1859/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ΣΔημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1859/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου ή συμβουλίου στο οποίο υποβάλλεται. .... 4. Η αίτηση για την εξαίρεση μέλους δικαστηρίου που συνεδριάζει μπορεί να υποβληθεί και με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1....".
Full text
Απόφαση 1859 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1859/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ΣΔημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή, για αναίρεση της υπ'αριθ. 159/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2018 και με αριθμό …/2018 αίτησή του αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η με αριθμό 159/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/2018, στο Γραμματέα του τμήματος ποινικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Δράμας, από 18-06-2018 αίτηση - δήλωση του Ν. Σ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 159/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας δικάζοντος κατ' έφεση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω η ουσιαστική βασιμότητα των αναιρετικών λόγων που προβάλλονται με αυτή.
ΙΙ. Στις διατάξεις των άρθρων 14-20 του ΚΠοινΔ ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 14, οι λόγοι αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων. Στο άρθρο 15, οι λόγοι εξαίρεσης των δικαστικών προσώπων, αν συντρέχουν γι' αυτά λόγοι αποκλεισμού ή προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους.
Στο άρθρο 16 αναφέρονται τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να προτείνουν την εξαίρεση και σ' αυτά εντάσσεται και ο κατηγορούμενος. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην κύρια διαδικασία πριν την έναρξη της συζήτησης. Στο άρθρο 17 αναφέρεται, ότι "1. Η αίτηση εξαίρεσης πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαίρεσης του δικαστικού προσώπου, να μνημονεύει ειδικώς τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα της απόδειξής τους.
Διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου ή συμβουλίου στο οποίο υποβάλλεται. .... 4. Η αίτηση για την εξαίρεση μέλους δικαστηρίου που συνεδριάζει μπορεί να υποβληθεί και με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1....".
Στο άρθρο 18 ορίζεται πότε η αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη και, μεταξύ άλλων, ότι στο δικαστήριο δεν συμμετέχει εκείνος που τον αφορά η εξαίρεση, ενώ καλείται ο αιτών και, αν είναι δυνατό, και οι άλλοι διάδικοι. Στο άρθρο 19 σημειώνεται, ότι η εξαίρεση γίνεται γνωστή σ' εκείνον του οποίου ζητείται η εξαίρεση, όταν δεν είναι παρών κατά την υποβολή της και αυτός πληροφορούμενος αμέσως το περιεχόμενο των κατατεθέντων εγγράφων υποχρεούται εντός 24 ωρών να εκφράσει γραπτά τις απόψεις του και ταυτόχρονα να απέχει από τα καθήκοντά του στην υπόθεση.
Στο άρθρο 20 ορίζεται το αρμόδιο δικαστήριο που θα δικάσει την αίτηση εξαίρεσης και η διαδικασία που θα τηρηθεί ενώπιόν του και μεταξύ άλλων, ότι στη σύνθεση δεν μπορεί να μετέχει εκείνος του οποίου ζητείται η εξαίρεση που αναπληρώνεται κατά το νόμο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 ΚΠοινΔ "1. Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται:
Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του ...δ) την ... υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.".
Η ακυρότητα αυτή ανακύπτει, αν το δικαστήριο δεν συντέθηκε, εκτός των άλλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠοινΔ. Η ύπαρξη λόγου εξαίρεσης που δεν αποτελεί συγχρόνως και λόγο αποκλεισμού, όπως η ύπαρξη λόγων που θεμελιώνουν τη δυσπιστία προς το δικαστή, δεν επιφέρει ακυρότητα για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, παρά μόνον αν προταθεί εγκαίρως και γίνει δεκτή η σχετική αίτηση και παρά ταύτα ο εξαιρεθείς μετάσχει στη σύνθεση.
Όμως, ο όρος υπεράσπιση του κατηγορουμένου νοείται υπό ευρεία έννοια και σ' αυτόν υπάγονται όλες οι διατάξεις που συμβάλλουν με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπισή του, όπως και οι προαναφερθείσες, που αναφέρονται στην αίτηση εξαίρεσης δικαστή για τους ως άνω λόγους και την παρόλα αυτά συμμετοχή εκείνου που αφορά η εξαίρεση στη σύνθεση του δικαστηρίου που αποφασίζει επ' αυτής.
Τέλος, στους λόγους αναίρεσης εντάσσονται, μεταξύ άλλων, η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171), η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η υπέρβαση εξουσίας (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Η' αντίστοιχα). Έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ` του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν σ` αυτήν δεν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος ή δεν αναφέρονται οι αποδείξεις, επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά ή δεν εκτίθενται οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Κατά το άρθρο 139 εδ. τελ. ΚΠοινΔ, η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του δικαστηρίου, έστω και αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις έχει εκδώσει, με συνέπεια η έλλειψη αυτής να ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης.
Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες της εξέτασης της βασιμότητας του πρώτου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' και Δ' ΚΠοινΔ σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 α' και δ' και τα άρθρα 15-20 ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία εξαίρεσης μέλους του δικάσαντος δικαστηρίου, λόγω της συμμετοχής σ' αυτό κατά τη λήψη της απόφασης για την εξαίρεση και του μέλους του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, καθώς και για έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης που εκδόθηκε επί του αιτήματος της εξαίρεσης μέλους του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, προκύπτει, ότι μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων και τη παροχή γενικών πληροφοριών από τον κατηγορούμενο για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, ακολούθησαν τα εξής: "...έλαβε το λόγο ο κατηγορούμενος και δήλωσε ότι:
υποβάλλω αίτημα εξαίρεσης δικαστού και συγκεκριμένα της κας Πταισματοδίκη Δράμας. Είναι αντίδικος μου. Με θεωρεί εχθρό της. Έχουμε προσωπική αντιδικία. Έχω πολλές υποθέσεις. Δημιουργήθηκε προσωπική αντιδικία. Σας προσκομίζω τα κάτωθι έγγραφα: Αίτηση Εξαίρεσης Δικαστού. Αίτηση Ν. Σ.. Προς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας.
Δικάζεται σήμερα 10-5-2016 υπόθεσή μου. Στη σύνθεση του Δικαστηρίου σας υπάρχει και η πταισματοδίκης Δράμας κυρία Χ. Μ. Παρακαλώ για την εξαίρεσή της διότι έχω υπόνοια για μεροληπτική αντιμετώπισή μου για τους εξής λόγους και διότι την θεωρώ οιονεί αντίδικο μου: 1) Κατά την εξέτασή μου για υπόθεσή μου όπου κατέθεσα μετά από τη μήνυση του αντιδίκου μου Σ.
Α., η κυρία Χ. μου ζήτησε να μη καταθέσω πολλά έγγραφα διότι δήθεν η εισαγγελέας δεν θα τα διαβάσει. 2) Σε άλλη κατάθεσή μου ενώπιόν της, μου είπε ότι το γεγονός της απόπειρας στραγγαλισμού μου από τον Α. Σ. είναι μικρής σημασίας και παλαιό. 3) Δεν σημείωσε όλες τις καταθέσεις μαρτύρων όπως της κας Α. Σ. (που είχε ως αποτέλεσμα την μη κλήση της ως μάρτυρα) και των μαρτύρων:
Γ. Μ. και Σ. Π. Βλέπε υπόμνημά μου της 12/4/2013. 4) Σε συνεδρίαση αναβολής είχε το βλέμμα σ' εμένα καθ' όλη τη διάρκεια. Ο αιτών. Ν. Σ..". (Παρεμβάλλεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης σημείωμα του εκκαλούντος - κατηγορουμένου προς την Εισαγγελέα Δράμας σχετικά με αναφορά του μηνυτή στις 2-11-2011 εναντίον του πρώτου και συνεχίζεται εκεί) "Ακολούθως, ο Εισαγγελέας έλαβε το λόγο και πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορούμενου περί εξαιρέσεως της Πταισματοδίκη Δράμας από τη σύνθεση του Δικαστηρίου.
Μετά το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, κατάρτισε και σε δημόσια συνεδρίαση δημοσίευσε την παρακάτω απόφαση του: ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ΚΠΔ, "όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους.
Ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορούμενους δεν μπορεί μόνος του να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ΚΠΔ, "δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος".
Τέλος, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 17 του ΚΠΔ, "η αίτηση εξαίρεσης πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαίρεσης του δικαστικού προσώπου, να μνημονεύει ειδικώς τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα απόδειξης τους....Την αίτηση εξαίρεσης πρέπει να υπογράφει ο ίδιος ο αιτών ή πληρεξούσιος που έχει ειδική γι' αυτό πληρεξουσιότητα....Στο έγγραφο της πληρεξουσιότητας πρέπει να αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση.
Σε περίπτωση μη τήρησης των πιο πάνω διατυπώσεων, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΚΠΔ και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, που υπηρετούν πρωτίστως την αμεροληψία της δικαιοσύνης, σαφώς προκύπτει, ότι με αυτές εξασφαλίζεται και το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεση του με δίκαιο τρόπο, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης και ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς μπορεί να προτείνουν την εξαίρεση τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο, αν προκαλούν υπόνοια μεροληψίας.
Μόνη η έκφραση γνώμης δικαστή ή εισαγγελέα σε νομικό ή πραγματικό ζήτημα που τίθεται ενώπιον τους ή σε άλλη δίκη, δε συνιστά λόγο εξαιρέσεως, αλλά μόνον αν αυτή συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά τα οποία προκαλούν και διεγείρουν υπόνοιες μεροληψίας, ήτοι δικαιολογούν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους.
Με την κρινόμενη αίτησή του, ο κατηγορούμενος, ζήτησε την εξαίρεση της Πταισματοδίκη Μ. Χ., από την άσκηση των καθηκόντων της στην κρινόμενη υπόθεση, καθώς όπως δήλωσε τη θεωρεί αντίδικο του. Ούτως έχουσα η κρινομένη αίτηση είναι απαράδεκτη αφού δεν διαλαμβάνονται σε αυτή τα αναγκαία εκείνα στοιχεία (άρθρο 17 παρ.1 και 2ΚΠΔ), τα οποία είναι ικανά να προκαλέσουν, έστω και υπόνοιες μεροληψίας ούτε και στο περιεχόμενο της αναφέρονται γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία της ανωτέρω Πταισματοδίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Δικάζοντας με παρόντα τον κατηγορούμενο. Απορρίπτει την αίτηση εξαίρεσης. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Δράμα, 21 Φεβρουαρίου 2018". Από τα παραπάνω καθίσταται πρόδηλο, ότι η αίτηση εξαίρεσης υποβλήθηκε μεν προφορικώς, στο ακροατήριο, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ακολούθησε όμως υποβολή γραπτής αίτησης για το ίδιο θέμα με αναφορά των λόγων εξαίρεσης του προαναφερθέντος μέλους του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου και μνημόνευση των πραγματικών γεγονότων, στα οποία στηρίζονταν οι λόγοι αυτοί.
Στη συνέχεια το δικαστήριο με την ίδια σύνθεση, στην οποία συμμετείχε η δικαστής της οποίας είχε ζητηθεί η εξαίρεση, Μ. Χ., Πταισματοδίκης Δράμας, συζήτησε και αποφάσισε επί της άνω αίτησης και απέρριψε αυτήν. Κατά τον τρόπο αυτόν, αφενός μεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη συζήτηση της αίτησης εξαίρεσης και επιτάσσουν τη μη συμμετοχή σ' αυτή του δικαστή κατά του οποίου υποβλήθηκε αυτή, με συνέπεια να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφετέρου δε στην παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις σελίδες 8-9 της προσβαλλομένης, ουδόλως γίνεται αναφορά η καταχώρηση κάποιας αιτιολογίας σχετικά με τη γραπτή αίτηση εξαίρεσης του πιο πάνω μέλους του δικαστηρίου που υπέβαλε ο τελευταίος.
Κατ' ακολουθία, ο παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠοινΔ λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη αιτιολογίας, είναι βάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του και μετά από την παραδοχή αυτού, ενόψει του ότι το δικαστήριο προχώρησε στην κήρυξη της ενοχής και στην επιβολή ποινής, υποπίπτοντας στην υπέρβαση εξουσίας του αναιρετικού λόγου του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Η' του ίδιου ως άνω Κώδικα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (ΚΠοινΔ 511), παρέλκουσας, πλέον, ως αλυσιτελούς, της έρευνας των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του προαναφερθέντος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 159/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου, ως άνω, Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ