυπρόθεσμη, ως άνω, πενταετή παραγραφή, αλλά στη συνήθη (εικοσαετή) παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., η οποία και δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς το Εφετείο, δεν παρεβίασε, με την μη εφαρμογή της, την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 250 περ. 1 του Α.Κ., καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-11-2013 αίτηση του Α. Χ. του Φ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 276/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ