1859/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20128/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1859/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1859 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1859/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Ε., 2) Ε. Μ. του Ι., 3) ..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20128/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/9/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την μετ’ επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../24.1.2017 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Δ. Μ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση [από 6.9.2016 και με αριθμ. καταθ. ...], αιτήσεως αναιρέσεως με την επ’ αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από τους επισπεύδοντες την τελευταία αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο. Εφόσον όμως ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε την από τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, (αρθρ. 573§1 ΚΠολΔ) δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (αρθρ. 576 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.
ΑΠ 25/2008). Με τον υπό στοιχ. Β1 λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 5594 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη την κατ’ αυτών εγερθείσα ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου λόγου αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναφοράς των θεμελιωτικών της παθητικής τους νομιμοποίησης στοιχείων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, από το οποίο θα κριθεί η βασιμότητα της προβαλλομένης αιτιάσεως (ΑΠ 743/2000), και ιδίως από τις διαλαμβανόμενες σ’ αυτό αναφορές ότι "....ο πρώτος εναγόμενος (α’ αναιρεσείων) εκμεταλλευόμενος την πρόσκαιρη απόσυρσή μου από την επαγγελματική δραστηριότητα οικειοποιήθηκε παράνομα την ευρεσιτεχνία μου και ενεργώντας αυθαίρετα ....
άρχισε να αναλαμβάνει διάφορα έργα στον ίδιο ανταγωνιστικό χώρο με εμένα ... Στη συνέχεια, όλως προκλητικά, ο δεύτερος των εναγομένων (β’ αναιρεσείων) στοιχίζοντας τις παράνομες και αυθαίρετες ενέργειες του πατέρα του, α’ εναγομένου, προέβη στην κατάθεση της από 21.9.01 αιτήσεως περί χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. .../19.9.02 μεταγενέστερο από το δικό μου δίπλωμα, πιστό αντίγραφο και δουλική απομίμηση τούτου, το οποίο ακυρώθηκε με την 42842/2007 απόφαση Πολ.
Πρωτ. Θεσσαλονίκης. Εκμεταλλευόμενη τη δική μου ευρεσιτεχνία οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (πατέρας και γιος) ασκούν στο όνομα της τρίτης εναγόμενης εταιρείας δραστηριότητα πανομοιότυπη και κατά πλήρη απομίμηση της δικής μου επινόησης, εμφανίζοντας τον εαυτό τους ως δικαιούχος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ...
συμμετέχοντας σε διάφορους διαγωνισμούς και, χρησιμοποιώντας τα προϊόντα της δικής μου εφεύρεσης ως δική τους πρωτότυπη ευρεσιτεχνία .... μου αποστέρησαν σίγουρα κέρδη τα οποία θα εισέπραττα από την εκτέλεση των ακολούθων έργων (λεπτομερώς περιγραφομένων) έργων ως δικαιούχος της ευρεσιτεχνίας ...." (σελίδες 7 και 13 αγωγής), προκύπτει η δια του αγωγικού δικογράφου επίκληση των φερομένων ως ελλειπόντων θεμελιωτικών της παθητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσειόντων (ως εναγομένων) στοιχείων, τα οποία υπάρχουν για την κατά το στάδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητος της αγωγής κρίση του δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2119/2014).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παραγράφων 1,3,4 και 5 του άρθρου 5 του ν. 1733/1987 προκύπτει ότι θετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι το "νέο" της εφεύρεσης, η εφευρετική δραστηριότητα ως περιεχόμενο αυτής και η επιδεκτικότητα της εφεύρεσης προς βιομηχανική εφαρμογή.
Νέα κρίνεται μια εφεύρεση αν δεν ανήκει στην στάθμη της τεχνικής και ως τέτοια νοείται κάθε τι που είναι γνωστό οπουδήποτε στον κόσμο (αρχή της οικουμενικότητας) από γραπτή ή προφορική περιγραφή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Έτσι, το στοιχείο του "νέου" θεωρείται ότι υπάρχει, όταν υπάρχει, όταν πρόκειται μεν για παραγωγή προϊόντος, αν το προϊόν αυτό διαφέρει από τα ομοειδή του προϊόντα με ουσιώδη νέα χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται δε για παραγωγή αποτελέσματος, αν εμφανίζει αξιόλογη βελτίωση ήδη γνωστού αποτελέσματος, ανεξαρτήτως του αν η βελτίωση αφορά μόνο στον τρόπο παραγωγής ή μόνο στο αποτέλεσμα ή στη μείωση της δαπάνης παραγωγής του ή και όλα μαζί και δεν εμφανίζεται σαν απλή προσαρμογή στοιχείων μεθόδων που είναι ήδη γνωστά, χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα ή βελτίωση ή σαν απλή νέα χρήση ενός μέσου που είναι γνωστό σε αντικείμενα άλλα, από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο όμως τρόπο κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίησή του, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1654/2013, ΑΠ 1344/2012, ΑΠ 545/1996, ΑΠ 1588/1991).
Μία επινόηση θεωρείται ότι εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα αν, κατά την κρίση του μέσου ειδικού, δεν προκύπτει με προφανή τρόπο από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής. Δηλαδή, ο μέσος ειδικός να μη μπορούσε, αξιοποιώντας τη στάθμη της τεχνικής, να φθάσει στην επίλυση του τεχνικού προβλήματος ή όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 5, η εφεύρεση, κατά την κρίση του ειδικού, να μη προκύπτει κατά προφανή τρόπο από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής.
Πρέπει δηλαδή η λύση του τεχνικού προβλήματος να μη βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες του μέσου ειδικού, ούτε να παρίσταται ως ένας από τους κρίκους στην αλυσίδα της τεχνολογικής προόδου, αλλά να εμφανίζεται ως κάτι που υπερβαίνει την ομαλή τεχνολογική πρόοδο και αποτελεί άλμα προόδου, επίτευγμα που είναι πέρα από το προβλεπτέο μέτρο για το μέσο ειδικό.
Η μεταφορά μιας λύσης ήδη γνωστής σε άλλο τεχνικό πρόβλημα αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν η λύση του προβλήματος τεχνικά δεν αναμενόταν. Ακόμη, ο συνδυασμός περισσοτέρων τεχνικών μέσων ή διαδικασιών για την επίλυση ενός τεχνικού προβλήματος με τρόπο ενιαίο αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν ο συνδυασμός δεν είναι προφανής για το μέσο ειδικό.
Η εφαρμογή ισοδύναμων μέσων ενός ήδη λυμένου τεχνικού προβλήματος αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν το ισοδύναμο μέσο δεν είναι γνωστό στο μέσο ειδικό. Μια εφεύρεση, τέλος, θεωρείται επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής αν το αντικείμενό της μπορεί να παραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιονδήποτε τομέα παραγωγικής δραστηριότητας.
Εξάλλου, κατά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της ευρεσιτεχνίας, που εξαγγέλεται από το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, διπλώματα ευρεσιτεχνίας παραχωρούνται μόνο σε εφευρέσεις που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας που προβλέπει ο νόμο. Όμως, η ύπαρξη των στοιχείων της εφεύρεσης και η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων προστασίας αυτής με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ελέγχονται σε περιορισμένη έκταση πριν από την παραχώρηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 7 και 8 του ανωτέρω νόμου, ελέγχονται μόνο οι τυπικές προϋποθέσεις της αίτησης και οι αρνητικές ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, με συνέπεια τη δυνατότητα χορήγησης του σχετικού διπλώματος χωρίς να συντρέχουν οι κατά το νόμοι όροι έκδοσης αυτού και τη δημιουργία, περαιτέρω νομίμου μαχητού τεκμηρίου περί συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Το τεκμήριο νομιμότητας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως διοικητικής πράξης ανατρέπεται και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να κηρυχθεί άκυρο με δικαστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, είτε διότι έλειπε μία από τις άνω ουσιαστικές θετικές προϋποθέσεις χορήγησής του είτε για κάποιον από τους λοιπούς λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 15 του άνω νόμου.
Η ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προβληθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και με ένσταση. Έτσι ο επικαλούμενος την ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως ενάγων ή ενιστάμενος οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τους λόγους ακυρότητας του διπλώματος, ότι η εφεύρεση δεν είναι νέα, αλλά ανήκει στη στάθμη της τεχνικής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είτε ότι δεν εμπεριέχει εφευρετική ιδέα, είτε ότι δεν είναι επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής.
Μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας ανατρέπεται το τεκμήριο νομιμότητας που συνοδεύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, λόγω δε της φύσεως αυτού ως διοικητικής πράξεως ισχύει έναντι πάντων, αν και δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως που κηρύσσει άκυρο το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δίκες που έχουν ανοιχθεί και είχαν ως αίτημα την παράλειψη προσβολής του διπλώματος ή την αποζημίωση του δικαιούχου, δεν συνεχίζονται. (ΑΠ 1654/2013).
Με τον υπό στοιχ. ... λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 5 και 15 ν. 1733/1987 η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την προς απόκρουση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου προταθείσα από τους ίδιους (αναιρεσείοντες) ένσταση του άρθρου 15 ν. 1733/1987 [περί ακυρότητος των αναφερομένων σ’ αυτήν (αγωγή) διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας λόγω μη συνδρομής των από το άρθρο 5 ν. 1733/1987 προβλεπομένων ουσιαστικών προϋποθέσεων χορηγήσεως αυτών] δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των παραπάνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή των επικαλουμένων ως ελλειπουσών προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα του παραδοχή της ενστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "......Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται ότι τα ένδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας είναι άκυρα, λόγω μη συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 5 του Ν. 1733/1987 και συγκεκριμένα ότι οι ένδικες εφευρέσεις δεν είναι νέες, δεν εμπεριέχουν εφευρετική δραστηριότητα και αποτελούν προσαρμογή και εφαρμογή ήδη γνωστών στοιχείων, τα οποία είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως, με λιγότερο ή περισσότερο ομοιάζοντες συνδυασμούς, επί τη βάσει όμως της ίδιας ιδέας, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην έφεση, ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, που συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν....
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι ... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ασχολείται από το έτος 1990 με την περισυλλογή και απομάκρυνση από την επιφάνεια της θάλασσας των επιπλεόντων στερεών αντικειμένων, των πετρελαιοειδών καταλοίπων και γενικά των καταλοίπων της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Για την εργασία του αυτή χρησιμοποιεί πλωτά φράγματα, τα οποία κατασκευάζει ο ίδιος και για τα οποία έχει λάβει διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Ειδικότερα ο Οργανισμός βιομηχανικής ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) χορήγησε σε αυτόν τα υπ’ αριθμ. .../1990 πιστοποιητικά υποδειγμάτων χρησιμότητας (Π.Υ.Χ.) για την κατοχύρωση της επινόησης του με αντικείμενο "...".
Ακολούθως χορήγησε το υπ’ αριθμ. .../10-6-1999 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με τίτλο "..." και το υπ’ αριθμ. .../2003 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με τίτλο "...". Η ως άνω εφεύρεση αποτελείται από: α) δίχτυ, πάνω στο οποίο εγκλωβίζονται και συγκρατούνται τα πετρελαιοειδή κατάλοιπα και τα επιπλέοντα στερεά αντικείμενα, β) πλαστικές ράβδους στήριξης, οι οποίες είναι τοποθετημένες στο πλάτος της επιφάνειας του διχτιού και κάθετα σε αυτήν και αποτρέπουν το ζάρωμα και τη συρρίκνωση του, διατηρώντας αυτό τεντωμένο, γ) σφαιρικούς πλωτήρες, οι οποίοι παρέχουν τη δυνατότητα στο φράγμα να επιπλέει κατακόρυφα, ένα μέρος αυτού να συγκρατείται στην επιφάνεια της θάλασσας και να επιτυγχάνεται βύθισμα ελεγχόμενο από 0,65 cm έως 1m και δ) αρματωσιά, η οποία αποτελεί το συνεκτικό ιστό ανάμεσα στο δίχτυ και τις κάθετα τοποθετημένες σε αυτό πλαστικές ράβδους στήριξης.
Η εφεύρεση αυτή μπορεί να είναι κινητή ή σταθερή, ρυμουλκείται από ένα ή δύο σκάφη και κατορθώνει να εγκλωβίζει τα στερεά επιπλέοντα αντικείμενα και τα πετρελαιοειδή κατάλοιπα, τα οποία μετά τον εγκλωβισμό τους είναι αδύνατον να διασκορπιστούν. Με τον τρόπο αυτό τα συγκεντρωμένα απορρίμματα είτε σύρονται στην πλησιέστερη ακτή είτε απορροφώνται με κατάλληλα μέσα, όπως αντλίες απόχες κ.λ.π., με συνέπεια να αποτρέπεται η εξάπλωση τους και να αποκλείεται η περιβαλλοντική μόλυνση.
Η ως άνω εφεύρεση έχει χαμηλό κόστος κατασκευής και συντήρησης και απλώνεται με ταχύτητα από οποιοδήποτε σκάφος, ενώ μετά την αποβολή των απορριμμάτων το φράγμα συλλέγεται, καθαρίζεται και επαναχρησιμοποιείται. Με την κατασκευή αυτή ο ενάγων ασκούσε την εμπορική του δραστηριότητα είτε ατομικά, είτε μέσω της συζύγου του ή των τέκνων του, είτε τρίτων προσώπων, αλλά πάντοτε υπό την εποπτεία του και έχει αναλάβει πλήθος δημοσίων και ιδιωτικών έργων καθαρισμού με πλωτά φράγματα της θαλάσσιας επιφάνειας σε όλη την ελληνική επικράτεια.
Ενδεικτικά ανέλαβε τον καθαρισμό των ακτών του Θερμαϊκού στους Δήμους Θεσσαλονίκης και Καλαμαριάς, της Κατερίνης (850μ.), της Αγίας Τριάδος Θεσσαλονίκης (1800μ.), των Νέων Επιβατών Θεσσαλονίκης (2250μ.), της Περαίας Θεσσαλονίκης (2000μ.), της Μεθώνης (350μ.), της Νέας Ποτίδαιας (600μ.), του Πευκοχωρίου (550 μ. και 1200 μ), της Νέας Παραλίας Πιερίας (450μ.), του Σταυρού Θεσσαλονίκης (2.000μ.), των Κερδυλλίων (3.500μ.), του ΕΟΤ Καβάλας (300μ.) κ.λ.π., επιτυγχάνοντας έτσι ευρεία αναγνώριση και αποδοχή, αφού εφηύρε ένα πλωτό σύστημα καθαρισμού, για το οποίο απέκτησε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Η ως άνω επινόηση έχε ι( όλα ) τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία της εφεύρεσης, κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα περιέχει απολύτως νέα στοιχεία σχετικά με την μέθοδο κατασκευής της και είναι επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής. Συγκεκριμένα, τα πλωτά φράγματα που επινοήθηκαν από τον ενάγοντα και καταχωρήθηκαν νόμιμα στον Ο.Β.Ι.
με τα προαναφερόμενα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, είναι κατασκευασμένα από δίκτυ με συγκεκριμένη συναρμολόγηση με πλωτήρες, μολυβδόσχοινα, πλαστικές ράβδους στήριξης και αρματωσιά και με συγκεκριμένη χρησιμότητα την απορρύπανση από επιπλέοντα αντικείμενα, με τη διαδικασία που προαναφέρθηκε, ενώ, ακόμη, έχουν ιδιαίτερη αντοχή στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και τον χρόνο, αφού αντέχουν μια δεκαετία περίπου και μετά τον καθαρισμό τους μπορούν να αποθηκευθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν λόγω των υλικών κατασκευής τους (όπως π.χ.
οι πλωτήρες είναι κατασκευασμένοι από ενιαίο υλικό-γραμμικό πολυαιθυλάνιο "καλούπι" και τα μολυβδόσκοινα είναι βαριά και δεν παρασύρονται από τα αέρα) και του τρόπου κατασκευής τους (δεν είναι συναρμολογούμενα με ευτελή υλικά και κόλα, με αποτέλεσμα τον περιορισμένο χρόνο ζωής τους). Αντίθετα, οι κατασκευές που επικαλούνται οι εναγόμενοι για να αποδείξουν ότι η ένδικη εφεύρεση του ενάγοντος δεν είναι απολύτως νέα, αλλά συνηθισμένη στη σχετική αγορά, αποτελούνται κατά κύριο μέρος από "μουσαμά" και εντάσσονται στις κατηγορίες α) τύπου κουρτίνας, που έχουν ένα μουσαμά σαν κουρτίνα, με την μισή του επιφάνεια έξω από το νερό και την μισή του επιφάνεια μέσα στο νερό, β) τύπου φράκτη, που έχουν μουσαμά, φίλτρο απορροφητικό, είναι εμποτισμένα από πολυραιθάνη και προορίζονται αποκλειστικά για την συλλογή πετρελαιοκηλίδων και γ) τύπου πνευστών, που έχουν ένα μουσαμά φουσκωμένο με αέρα σαν σωσίβια λέμβο.
Όλα τα παραπάνω πλωτά φράγματα παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές με τα πλωτά φράγματα του ενάγοντος, αφού: α)δεν έχουν πάσσαλο σταθεροποίησης για να μην βουλιάζουν, καθόσον σταθεροποιούνται είτε με εσωτερικό αέρα (πνευστά) είτε με αφρό (τύπου φράκτη), β) δεν έχουν αρματωσιά, όπως το πλωτό φράγμα του ενάγοντος με δίχτυ, που συναρμολογούνται στο χέρι, αλλά είναι τυποποιημένα γ) δεν περιέχουν μολυβδόσχοινο, πάρα μόνον σετ αγκύρωσης και γι’ αυτό παρασύρονται από τον αέρα, δ) δεν μαζεύουν βαριές στερεές ύλες, αλλά κατά κανόνα πετρελαιοκηλίδες, αφού, λόγω της φύσης τους ,αν προσκολληθεί σε αυτά κάποιο αιχμηρό αντικείμενο θα στρωθεί ο μουσαμάς και θα βουλιάξουν, ε) τα πλωτά φράγματα των τρίτων αφορούν κυρίως πετρελαιοκηλίδες, ενώ αυτά του ενάγοντος απορρυπαίνουν τα ύδατα από πάσης φύσης επιπλέοντα αντικείμενα, όπως π.χ.
πλαστικά μπουκάλια, φελιζόλ, κουτιά αναψυκτικών, ξύλα κ.λ.π.). Επομένως, η εφεύρεση του ενάγοντος είναι απολύτως νέα και επιδέχεται βιομηχανικής εφαρμογής και συνεπώς η ένσταση των εναγομένων ότι τα πλωτά φράγματα του ενάγοντος αποτελούν προσαρμογή και εφαρμογή ήδη γνωστών στοιχείων, τα οποία είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως, με λιγότερους ή περισσότερους ομοιάζοντες συνδυασμούς, επί της βάσει όμως της ίδιας ιδέας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 5 ν. 1773/1987 απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από τους αναιρεσείοντες (εναγομένους), υπό την επίκληση της μη συνδρομής της από την εν λόγω διάταξη (αρ. 5 ν. 1733/187) προβλεπομένης για την χορήγηση των ένδικων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας προϋποθέσεως της εφευρετικής δραστηριότητας, προταθείσα ένσταση ακυρότητος αυτών δεχθείσα τη συνδρομή της παραπάνω [επικληθείσης ως ελλειπούσης) ουσιαστικής προϋποθέσεως με την ανεπαρκή, για τον παρακάτω εκτιθέμενο λόγο, αιτιολογία ότι "η εφεύρεση του ενάγοντος είναι απολύτως νέα και επιδέχεται βιομηχανικής εφαρμογής και συνεπώς, η ένσταση των εναγομένων ότι τα πλωτά φράγματα του ενάγοντος αποτελούν προσαρμογή και εφαρμογή ήδη γνωστών στοιχείων τα οποία είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως, με λιγότερους ή περισσότερους ομοιάζοντες συνδυασμούς, επί τη βάσει όμως της ίδιας ιδέας πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Ειδικότερα η ως άνω αιτιολογία κρίνεται ανεπαρκής καθόσον αν και δέχεται ως αποδειχθείσης τις δύο εκ των τριών απαιτουμένων ουσιαστικών προϋποθέσεων για την χορήγηση των ενδίκων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και ειδικότερα αυτές του νέου της εφευρέσεως και της επιδεκτικότητος βιομηχανικής εφαρμογής αυτής, παραλείπει να αναφερθεί στη συνδρομή ή όχι της τρίτης εξ αυτών (προϋποθέσεων) και συγκεκριμένα αυτής της εφευρετικής δραστηριότητος υπό την έννοια, που προαναφέρθηκε, αν δηλαδή αυτή (εφεύρεση), κατά την κρίση του μέσου ειδικού [στην οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, δεν αναφέρεται, ούτε καν υπαινικτικά, η προσβαλλομένη απόφαση] δεν προκύπτει, κατά προφανή τρόπο, από την υπάρχουσα στάθμη τεχνικής αλλά εμφανίζεται ως κάτι που υπερβαίνει την ομαλή τεχνολογική πρόοδο και αποτελεί άλμα προόδου (επίτευγμα) εκτεινόμενο πέρα από το προβλεπόμενο μέτρο για το μέσο ειδικά αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η μεταφορά μιας λύσης, ήδη γνωστής, σε άλλο τεχνικό πρόβλημα ή η εφαρμογή ισοδύναμων μέσων ενός ήδη λυμένου τεχνικού προβλήματος αποτελεί εφεύρεση μόνο αν η λύση του προβλήματος δεν αναμενόταν ή το ισοδύναμο μέσο δεν είναι προβλητέο (γνωστό) από το μέσο ειδικό, στον οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα, από την ανεπαρκή ως άνω παραδοχή, η οποία δεν δικαιολογεί το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνος δικαίου, να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και να ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προσβαλλόμενη από το αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση η οποία, για το λόγο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει, δεκτού γενομένου ως και ουσιαστικά βασίμου του παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών προβαλλομένων αιτιάσεων (λόγων), να αναιρεθεί η προσβαλλομμένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η ένδικη υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495§ 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 323/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τρεις (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ